Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Καλό Πάσχα

Η Πολιτική Επιθεώρηση εύχεται στους εκλεκτούς αναγνώστες της Χρόνια Πολλά και Καλή Ανάσταση.

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Τρεις πλάνες και μία αλήθεια


Του Γιώργου Παγουλάτου, Καθημερινή

Εβδομάδες σύγχυσης οι τελευταίες για έναν σκεπτόμενο πολίτη. Από τη μια, οικονομικοί αναλυτές με αγελαία αντανακλαστικά τον καλούσαν να πανηγυρίσει την έξοδο στις αγορές. Από την άλλη, μια αντιπολίτευση σε υστερία τον εξόρκιζε να τα θεωρήσει όλα μια καλοστημένη κυβερνητική απάτη. Τι συμβαίνει λοιπόν;
1η πλάνη: Η χώρα βγήκε επιτυχώς στις αγορές διότι οι επενδυτές περιμένουν την ανάπτυξη.
Οχι. Οι ξένοι επενδυτές συνέρρευσαν μαζικά να αγοράσουν το πενταετές ομόλογο γιατί περιμένουν συμφέρουσες αποδόσεις στην επένδυσή τους, που έχει υψηλό επιτόκιο, ασφάλεια ισχυρού νομίσματος, χωρίς κίνδυνο χρεοκοπίας. Η ανάπτυξη είναι άλλο θέμα. Αλλά η Ελλάδα δεν θεωρείται πια οικονομία υψηλού κινδύνου, και αυτό είναι μεγάλη υπόθεση αν σκεφτεί κανείς από τι περάσαμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

2η πλάνη: Ηταν άχρηστη, αν όχι επιζήμια, η έξοδος στις αγορές.
«Μέρα πένθους και όχι χαράς», έγραψε κάποιος. Ούτε άχρηστη, ούτε επιζήμια, ούτε σωτήρια. Ομως αναμφίβολα θετική. Τέσσερα χρόνια τώρα, η διεθνής εικόνα της Ελλάδας ήταν συνώνυμη της αποτυχίας, αποκλεισμένη από τις αγορές, επιβιώνουσα χάρη στην έκτακτη αιμοδοσία των ξένων. Η εκδήλωση επενδυτικού ενδιαφέροντος αντιστρέφει το αρνητικό στερεότυπο. Τροφοδοτεί θετικές προσδοκίες. Και βοηθά στη γενική αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού. Δεν είναι η έξοδος από την κρίση, αλλά είναι η αρχή της εξόδου.

Μετά το ομόλογο. Επιτόκια, χρέος, μεταρρυθμίσεις και το στοίχημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης

 Της Ελίζας Παπαδάκη, ΝΕΑ
Η πρώτη επιτυχής έκδοση ελληνικού κρατικού ομολόγου ύστερα από μια τετραετία έδωσε λαβή σε ζωηρή συζήτηση μέσα στη χώρα και διεθνώς. Πέρα από την αξιολόγηση του ίδιου του συμβάντος, διατυπώθηκαν άφθονες κρίσεις γύρω από την ελληνική οικονομία και την ευρωζώνη με την έμφαση, από διάφορες πλευρές, και πάλι στη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Ομως καθόλου σχεδόν δεν αναδείχθηκαν ζητήματα που να σχετίζονται με την αναγκαία παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Αν αυτό αποτελεί το μεγάλο κενό των εδώ πολιτικών διεργασιών όλα τα χρόνια της κρίσης, είναι επίσης χαρακτηριστικό για τις προσεγγίσεις που επικρατούν στον κυριαρχούμενο από τη χρηματοοικονομία σημερινό κόσμο. Χωρίς παραγωγική ανασυγκρότηση ωστόσο δεν θα έχουμε βιώσιμη ανάπτυξη για να αυξάνονται ξανά τα εισοδήματα και η απασχόληση, οπότε ούτε το χρέος μπορεί να γίνει βιώσιμο - όχι το τωρινό μόνο, που ξεπερνά το 170% του ΑΕΠ, αλλά έστω και στο μισό αν κοβόταν. Από αυτή τη σκοπιά έχει επομένως ενδιαφέρον να ξαναδούμε τα επιχειρήματα, υπέρ και κατά, που ακούστηκαν το περασμένο επταήμερο. Επιτόκια: Ως μέγιστη επιτυχία πανηγύρισε η κυβέρνηση το 4,95% που απέσπασε από τις αγορές για το ομόλογο των 3 δισ. ευρώ, αλλά το επιτόκιο αυτό είναι υπερδιπλάσιο εκείνου που πληρώνουμε για τον κύριο όγκο του (ρυθμισμένου) χρέους σε ευρωζώνη και ΔΝΤ.

Και εμείς και αυτοί

 
Του Παναγή Παναγιωτόπουλου, ΝΕΑ
Η ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια έχει λοιδορηθεί έξωθεν και έσωθεν και έχει μαστιγωθεί όσο καμία άλλη. Το έκαναν ο διεθνής Τύπος αλλά και η γερμανική κυβέρνηση. Ακούστηκε από τα χείλη των θεσμικών πιστωτών μας και ενισχύθηκε από τους εγχώριους δημοσιολογούντες, τους ζηλωτές μιας επείγουσας κοινωνικής αναμόρφωσης: η κοινωνία μας δεν είναι Κοινωνία μα πλέγμα αρχαϊκών πολιτισμικών έξεων, ιστορικό ρίζωμα οθωμανικής αδράνειας, άτυπος θύλακος ανομίας, χρήστης κανιβαλιστικών προνομίων, ατελείωτος πελατειακός ιστός που βαμπιρίζει τα παιδιά του. Επί πέντε χρόνια επιβάλλεται αυτή η ρητορική καταδίκη της ίδιας της ζωής μας, της σάρκινης καθημερινότητας και του ηθικού μας ορίζοντα. Ετσι, ένα μεγάλο μέρος της ελίτ, αντί να επικεντρωθεί στην κριτική των θεσμικών δυσλειτουργιών της οικονομίας, να προετοιμάσει και να συνοδεύσει την κοινωνία στην αναγκαστική, οδυνηρή μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, προτίμησε την επίκριση της κοινωνίας, πιέζοντάς μας να ομολογήσουμε ότι δεν είμαστε μια δυτική κοινωνία, μια καλή κοινωνία. Οι πολιτισμικές πρακτικές των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων ταυτίστηκαν με το άηθες ξόδεμα και τη φοροδιαφυγή. Η δεκαετία του ʼ80 απορρίφθηκε ως μήτρα της κολασμένης ευδαιμονίας, η επινοημένη εγκράτεια παλαιότερων εποχών αποθεώθηκε, το ποπ σκυλάδικο της δεκαετίας του ʼ90 ταυτίστηκε με τις ατελέσφορες μεταρρυθμίσεις του Σημίτη·

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Η σκοτεινή πλευρά του καλού

Του Γιώργου Γιαννου­λόπουλου, Εφημερίδα των Συντακτών
 Ισως το πιο δύσκολο ερώτημα με το οποίο καλούνται να αναμετρηθούν όσοι παραμένουν αριστεροί είναι πώς ο αγώνας κατά της ανισότητας, της αδικίας και της εκμετάλλευσης κατέληξε στο έρεβος του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Πολλές και διάφορες οι απαντήσεις. Οποια κι αν διαλέξουμε όμως, η συζήτηση μετατίθεται σε ένα ανώτερο επίπεδο, όπου μας περιμένει μια αντίφαση φωλιασμένη στη φύση του «καλού»: από τη μια εμφανίζεται ως απλό και απόλυτα θετικό, ενώ από την άλλη όποτε εμπλέκεται με την πραγματικότητα έρχονται στο φως οι σκοτεινές πλευρές και η πολυπλοκότητά του. Η αναπόφευκτη ταλάντευση ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα προσδίδει στη μοίρα του αριστερού μια διάσταση τραγική. Μάλλον το αντίθετο ισχύει για τους Ελληνες (νεο)φιλελεύθερους. Πιστεύουν ότι το «καλό» που ευαγγελίζονται, και το οποίο περιτυλίγουν με τις αρετές της ελευθερίας, της δημιουργικότητας και του αυτοκαθορισμού, είναι όντως απλό και απόλυτα θετικό. Ο λόγος τους, όπως και ο λόγος της Αριστεράς στις δεκαετίες της Μεταπολίτευσης ή μάλλον μέχρι το ‘89, έχει συχνά μια αλαζονική χροιά· χαρακτηρίζεται από την αίσθηση ανωτερότητας και τη σιγουριά που συνοδεύει την κατάδειξη του προφανούς που μόνο εκείνοι βλέπουν, υποδηλώνοντας ότι όσοι διαφωνούν είναι είτε ηλίθιοι είτε ένοχοι. Πριν όμως τους απορρίψουμε με την ίδια ευκολία, θα πρέπει να μπούμε στη θέση τους, να δούμε τον κόσμο με τα δικά τους μάτια.

Ο Αρης, το τζαμί και η Νέα Υόρκη

Της Ξένιας Κουναλάκη, Καθημερινή
Οταν μιλάει για το τζαμί ο υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων Αρης Σπηλιωτόπουλος επιλέγει προσεκτικά τις λέξεις που χρησιμοποιεί. Το μουσουλμανικό τέμενος δεν κατασκευάζεται, «φυτεύεται». Το κτίριο, το οποίο σημειωτέον είχε προσφερθεί να σχεδιάσει χωρίς αμοιβή η παγκοσμίου φήμης αρχιτεκτόνισσα Ζάχα Χαντίντ, είναι βέβαιο ότι θα είναι άλλο ένα «τσιμεντούργημα». Τέλος, ο κ. Σπηλιωτόπουλος ξέρει ότι τζαμί σημαίνει νέος «πόλος λαθρομετανάστευσης», «τσαντίρια» και «τριτοκοσμικά παζάρια». Αν αυτό που τον ενοχλεί είναι απλώς το αισθητικό κομμάτι, μάλλον δεν έχει μπει εσχάτως σε νεόδμητη εκκλησία ούτε έχει περάσει από συνοικιακό πανηγύρι, ανήμερα τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου ή της Αγίας Παρασκευής. Αν πάλι, που είναι και το πιθανότερο, θεωρεί ότι μπορεί να διεμβολήσει την ακροδεξιά ψήφο στην Αθήνα δημιουργώντας εμμέσως και αμέσως επικίνδυνους συνειρμούς πως όλοι οι μουσουλμάνοι δεν έχουν άδειες παραμονής και είναι δυνάμει εγκληματίες, τότε το φλερτ του με τη Χρυσή Αυγή λαμβάνει «μπαλτάκειες» διαστάσεις. «…μετά το 1990 και καθώς μπαίνουμε στον 21ο αιώνα, η άκρα δεξιά θεωρεί πια ότι το μεταναστευτικό στην ολότητά του δεν είναι ένα θέμα που μπορεί να κινητοποιήσει πάρα πολύ. Σε γενικές γραμμές, ο μετανάστης δεν αποτελεί ένα καθαυτό διακύβευμα. Τα κράτη ώς ένα σημείο ρυθμίζουν τις σχέσεις τους με τους μετανάστες. Και έτσι στρέφεται η προσοχή στον μουσουλμάνο. Και βοηθάει και η 11η Σεπτεμβρίου σε αυτό, καθώς και όλη αυτή η ταύτιση του Ισλάμ με την τρομοκρατία», εξηγεί η αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Βασιλική Γεωργιάδου, σε συνέντευξή της στη Lifo, που δημοσιεύτηκε χθες στην ιστοσελίδα του αθηναϊκού free press.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Η αρχή του τέλους του παραλογισμού των «αντιμνημονιακών μετώπων»


Του Φώτη Γεωργελέ, Athens Voice
Την άνοιξη του 2010 η χώρα μας ζήτησε από την αγορά 1 δις. Παρ’ όλο που από το 2008 τα επιτόκια συνεχώς ανέβαιναν σε ύψη που έκαναν το δανεισμό ασύμφορο, η έκδοση του ομολόγου απέτυχε. Ακόμα και με αυτά τα υψηλά επιτόκια δεν βρέθηκε κανείς να μας δανείσει, συγκεντρώθηκαν περίπου 300 εκατομμύρια. Η Ελλάδα ήταν στα πρόθυρα της στάσης πληρωμών. Το ελληνικό κράτος χρειαζόταν 25 δις το χρόνο δανεικά, μόνο για να καλύψει τα έξοδά του, κατανάλωνε δηλαδή 25 δις περισσότερα από τα έσοδά του. Τα οποία δεν μπορούσε πια να δανειστεί. Κατέφυγε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία με ένα γιγαντιαίο πακέτο διάσωσης συνέχισε να μας δανείζει μέχρι τη μέρα που τα ετήσια ελλείμματα θα μηδενίζονταν. Την άνοιξη του 2014 η Ελλάδα ζήτησε από τις αγορές 3 δις με επιτόκιο χαμηλότερο κι από την εποχή πριν την κρίση. Προσφέρθηκαν παραπάνω από 20 δις. Η Ελλάδα επέστρεψε στις κανονικές συνθήκες. Ο κίνδυνος της πτώχευσης απομακρύνθηκε. Η χώρα το πέτυχε αυτό γιατί μέσα σε 4 χρόνια, από 25 δις έλλειμμα κατάφερε να φτάσει σε πρωτογενές πλεόνασμα. Το πέτυχε με τον πιο δύσκολο, τον πιο οδυνηρό και τον πιο άδικο τρόπο. Μόνο με μια σαρωτική λιτότητα και ελάχιστα με ανάπτυξη της παραγωγής. Λιτότητα που επιπλέον επιβάρυνε περισσότερο τα ασθενέστερα στρώματα τα οποία επιφορτίστηκαν και με το μερίδιο των πιο προνομιούχων οι οποίοι κατάφεραν να μειώσουν τις απώλειες που τους αναλογούσαν. Η λιτότητα δεν ήταν δίκαιη.

Η πατρίς ευγνωμονούσα

 Του Τάκη Θεοδωρόπουλου, Καθημερινή
Είναι δυνατόν να λες ότι η Ευρώπη περνάει δύσκολες στιγμές, να υποστηρίζεις ότι πρέπει να αναβαθμιστεί ο ρόλος του ευρωκοινοβουλίου για να ενισχυθούν οι δημοκρατικοί θεσμοί, είναι δυνατόν να ανησυχείς για την άνοδο της ακροδεξιάς και η πολιτική σου απάντηση να είναι ο Λαζόπουλος και ο συμπαθέστατος κατά τα λοιπά του καθήκοντα κύριος Ζαγοράκης;
Το έπιασε το υπονοούμενο ο κ. Ζαγοράκης. Οταν το καθήκον σε καλεί, οφείλεις να ανταποκριθείς αμέσως. Οι καιροί ου μενετοί. Και επειδή «ου μενετοί» δεν μπορείς να χάσεις χρόνο για να ψάχνεις ποιο είναι το καθήκον στο οποίο πρέπει να ανταποκριθείς. Ανταποκρίσου πρώτα να τελειώνουμε και μετά βλέπουμε και σε ποιο καθήκον ανταποκρίθηκες. Υπάρχουν βεβαίως καθήκοντα και καθήκοντα, ενίοτε δε τα καθήκοντα αυτά συγκρούονται μεταξύ τους. Διότι τον κ. Ζαγοράκη τον ήθελε και ο κ. Ιωαννίδης στην περιφέρεια Μακεδονίας, όπου και διευκρίνισε ότι η παρουσία του θα εξισορροπούσε κάπως τη σχέση με τον ΠΑΟΚ. Στο σημείο αυτό οφείλω να ομολογήσω ότι ο πήχυς των πολιτικών κριτηρίων έχει ανέβει τόσο ψηλά που δυσκολεύομαι να τον παρακολουθήσω. Και εννοείται ότι δεν παύω να μένω κεχηνώς, να με ένα στόμα ανοιχτό τόσο μετά συγχωρήσεως, από τους επαγγελματίες της πολιτικής, τον τρόπο που σκέφτονται και τα υπολογίζουν όλα.

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Η μεταρρυθμιστική νομοτέλεια

Του Κίμωνα Χατζηµπίρου, ΝΕΑ

Οι ελιές (Olea europaea) μπορούν να είναι αιωνόβια δένδρα με ύψος που φθάνει τα 20 μέτρα ή χαμηλοί θάμνοι, οι γνωστές αγριελιές. Τα νερά των ποταμών είναι καθαρά και ορμητικά στα ορεινά, αλλά λασπώδη και αργοκίνητα στις εκβολές. Τα κοινωνικά φαινόμενα όμως δεν αναφέρονται ούτε σε ελιές ούτε σε ποτάμια. Τα πολιτικά κόμματα στον Δυτικό κόσμο δεν υιοθετούν ολιστικές πολιτικές και αποφεύγουν να μιλούν για ένα υποτιθέμενο γενικό συμφέρον. Αντ’ αυτού, κατά κανόνα προωθούν υπαρκτά επιμέρους συμφέροντα διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων και προχωρούν, αν χρειαστεί, σε συμμαχίες και λογικούς συμβιβασμούς. Το Ποτάμι υποστηρίζεται από σημαντικούς ανθρώπους της κοινωνίας των πολιτών, υπόσχεται να αναδείξει άφθαρτα πρόσωπα, διατυπώνει απόψεις που βρίσκονται κοντά στην κοινή λογική, αλλά οι θέσεις του δεν παύουν προς το παρόν να είναι αόριστες, αποσπασματικές και λίγο απ’ όλα. Στο ευρωψηφοδέλτιο της Ελιάς εμφανίζεται μια πλειονότητα αξιόλογων νέων ανθρώπων, αλλά μαζί με πρώην βουλευτές, συνδικαλιστές ή στελέχη των μηχανισμών. Συνθήματα όπως ιστορική δημοκρατική παράταξη και γενικόλογες θέσεις με ευχολόγια παραπέμπουν σε παλιές λογικές που ταιριάζουν στο «όλον ΠΑΣΟΚ». Μπορεί η μάχη των εκλογών να δίνεται μέσα από την Ελιά αλλά η εκλογική επιτροπή και οι τοπικές οργανώσεις είναι παλαιοκομματικές, οι δε αποφάσεις μονοπωλούνται από την ηγεσία του κόμματος. Όταν αναμειγνύονται παντός είδους λαϊκισμοί, λανθάνοντες εθνικισμοί, φιλοευρωπαϊσμοί, σοσιαλδημοκρατίες, θολές αντιλήψεις, ηθικοπλαστικές προτροπές, φθαρμένα και άφθαρτα πρόσωπα, πώς θα καθοδηγηθεί η κοινωνία για να κατανοήσει τα λογικά και υλικά αίτια των όσων συμβαίνουν;

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Καπιταλισμός και πίστη

 
Του Γιώργου Σιακαντάρη, ΝΕΑ
Ακόμη από την εποχή των σοφιστών και βεβαίως πολύ περισσότερο μετά την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, υπήρξαν αρκετές φωνές που ισχυρίζονταν ότι η πίστη του ανθρώπου σε μια ανώτερη δύναμη δημιουργίας του κόσμου θα εξαφανιστεί. Έκαναν λάθος. Δεν θα μείνω εδώ στο γεγονός ότι ακόμα όταν η Αναγέννηση προέβλεπε τον θάνατο του Θεού, στην τέχνη δέσποζε η χριστιανικο-θρησκευτική θεματική. Ούτε ότι υπήρξαν και πάρα πολλοί διαφωτιστές και επιστήμονες που ποτέ δεν αποξενώθηκαν από το θρησκευτικό τελετουργικό. Ακόμη και σήμερα όμως η πίστη σε μια υπερφυσική δύναμη όχι μόνο δεν εξαφανίζεται, αλλά καταλαμβάνει μεγάλο χώρο στις καρδιές πάρα πολλών ανθρώπων. Εκείνο που χάνεται δεν είναι η προσωπική πίστη, αλλά η πίστη ως αρχή συγκρότησης του κόσμου. Πίστη και επιβίωση είναι αλληλένδετα συνδεδεμένες στον προνεωτερικό κόσμο. Ο Θεός είναι η αρχή πάνω στην οποία συγκροτείται η ενιαία αντικειμενική και η υποκειμενική πραγματικότητα του προνεωτερικού ανθρώπου. Οι προνεωτερικές κοινωνίες είναι κοινωνίες στις οποίες η ζωή των ανθρώπων είναι άμεσα εξαρτημένη από ανθρώπους που εκφράζουν τέτοιες αυθεντίες (μονάρχης, ευγενείς, κλήρος). Αυτές οι αυθεντίες καθορίζουν κάθε πτυχή της ζωής. Η αντικειμενική ζωή των ανθρώπων εξαρτάται από την υπακοή στις αυθεντίες, ενώ η υποκειμενική υπέρβαση των δυσκολιών της ζωής εξαρτάται από την πίστη στην υπερφυσική πραγματικότητα. Αντικειμενικός και υποκειμενικός κόσμος συγχωνεύονται.

Ζακ Λε Γκοφ: Η γνώση της Ιστορίας

Από τον Θανάση Γιαλκέτση, Εφημερίδα των Συντακτών
Μία από τις μεγάλες μορφές του σύγχρονου ευρωπαϊκού πνεύματος, ο Γάλλος ιστορικός Ζακ Λε Γκοφ, πέθανε την 1η Απριλίου στο Παρίσι σε ηλικία 90 ετών. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Ζακ Λε Γκοφ στην Ιταλίδα ιστορικό Ντανιέλα Ρομανιόλι τον Οκτώβριο του 2005, στο πλαίσιο της εκδήλωσης Festa della storia, που οργάνωσε το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια.
• Ζακ Λε Γκοφ, είναι δυνατό να μελετάμε την πρόσφατη Ιστορία χωρίς να έχουμε μια γνώση, την πληρέστερη και βαθύτερη δυνατή, του μεσαιωνικού παρελθόντος αλλά και της αρχαιότητας;
Αν και η Ιστορία γνώρισε ορισμένες μεγάλες αναταράξεις, όπως για παράδειγμα την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία εξάλλου υπήρξε μια μακρά διαδικασία, ή τη Γαλλική Επανάσταση, που ήταν μια πιο βίαιη έκρηξη, αυτή όμως σημαδεύεται ουσιαστικά από τη συνέχεια. Η Ιστορία είναι μνήμη. Μια μνήμη που οι ιστορικοί προσπαθούν, με τη μελέτη των τεκμηρίων, να την καταστήσουν αντικειμενική, να την κάνουν, όσο αυτό είναι δυνατό, να ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Αλλά είναι ωστόσο πάντοτε μνήμη. Το να μην προτείνουμε στους νέους μια γνώση της Ιστορίας, η οποία θα ανατρέχει στις θεμελιώδεις και μακρινές περιόδους του παρελθόντος, ισοδυναμεί με το να κάνουμε αυτούς τους νέους ορφανά του παρελθόντος και με το να τους στερούμε τα μέσα για να σκέφτονται σωστά τον κόσμο μας και για να μπορούν να δρουν ορθά. Εγώ άλλωστε είμαι, ως μαθητής του Φερνάν Μπροντέλ αλλά και με τρόπο θα λέγαμε ανεξάρτητο, δεδηλωμένος υπέρμαχος της Ιστορίας ως μακράς διάρκειας. Τα πιο σημαντικά γεγονότα της Ιστορίας είναι εκείνα που διαρκούν, που ωριμάζουν, εκείνα που διαμορφώνουν το καρπερό χώμα της συλλογικής μας ύπαρξης, όπως το καρπερό χώμα επιτρέπει να καλλιεργούμε και να κάνουμε να αποδίδει καρπούς ένα έδαφος.

Αόρατοι συμπολίτες

Tου Γιάννη Παπαθεοδώρου,  http://dimartblog.com
Μία από τις πιο συνηθισμένες «καραμέλες» της σύγχρονης πολιτικής ρητορικής είναι τα δημοψηφίσματα. Παραπέμποντας σε μια μάλλον ακαθόριστη φαντασίωση «άμεσης δημοκρατίας», τα δημοψηφίσματα θεωρήθηκαν η καρδιά της πολιτικής αντιπροσώπευσης, σε τοπικό, εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Στην Ελλάδα, η λέξη λειτούργησε καταχρηστικά τόσο στο λόγο των αριστερών δημαγωγών  –μόλις χτες, πάλι, ένα κομμάτι της αξιωματικής αντιπολίτευσης ζήτησε δημοψήφισμα για το ευρώ– όσο και στο λόγο των κεντροαριστερών της πρόσφατης παπανδρεϊκής περιόδου. Τα δημοψηφίσματα μεταβίβασαν το συμβολικό τους φορτίο τόσο στο μύθο της «αντίστασης» όσο και στο μύθο της «συμμετοχικής δημοκρατίας». Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: τα (ευτυχώς, μηδέποτε γενόμενα) δημοψηφίσματα έγιναν το μεταπολιτικό υποκατάστατο της πραγματικής πολιτικής, στο όνομα της «κοινωνίας των πολιτών». Η λέξη «κάηκε» προτού βρει ένα πραγματικό πεδίο σοβαρής εφαρμογής, ακριβώς επειδή εντάχτηκε στη γνωστή παλαιοκομματική «λατρεία του λαού».

Η ακροδεξιά επέλαση στο Διαδίκτυο


Του Πάσχου Μανδραβέλη, Καθημερινή
Ο δηλωμένος χρυσαυγίτης στο περίπτερο της Κυψέλης είχε «άποψη» για όλα: για τα φωνήεντα που μας κλέβουν οι ξένοι· για τον βρώμικο ρόλο της Μαρίας Ρεπούση· για το παγκόσμιο εβραϊκό σύστημα που κάπως διαπλεκόταν με τον Κίσινγκερ και είχε βασικό στόχο την καταστροφή του ελληνικού πολιτισμού· για τα δάνεια των Ρώσων που δεν μας άφησαν να πάρουμε οι Ευρωπαίοι· για τους προδότες πολιτικούς που έκαναν την Ελλάδα υπερχρεωμένη και υποτελή. Για κάθε πρόβλημα είχε μία συνωμοσία και μία τακτική, που θα τη βαφτίζαμε «υπερσυνδεσμοποίηση». Ως γνωστόν, στο Διαδίκτυο τα κείμενα έχουν κάποιες λέξεις-συνδέσμους με άλλα κείμενα (hyperlinks, υπερσυνδέσμους) που είτε επιτρέπουν την εμβάθυνση σε κάποιες πτυχές του κειμένου ή συνήθως παρασέρνουν τον μη συστηματικό αναγνώστη με αποτέλεσμα να μη διαβάσει ποτέ κάποιο κείμενο ολόκληρο. Το χειρότερο είναι ότι μπορεί να χαθεί στον ωκεανό των πληροφοριών: από υπερσύνδεσμο σε υπερσύνδεσμο μπορεί κάποιος να ξεκινήσει από την ελληνική οικονομία και πολύ γρήγορα να καταλήξει στα «υπερόπλα των Ρώσων». Κάπως έτσι γινόταν και η συζήτηση με τον δηλωμένο χρυσαυγίτη της Κυψέλης. Λέξη με λέξη, είχαν μπερδευτεί όλα. Και μάλιστα με αναλογία 30% πραγματικά γεγονότα ως βάση, 70% φαντασιοκοπίες ως εποικοδόμημα. Στην αμφισβήτηση των τελευταίων υπήρχε μία ερώτηση «καλά, Ιντερνετ δεν έχεις εσύ; Δεν διαβάζεις τίποτε;».

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Το αντίδοτο στον κυνισμό


Του Τάκη Θεοδωρόπουλου, Καθημερινή
Το πρόβλημα με όσους επιδίδονται στην αποδόμηση των εθνικών συλλογικών μύθων, με την ίδια ευκολία με την οποία άλλοι τούς υποστηρίζουν, είναι ότι στα ερείπιά τους δεν αναδύεται πάντα η λάμψη της αλήθειας. Το αντίθετο θα έλεγα, και αν κρίνουμε από την ιστορική μας πείρα, στα ερείπια των συλλογικών μύθων φύονται με τη μεγαλύτερη άνεση ο κυνισμός και η απαξίωση. Δύο καταλυτικές «αρετές» της απομυθοποίησης. Απαξίωση και κυνισμός σαν αυτόν που επεδείκνυαν τα επαναστατημένα παιδιά του Μάη του ’68 όταν αποκαλούσαν τον πρύτανη της Ναντέρ φασίστα, παρά το γεγονός ότι αυτός ο «φασίστας» είχε συμμετάσχει στην Αντίσταση και είχε οδηγηθεί σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως επί γερμανικής κατοχής. Εμπειρία που ούτε τους περνούσε από το μυαλό ότι θα μπορούσαν να τη ζήσουν τα παιδιά της σεξουαλικής απελευθέρωσης με τις επαναστατικές περγαμηνές της σφαλιάρας που τους έδωσε κάποτε κάποιος αστυνομικός. Στα δικά μας τώρα, πιστεύω πως αυτή η εμμονή στην απομυθοποίηση ήταν ένα από τα πιο ύπουλα και υποδόρια κληροδοτήματα της δικτατορίας και μία από τις μεγαλύτερες εμμονές της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η δικτατορία γελοιοποίησε με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο όλους τους εθνικούς μας μύθους. Η Μεταπολίτευση δεν είχε και πολλή δουλειά να κάνει. Της έφτανε να γελάει με το ήδη «γελοίο» και να φωνασκεί εναντίον όσων τολμούσαν να αρθρώσουν έστω και μία λέξη για να τους υπερασπιστούν. Οχι πάντα αδίκως εννοείται. Το αποτέλεσμα όμως της απαξίωσης της συλλογικής μας ύπαρξης το ζήσαμε τις τελευταίες δεκαετίες.

Οι μεταφραστικές επιλογές του Κώστα Φιλίνη

Του Παναγιώτη Νούτσου, Αυγή, ΕΝΘΕΜΑΤΑ
Από την οπτική της ιστορίας των κοινωνικών και πολιτικών ιδεών, ο Κώστας Φιλίνης θα μπορούσε να αποτιμηθεί ως αξιοζήλευτος μεταφραστής ομόλογων κειμένων, τα οποία δημοσιεύονται στα ελληνικά και σε εξαιρετικά κατάλληλες χρονικές στιγμές. Όχι, βέβαια, πως και η πολιτική του αρθρογραφία, την ίδια περίοδο, δεν σήμαινε καίριες παρεμβάσεις στην εκδίπλωση αξιοσημείωτων σταθμών της εγχώριας Αριστεράς.Ενδεικτικά στα περιοδικά: Ελληνική Αριστερά (1966), Κομμουνιστική Επιθεώρηση (1971), Τετράδια 72 (Οκτ. 1972).Εδώ θα περιορισθώ όμως στα εξής μεταφραστικά του εγχειρήματα:
α) Με την επενέργεια αναζητήσεων που καταγράφονται στην ελληνική αριστερή διανόηση από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, και σε συσχετισμό με τις ευρύτερες ανακατατάξεις που ράγισαν την ιδεολογική ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, ένα τμήμα της ηγεσίας του ΚΚΕ και των διανοούμενων μελών του κατανοεί, επώδυνα και με σπασμωδικούς χειρισμούς, τα αδιέξοδα των πολιτικών επιλογών και τη στενότητα των ιδεολογικών θέσεων ως προς την επαρκή αντιμετώπιση μιας πολυεπίπεδης κοινωνικής και γνωστικής πραγματικότητας. Η μία πλευρά της 12ης Ολομέλειας, που κράτησε για τον εαυτό της με πείσμα τη νόμιμη εκπροσώπηση του κόμματος, διέκρινε στην αναδυόμενη κοσμογονία τη μεταμφιεσμένη απόρριψη του μαρξισμού-λενινισμού, αν και λίγο αργότερα θα εντοπίσει τη ρίζα του αναθεωρητισμού στην ισχνή ιδεολογική δουλειά που εξακολουθούσε (παρά την εκκαθάριση του 1968) να διατηρείται σε «χαμηλό επίπεδο» και να μην ανταποκρίνεται στις «σημερινές απαιτήσεις», ιδίως στους τομείς της ιστορίας, της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες