Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Απεβίωσε ο ποιητής και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Έκτωρ Κακναβάτος

in.gr
Πέθανε ο ποιητής και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Έκτωρ Κακναβάτος, σε ηλικία 90 ετών. Ο Έκτωρ Κακναβάτος, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Κοντογιώργη, γεννήθηκε το 1920 στον Πειραιά. Μεταξύ 1937 και 1941 σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κατόπιν εργάστηκε ως καθηγητής στην ιδιωτική εκπαίδευση. Στην Κατοχή πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ενώ το 1947 εξορίστηκε στην Ικαρία και στη Μακρόνησο. Είχε διατελέσει σύμβουλος στο Υπουργείο Παιδείας και αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Συγγραφέων.
Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1943 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής του με τίτλο «Fuga». Το 1983 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης για τη συλλογή του In Perpetuum.


Μεταξύ των έργων του είναι τα «Fuga» (1943), «Διασπορά» (1961), «Η κλίμακα του λίθου» (1964), «Τετραψήφιο» (1971), «Οδός Λαιστρυγόνων» 1978, «Τα μαχαίρια της Κίρκης» (1981), «In Perpetuum» (1983), «Κιβώτιο ταχυτήτων» (1987) «Οι ακισμοί του Μενεσθέα Καστελάνου του Μυστρός» (1995) κ.α.

Η κηδεία του θα γίνει την Πέμπτη στις 15:30 το μεσημέρι από το νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου.

Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού εξέφρασε τη λύπη της για τον θάνατο του ποιητή και αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης, αναφέροντας ότι «η ποίηση έγινε ο δίαυλος μέσα από τον οποίο εξέφραζε τη σκέψη, τα συναισθήματα και τις αντιλήψεις του, έγινε ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε να αποτυπώσει το πνευματικό του μανιφέστο. Ο θάνατος του ποιητή Έκτορα Κακναβάτου αποτελεί για την ελληνική ποίηση απώλεια μεγέθους ανάλογου του πνευματικού αναστήματος του εκλιπόντος».


Ο Υπερρεαλισμός χάραξε βαθιά και ανεξίτηλα την ποίησή μας.
Συνέντευξη στον Μάκη Καραγιάννη



Δημοσιεύτηκε στην ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ τχ. 102 Μάρτιος 1998. Ακολουθεί το κείμενο που διαβάστηκε στην Κοζάνη (19.12.1997) κατά την παρουσίαση του ποιητή, στο πλαίσιο το προγράμματος του Υπουργείου Πολιτισμού για τα λογοτεχνικά περιοδικά. Μετά την συνέντευξη ο αναγνώστης μπορεί να βρει ένα ανθολόγιο ποιημάτων από ηλεκτρονικές σελίδες.

-Έχετε χαρακτηριστεί από την κριτική ως ο πιο ακραιφνής υπερρεαλιστής ποιητής της γενιάς σας. Θα μπορούσατε να κάνετε, εκ των έσω, την αποτίμηση αυτού του πνευματικού κινήματος στα ελληνικά γράμματα, εξήντα χρόνια περίπου μετά την πρώτη του εμφάνιση;
Η εμφάνιση και ο χαρακτηρισμός του Υπερρεαλισμού στη χώρα μας, σαν κινήματος, δεν είχε και δεν μπορούσε να έχει τα χαρακτηριστικά -εννοώ τους καταγωγικούς όρους, τις περιπέτειες και τις φάσεις της εξέλιξής του- που είχε το ομόλογο κίνημα στον τόπο της γέννησής του, τη Γαλλία.
Έχει επισημανθεί και, παράλληλα, υποστηριχθεί ότι, τόσο η ταξική επιφάνεια των ντόπιων εισηγητών του (όχι όλων βέβαια) όσο και το πολιτικό σκηνικό της εποχής εισαγωγής (1935) του Υπερρεαλισμού, δε συνιστούσαν ένα κλίμα συνθηκών ανάλογο προς το αντίστοιχο Γαλλικό. Άρα δεν υπήρξε εδώ ένα κίνημα με ηχηρό και θορυβώδες ρεύμα, πολιτικά έγχρωμο με διακηρυγμένες θέσεις και εντάξεις στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, όπως συνέβαινε στο Γαλλικό κατά την πριν το Σοβιετικό συνέδριο συγγραφέων, με τις συνακόλουθες Ζντανοφικές νόρμες, περίοδό του. Πέρα απ' όλα αυτά ο Υπερρεαλισμός στη χώρα μας έχει ένα ιστορικό παρελθόν σε ό,τι αφορά στην υποδοχή του από μέρους τόσο των χολερικών κονδυλοφόρων και συντηρητών του τέλματος, όσο και από μέρους των άτολμων, που τους παρέλυε η διακύβευση των όρων με τους οποίους είχαν αποκτήσει ένα όνομα στον πνευματικό στίβο. Ωστόσο, αποτιμώντας τους καρπούς αυτής της πνευματικής κίνησης, είναι εύστοχο και δίκαιο να πούμε ότι ο Υπερρεαλισμός στο διάστημα, από την εμφάνισή του έως τις μέρες μας, χάραξε βαθιά και ανεξίτηλα την ποίησή μας, ότι διάνοιξε θαρραλέα τις αρτηρίες του ποιητικού οργάνου, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στη γλώσσα να αναπτύξει το σφυγμό της για μια επέκταση της πραγματικότητας.
- «Τι χρειάζονται άραγε οι ποιητές σ' ένα μικρόψυχο καιρό;». Τι θα απαντούσατε σήμερα στην ερώτηση του Χαίλντερλιν; Ποιες ανάγκες θεραπεύει η ποίηση;
Ο μεμψίμοιρος στοχασμός του Χαίλντερλιν «Wozu Dichter in durftiger zeit?» σχετικά με το αν χρειάζονται οι ποιητές σ' έναν «μικρόψυχο» καιρό, μπορεί να δώσει το έναυσμα για έναν σχολιασμό θέτοντας σήμερα, στον τρομερό αυτό αιώνα που ζούμε, ζήτημα διαχρονικότητας του Χαιλρντερλιανού σχεδιασμού; Είναι μικρόψυχος ο καιρός μας; Σ' αυτόν τον εκρηξιγενή αιώνα τον τόσο μεστό από τερατωμένες διάνοιες που χύθηκαν στη διάνοιξη προσπελάσεων προς στόχους φαντασιακούς, αναγομώνεται η ψυχή μας μέσω «νεοπλασιών» της που επεκτείνονται προς το όνειρο τόσο που, μόνο οι ποιητές μπορούν να διαγνώσουν και να περιγράψουνε διαστέλλοντας ακατάπαυστα τα όρια της γλώσσας.
Όσο για το αν η ποίηση, ως πολιτισμικό αγαθό, αξιώνεται στο βαθμό που «θεραπεύει ανάγκες» είναι ένα ζήτημα που μπορεί ίσως να τεθεί μόνο αν αγνοήσεις ή υποτιμήσεις την καταγωγική της συνθήκη και συνεπώς τη φυσιολογία της.
-Την εποχή των προσωκρατικών η ποίηση ήταν συνυφασμένη με τα μαθηματικά και τη φιλοσοφία. Η σημερινή άπειρη εξειδίκευση είναι βήμα προόδου ή αρνητική εξέλιξη;
Έχοντας δοθεί στον άνθρωπο η ικανότητα και η ευκαιρία να ατενίσει το μεγάκοσμο ώς σύνολο ξεχωριστών / διακριτών οντοτήτων, δε θα αργούσε να αναρωτηθεί για το τι είναι αυτό που κάνει τη συσπείρωση των «στοιχείων» αυτών να μορφοποιείται σε κάτι «διαφορετικό» από τα συστατικά του.
Αυτό το κάτι το αναζήτησε ο Homo Erectus και εξακολουθεί ως Homo Sapiens να το αναζητά τόσο στο μικρόκοσμο στοιχείων ανακαλύπτοντας υποστοιχεία του όσο και εντός του ανατέμνοντας τη σκέψη του. Η ποσότητα σαν αναγώγιμο φυσιογνωμικό στοιχείο της υφής του κόσμου σίγουρα θα ήταν προσιτότερη στην αντίληψή του από όσο η ποιότητα. Έτσι η μάθηση του κόσμου αναπτυσσόταν προς τη μέτρηση. Και γι’ αυτό, ήδη από την προσωκρατική περίοδο της φιλοσoφίας τα μαθηματικά συνυφαίνονταν με την ομογάλακτή τους ποιητική γλώσσα όχι με την ποίηση που είναι ανιχνεύσιμη (όσο είναι τέτοια) στη φιλοσοφία ως προσπάθεια να οργανώσει μιαν κοσμοαντίληψη.
Η σημερινή εξειδικευόμενη εποποιία της γνώσης προκαλεί τη φιλοσοφία (θάλεγα ότι την παγιδεύει) να εφεύρει γλώσσα και να συναρθρώσει όλο το εξελισσόμενο γνωστικό υλικό σε μια διήγηση που θα κάνει πιο συναρπαστικό το κοσμοείδωλό μας, ένα σύγχρονο μύθο, συρόμενη από τον απέδιστο κέλητα της Ποίησης.
-Η εποχή κατά την οποίαν εκδώσατε τη Fuga το 1943, φαντάζει σε μας του νεότερους μυθική. Ποια ήταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, σε αντιδιαστολή με τη σημερινή, διαμάχες, λογοτεχνικά ρεύματα; Σήμερα ο καθένας πορεύεται μόνος του.
Η πρώτη ποιητική μου απρέπεια σημειώθηκε το 1943 σε πλήρη γερμανική κατοχή μέσα στην εξαθλίωση, τις καθημερινές συλλήψεις, και τις εκτελέσεις πατριωτών αλλά και την ακοίμητη αντίσταση ενός λαού που δεν έστεργε να γονατίσει. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί η Αμοργός του Ν. Γκάτσου αλλά και άλλα αξιόλογα ποιητικά έργα. Την ατμόσφαιρα τη διαμόρφωναν καθημερινά ιστορικά γεγονότα με την ογκούμενη αντίσταση λαού στην οποία εντασσόταν το γεγονός πως στον τομέα πνεύματος και του φρονήματος του λόγου εκδηλωνόταν μια, όχι λιγότερο γενναία, στάση: Κυκλοφορούσαν διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά με αντιστασιακό περιεχόμενο όπου καταγραφόταν ο αλύγιστος σφυγμός της ψυχής μέσω του λόγου, διακηρύσσοντας ότι παραμένει ζωντανό το πάθος για έκφραση εκείνου έχει ανάγκη ο άνθρωπος για να μένει όρθιος και αλύγιστος απέναντι στη βία που θέλει να τον απανθρωπίσει.
Δεν νομίζω πως η αντιδιαστολή με τη σημερινή ατμόσφαιρα θα ήταν δίκαιη, καθώς αυτή η σημερινή δεν έχει τις αφορμές και τη συγκρουσιακή πραγματικότητα που αντιμετώπιζε εκείνη, γεγονός που την τοποθετούσε στην έξαρση και την υπέρβαση των ορίων της.
-Πώς διαμορφώνεται το τοπίο στη νεότερη ποίηση. Διακρίνετε αξιόλογες φωνές. Αισθητικά φέρνουν κάτι νέο ή ακολουθούν την πεπατημένη;
Παρ' όλο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε πως η σημερινή πραγματικότητα αναδεικνύει αξιόλογα ταλέντα της εποχής αντιπροσωπεύουν και προβάλλουν ένα δυναμισμό έναντι της ρευστότητας των αξιών, με βέλος προς το σημείο όπου συμβάλλουν αναθεωρήσεις, επανεκτιμήσεις παρωχημένων αρχών ή και εγκατάλειψή τους, προκειμένου να αρθρωθεί αλλιώς η σύγχρονη ζωή και η γλώσσα της.
-Υπάρχει αντικειμενικός λόγος για την ιεράρχηση αισθητικών αξιών και ποιος τον διαμορφώνει ο χρόνος, η κριτική, η κοινωνία;
Δε θα δίσταζα να πω ότι φοβάμαι που πρέπει να αντιμετωπίζουμε εσαεί μιαν αγορά αισθητικών αξιών και το χρηματιστήριό της. Ποιος επενδύει και τι σε αισθητικές αξίες; Δε μιλώ, φυσικά, για το πραγματοποιημένο έργο τέχνης που, πέρα από το «λόγο» του, ενέχει και κάποια κυμαινόμενη μέσα σε αίθουσες πλειστηριασμών ανταλλάξιμη αξία.
Η όποια εμπρόθετη ιεράρχηση αξιών δεν μπορεί να αποκρύψει -αν και όχι λίγες φορές έκδηλο- ρατσισμό μέσα στο αισθητικό σύμπαν, προκειμένου αυτός ο ρατσισμός να υπηρετήσει ύποπτες (όρα Ζντανοφικές νόρμες) εξουσίες ή και καθεστωτικές τέτοιες. Καμία τέτοια ιεράρχηση δεν είναι αθώα αφού εξυπηρετεί κάποιον πιλότο.
Αν κατά χρονικές περιόδους δεσπόζουν κάποιες αισθητικές αξίες δεν είναι, και δε θα είναι τέτοιες, που να ακυρώνουν τις άλλες για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που διαμορφώνει το κοινωνικό προτσές μέσα στο χρόνο και πέρα από τις εξατομικευμένες επιλογές της κριτικής.
Ποιήματα του Έκτορα Κακναβάτου


Όψεις του ποιητικού έργου του Έκτορα Κακναβάτου.
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ τχ. 101
Πρέπει να ομολογήσω ότι χρωστώ χάρη στον Ε. Κ., γιατί όταν γνωστοί και φίλοι με ρωτούν πώς ένας μαθηματικός μπορεί ν' ασχολείται με την ποίηση, το έξοχο παράδειγμά του με βγάζει από το αδιέξοδο.
Η ποιητική του υπερβαίνοντας τα τείχη της διάκρισης, συναιρεί στο ενοποιημένο πεδίο του λόγου το φιλοσοφικό στοχασμό, την Ιστορία, τις θετικές επιστήμες, το καθημερινό βίωμα. Στα τοπία της ποίησής του, δε θα γνωρίσεις την πλήξη και θα περιηγηθείς με το ίδιο εισιτήριο, από τις Μυκήνες και τον Αντιοχέα Μαρκούζε, ως το βυθό της σιωπής.
Αυτή η συνολική θεώρηση των πραγμάτων, η οποία σπανίζει σήμερα καθώς κυκλοφορούμε χαμένοι και παγιδευμένοι στις ατραπούς της εξειδίκευσης, έλκει την καταγωγή της από τους προσωκρατικούς, όταν τα μαθηματικά ήταν συνδεδεμένα με τη φιλοσοφία και αυτή δεν είχε κατέβει ακόμα απ' το άρμα της ποίησης. Θυμίζει, επίσης, την παράδοση των Νέων Χρόνων όταν οι επιστήμονες ήταν ταυτόχρονα φιλόσοφοι και καλλιτέχνες και συνέβαλαν να περάσουμε από τη μεσαιωνική θεολογική σκέψη, σε μια άλλη αντίληψη του κόσμου με οριακό έργο τις "Μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας" του Νεύτωνα. 'Ομως "ξέρετε στις μέρες μας να μετράει το θάμπος; ή απ' τα princiria το μεγαλείο;"Μαθηματικός ο ίδιος, πελεκά θεωρήματα, φτιάχνει τη δική του άλγεβρα με μιαν άλλη ράτσα αριθμών που "μετρά τα πράγματα αλλιώς, με της σιωπής το παραλάλημα -μονάδα". Ψηλαφεί το ένα "το Αιώνιο που χάρη στο σπέρμα του Αριθμού, θα σχίστηκε τουλάχιστο στα δυο κι έτσι θεσπίστηκε η αρχέγονη σχέση ανάμεσα σε τούτο και το άλλο". Προχωρά την αριθμητική του έως τα έσχατα όρια όπου αρχίζει και τρίζει. Αναρωτιέται αν είναι ενάριθμο το Χάος. Oι αριθμοί που πολιορκούν να το εκφράσουν στέκονται ανάπηροι και άλαλοι μπροστά του. Επαναλαμβάνοντας τον Χάιζεμπεργκ, δηλώνει ότι "δυο γλώσσες έχει ο άνθρωπος για να αντιμετωπίσει την παγκοσμιότητα, τα μαθηματικά και την ποίηση".Η αναγνώριση αυτή του επιστημονικού λόγου δεν είναι βέβαια η άκριτη πίστη του Λωτρεαμόν, εκατόν είκοσι χρόνια πριν, ο οποίος θεωρούσε τα Μαθηματικά έκφραση της υπέρτατης αλήθειας και της αρμονίας του σύμπαντος.

"Των αιώνων το τέλος θα δει πάνω στα ερείπια του Χρόνου, τους καββαλιστικούς αριθμούς σας, τις λακωνικές σας εξισώσεις και τις γλυπτικές γραμμές σας, να εδρεύουν στην εκδικήτρα Δεξιά του Παντοδύναμου". (Τα άσματα του Μαλντορόρ- Άσμα δεύτερο)
Αν λοιπόν, ο Λωτρεαμόν έδειχνε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Ορθό Λόγο, επηρεασμένος από το πνεύμα της εποχής του, ο Ε.Κ. καταγράφει τις παρενέργειες του, τη συρρίκνωσή του σε μια θλιμμένη λογική που "φθείρεται σε ταπεινότητες ή το χειρότερο όταν ματώνει σε βάτα αγκαθερά, σε τετριμμένα".
Yψομανής, "παραιτημένος τα ευκλείδεια ή πλεούμενος των οραματισμών" αναζητά, όχι το φορμαλισμό και την τυποποίηση των Μαθηματικών, μα το μεγάλο ποιητικό διασκελισμό των μη ευκλείδειων γεωμετριών που εισάγουν σε νέους κόσμους. Μετά το Μπρετόν ο λόγος απαλλάσσεται από την καρτεσιανή μέγγενη, τη βαριά καντιανή πανοπλία και ξανοίγεται στην πολλαπλότητα των ερμηνειών και το οργιαστικό παιχνίδι των συνειρμών. Η φαντασία γίνεται "νεφέλη τίγρεων", τα σημεία του ορίζοντα δεκαεννέα και ο χώρος ν-διάστατος, όπου λάμπει η "πάμφωτη η αταξία των πραγμάτων".
"Και τι λευτεριά σαν μπορέσεις νά σαι πέρα από τις ερμηνείες, σαν θ' αφήσεις πίσω σου τις λέξεις".
Ο υπερρεαλισμός του οποίου, έργω και λόγω θερμός υπερασπιστής είναι ο Ε.Κ., διευρύνει και υπερβαίνει μια πραγματικότητα που τείνει να μας επιβληθεί ως μοναδική. Είναι μια άσκηση ελευθερίας και επιστροφή στην αρχέγονη αθωότητα. Το ποίημα είναι πια "ανάγλυφο βυθού". Η πένα ποντίζεται σε άπατα νερά, "προς του ονείρου μας γλιστράει τα ύφαλα δεμένο ως είναι και λικνίζεται πλάι σε σκούνες" για να ανασύρει καινούργια ονόματα και "βουλιαγμένους αντικυκλώνες"
Η ποίησή του με την υπερρεαλιστική του τόλμη, προσπαθεί να συλλαβίσει "το μη λεγόμενο", το άγλωσσο Χάος, για να "δεις τα σχήματα που είναι ανίδωτα ν' ακούσεις λέξεις που εντός τους κλείστηκαν αρχαία τζιτζίκια και που σωπαίνουν από μόνες τους μη γίνουν λόγος και μόνον in hyperbola ηχούν", αφού τα πράγματα με την έξοδό τους στην επιφάνεια του λόγου, απ' τη σιωπή όπου ωριμάζουν, καταργούνται τη στιγμή που ονοματίζονται, διαρρέει η περίσσεια των σημασιών τους και οι λέξεις γίνονται τα καχεκτικά σκέλεθρα του ανείπωτου. Γι’ αυτό και η αγωνία της ποίησης, στη μάχη της με τη γλώσσα, να βρει την κερκόπορτα του άρρητου. Ερωτεύεται την ουσία, πλαγιάζει με τη σκιά της. Αγωνίζεται με υπαινιγμούς και παραβολές σε μια διαρκή πάλη με το ανέφικτο.
Ο έρωτας, ως αξία ζωής και δύναμη λυτρωτική, διατρέχει το σύνολο του έργου του. 'Ερωτας λυσιμελής, αναμάρτητος, γίγαντας. Οδοιπορία σε "κορμιά γεμάτα φυσαρμόνικες" που καταλήγει στην πόρτα του μυστηρίου. "Περίεργο που τα ζυγωματικά σου παίζουνε τέτοιο ρόλο στην αναψηλάφηση των μυστηρίων." 'Ερωτας άγια μετάληψη, αέναον ιστίον που διασχίζει το χρόνο.

"'Οταν μετά αιώνες οι σκαπάνες σ' αρχαίο τάφο βρίσκοντες τα οστά μου θα δούνε πάνω τους να φωσφορίζει τ' όνομά σου άραγε θα ξαφνιαστούν; θα καταλάβουν; θά ναι ως τότε ακόμα ο έρωτας πνοή πρωιού επάνω στο τριφύλλι; θα βλασταίνει ακόμα τούτο στον πλανήτη όταν οι σκαπάνες;"
Υπάρχει, όμως, και ο έρωτας πληγή, μαχαίρι που έκανε το χρέος του. 'Οταν η απουσία του άλλου γίνεται μοναξιά που δαγκώνει, ερημιά που πρέπει να πορευθείς, βουβός λυγμός που απλώνει ρίζες στα σκοτεινά εσωτερικά τοπία.

"Θάρθει με φίδια η γαλήνη που είσαι;".
"'Εφυγες. λυσίκομο σκυλί η μοναξιά μου κουφάθηκε στο λιόκαμα στ' αγριολίθαρα να σ' αναζητάει".

Γιατί μαζί με τον έρωτα, μετά τα ουράνια ταξίδια όπου τροχιοδρομούσες τα σύννεφα, παραμονεύει η πτώση και η αποκαθήλωση, και βρίσκεσαι "πάλι μόνος. Ιη perpetuum". Μια μοναχικότητα βαθιά, παντοτινή, υπαρξιακή.
Η Ιστορία είναι μία από τις πηγές που αρδεύουν τις σελίδες των βιβλίων του, τα οποία είναι κατάστικτα από σχετικές αναφορές. Η ελληνική μνήμη ανατέμνεται και τα γεγονότα εξορύσσονται για να φωτιστούν διαφορετικά. Τα πρόσωπα εξέρχονται από τον ιστορικό χρόνο για να συνυπάρξουν στο ποιητικό παρόν.

"Συζητούνε καθισμένοι στο μουράγιο με το Νέστορα, τον άγιο Γεράσιμο, το Νότη Μπότσαρη για την ανάσταση του γένους".
Η Ιστορία δεν προσλαμβάνεται μόνον με το μάτι που καταγράφει ψυχρά, αλλά κυκλοφορεί ενδοφλεβίως σε μια ποίηση που αισθάνεται, λυπάται οργίζεται, όταν βλέπει "να παροπλίζονται τα πλοία των Αχαιών, ν' αλλάζουν σημαία", να "σκορπίζουν τα μαλλιά του Αγαμέμνονα". Ψάχνει "την αστροφεγγιά που κρατούσε κατ' ευθείαν απ' τη γενιά των Ατρειδών" μα έσβησε από τα σύννεφα των εκποιήσεων και των συμβιβασμών.
Καταθέτει όμως την αγωνία του και για τη δική του γενιά. Μεταγγίζει αίμα στα όνειρά της, για να εισπράξει τη διάψευση. Την εξορία του στη Μακρόνησο, τις δικές του περιπέτειες, τις περιέβαλε με τη σεμνή σιωπή. Δεν προσπάθησε ποτέ να τις εκταμιεύσει ή να περιβληθεί το φωτοστέφανο του αγωνιστή. Δεν ζήτησε το ελάχιστο. Η φωνή του ρωμαλέα και ατίθαση απέναντι σε όσους "απ' τις αξίες προτιμούν τ' αξιώματα" δίνει την προσωπική του πολιτική ηθική. 'Ύψωσε "το ανάστημά σου που τους καταργεί"Ο Ε.Κ., από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς του, κεραμουργεί με φωνήεντα μια ποίηση περήφανη που ενσωματώνει την ανιδιοτέλεια ως στάση ζωής. Μας ξεναγεί στους πολύχρωμους ποιητικούς του βυθούς όπου ακούμε "τη φωνή του νερού" και βλέπουμε " της πέτρας την έπαρση". Γεωμετρεί, εν τέλει, την ψυχή και τον κόσμο με μονάδα τις ακριβές συγκινήσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αναγνώστες