Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Τόνι Τζαντ: Οταν η Δύση άραξε στην πολυθρόνα της. Τα κρίσιμα χρόνια «τα έφαγαν οι ακρίδες»


Του Μιχάλη Μητσού, ΝΕΑ, 13.4.12
Ενας από τους μεγαλύτερους μύθους που κυκλοφορούν στον πλανήτη τα τελευταία χρόνια, αν όχι τις τελευταίες δεκαετίες, είναι ότι δεν έχει πλέον νόημα η διάκριση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Η παγκοσμιοποίηση έχει σβήσει τις όποιες διαφορές, λένε οι οπαδοί της μονόδρομης οικονομικής σκέψης. Οι αγορές δεν καταλαβαίνουν από ιδεολογία. Και ο πρώτος που το κατάλαβε στην Ευρώπη ήταν ο Τόνι Μπλερ. Γι' αυτό μακροημέρευσε. Η κυριαρχία αυτού του μύθου και η πλήρης απελευθέρωση των αγορών που στηρίχθηκε σ' αυτόν έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στο ξέσπασμα της σημερινής χρηματοπιστωτικής κρίσης. Μεγαλύτερο μυστήριο όμως είναι ότι ο μύθος επιβίωσε και ΜΕΤΑ την κρίση. Οι οπαδοί του μοντέλου που κατέρρευσε θέλουν τώρα να μας πείσουν ότι δεν έχει καμιά σημασία αν στις επόμενες γαλλικές εκλογές θα νικήσει ο Σαρκοζί ή ο Ολάντ. Οταν ο Τόνι Τζαντ εμφανιζόταν τον Οκτώβριο του 2009 μπροστά σ' ένα κατάμεστο ακροατήριο στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης για να εκφωνήσει διάλεξη με θέμα «Τι είναι ζωντανό και τι νεκρό στη Σοσιαλδημοκρατία», η κρίση που ξεκίνησε με την κατάρρευση της Lehman Brothers συμπλήρωνε ήδη έναν χρόνο.
Ο άγγλος ιστορικός ήταν καθηλωμένος σε αναπηρική πολυθρόνα, καθώς έπασχε από μια επιθετική μορφή πλάγιας αμυοτροφικής σκλήρυνσης (ασθένεια Λου Γκέρινγκ), και μιλούσε με τη βοήθεια μιας αναπνευστικής συσκευής. Αυτό δεν τον εμπόδισε όμως να εκφωνήσει από μνήμης επί μιάμιση ώρα έναν παθιασμένο λόγο. Εναν λόγο με τον οποίο υπερασπίστηκε τη Σοσιαλδημοκρατία όχι επειδή αντιπροσωπεύει ένα ιδανικό μέλλον, όχι επειδή αντιπροσωπεύει ένα ιδανικό παρελθόν, αλλά επειδή «απ' όλες τις επιλογές που διαθέτουμε σήμερα είναι η καλύτερη».
«Κάτι δεν πάει καθόλου καλά με τον τρόπο που ζούμε σήμερα», είπε ο αντικομφορμιστής ιστορικός στους φοιτητές. «Για τριάντα χρόνια κάναμε τιμή μας και καμάρι μας την επιδίωξη του υλικού συμφέροντος: σήμερα, μάλιστα, η επιδίωξη αυτή είναι το μόνο απομεινάρι συλλογικού σκοπού που αντιλαμβανόμαστε. Ξέρουμε πόσο κοστίζουν τα πράγματα, αλλά αγνοούμε τελείως πόσο αξίζουν». Χρειάζεται αλλαγή ρότας επειγόντως. Και πού πρέπει να δοθεί προτεραιότητα; «Στη μείωση των ανισοτήτων. Οταν εδραιώνονται οι ανισότητες, όλοι οι άλλοι επιθυμητοί στόχοι είναι δύσκολο να επιτευχθούν».
Η διάλεξη, που ο Τζαντ την αφιέρωσε στους νέους, έγινε άρθρο στο «New York Review of Books». Και το άρθρο έγινε βιβλίο (στα ελληνικά «Τα δεινά που μαστίζουν τη χώρα», εκδ. Αλεξάνδρεια), το οποίο ο συγγραφέας αφιέρωσε με τη σειρά του σε δύο «πολυάσχολους έφηβους»: τους γιους του, τον Ντάνιελ και τον Νίκολας. «Οι κουβέντες μας γύρω απ' το βραδινό τραπέζι», σημειώνει ο συγγραφέας, «ήταν αυτές που μ' έκαναν για πρώτη φορά να αντιληφθώ πλήρως πόσο πολύ νοιάζονται οι σημερινοί νέοι για τον κόσμο που τους έχουμε κληροδοτήσει - και πόσο ανεπαρκή είναι τα μέσα που τους προμηθεύσαμε για να τον βελτιώσουν». Για τους νέους της Ελλάδας, που παραλαμβάνουν από εμάς μονάχα ερείπια, η αποστολή είναι απείρως πιο δύσκολη.

Δύο μήνες νωρίτερα είχε σημειωθεί η πετρελαϊκή καταστροφή της ΒΡ στον Κόλπο του Μεξικού. Εντεκα άνθρωποι είχαν σκοτωθεί και 200 εκατομμύρια γαλόνια αργό πετρέλαιο είχαν χυθεί στη θάλασσα. Ο μαθητής ήταν έξαλλος. «Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει την περιβαλλοντική κρίση όπως τις πολιτικές και οικονομικές κρίσεις», έγραφε. «Αν όμως η πολιτική παρέρχεται και οι οικονομίες ανακάμπτουν, δεν συμβαίνει το ίδιο με το περιβάλλον. Ο πλανήτης δεν είναι ένας αναλώσιμος πόρος. Η αποκατάσταση των καταστροφών που έχετε προκαλέσει θα είναι η πρόκληση της γενιάς μου».
Ο μαθητής λεγόταν Ντάνιελ Τζαντ. «Οσο περισσότερο μας λένε ότι οι κρίσεις είναι αναμενόμενες και δεν μπορεί να αποτραπούν από αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία», έγραφε πιο κάτω, «όσο μας λένε να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στον Θεό, όπως κάνει αυτός ο Πρόεδρος, τόσο περισσότερο χάνουμε την εμπιστοσύνη μας στην κυβέρνηση». Ηταν σαφές ότι οι ευθύνες του Τόνι Τζαντ αυξάνονταν πλέον επικίνδυνα. Δεν έπρεπε να πείσει πια μόνο τους φοιτητές του. Δεν έπρεπε να γοητεύσει με επιχειρήματα μόνο τους αναγνώστες του. Επρεπε να εμποδίσει και τον γιο του να παραιτηθεί πρόωρα από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Και η κλεψύδρα της ζωής του άδειαζε με ταχύτατους ρυθμούς.
Στον Ντάνιελ απάντησε με άρθρο στην ίδια εφημερίδα. «Αν θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο», τον συμβούλεψε, «καλύτερα να προετοιμαστείς για μια μακρά μάχη. Και στη μάχη αυτή θα υπάρξουν θυσίες».
Στους Ντάνιελ όλου του κόσμου, στους απογοητευμένους αλλά καλοπροαίρετους νέους και όχι τόσο νέους, απάντησε με το βιβλίο του «Τα δεινά που μαστίζουν τη χώρα». Και το μήνυμα που τους έστειλε είναι το ακόλουθο: «Ως πολίτες μιας ελεύθερης κοινωνίας έχουμε καθήκον να βλέπουμε κριτικά τον κόσμο μας. Αλλά αν νομίζουμε ότι ξέρουμε τι δεν πάει καλά, οφείλουμε να δράσουμε με βάση αυτή τη γνώση. Οι φιλόσοφοι, σύμφωνα με μια διάσημη παρατήρηση, έως τώρα απλώς ερμήνευαν τον κόσμο με διάφορους τρόπους• το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε».



Διαπρεπής ιστορικός της μεταπολεμικής Ευρώπης, ένθερμος υποστηρικτής του σιωνισμού στα νιάτα του και σφοδρός επικριτής της ισραηλινής πολιτικής στη συνέχεια, ο Τζαντ υποστηρίζει εδώ ότι μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου η Δύση έχασε μια μοναδική ευκαιρία να αναπλάσει τον κόσμο με άξονα κάποιους συμφωνημένους και βελτιωμένους διεθνείς θεσμούς και πρακτικές. «Αντί γι' αυτό, αράξαμε στην πολυθρόνα μας και δώσαμε συγχαρητήρια στον εαυτό μας γιατί κερδίσαμε τον Ψυχρό Πόλεμο: να ένας σίγουρος τρόπος για να χάσουμε την ειρήνη. Τα χρόνια από το 1989 έως το 2009 τα έφαγαν οι ακρίδες».
Τι διδάγματα έπρεπε να έχουμε αντλήσει από το 1989; «Ισως πάνω απ' όλα ότι τίποτα δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε μοιραίο. Ο κομμουνισμός δεν ήταν μοιραίο να συμβεί - και δεν υπήρχε λόγος να διαρκέσει για πάντα. Ούτε, όμως, από την άλλη μεριά, μπορούσαμε βάσιμα να νιώθουμε σίγουροι ότι θα κατέρρεε. (...) Ακριβώς επειδή η Ιστορία δεν είναι προκαθορισμένη, εμείς οι κοινοί θνητοί οφείλουμε να την επινοούμε καθώς προχωρούμε - και μέσα σε συνθήκες, όπως ορθά επισήμανε ο γερο-Μαρξ, που δεν τις έχουμε διαμορφώσει πλήρως εμείς. Θα χρειαστεί να ξαναθέσουμε τα αιώνια ερωτήματα, αλλά να είμαστε ανοιχτοί σε διαφορετικές απαντήσεις».



Στον «Φόρο τιμής στην Καταλωνία» ο Τζορτζ Οργουελ παρατηρεί ότι «αυτό που έλκει τους συνηθισμένους ανθρώπους προς τον σοσιαλισμό και τους κάνει να ριψοκινδυνεύουν τη ζωή τους γι' αυτόν, είναι η ιδέα της ισότητας». Αυτό ισχύει ακόμη, γράφει ο Τζαντ. Η αυξανόμενη ανισότητα μέσα και ανάμεσα στις κοινωνίες είναι αυτή που γεννά τόσες και τόσες κοινωνικές παθολογίες. Οι τερατωδώς άνισες κοινωνίες είναι και ασταθείς κοινωνίες. Γεννούν εσωτερική διαίρεση και, αργά ή γρήγορα, εσωτερικό αλληλοσπαραγμό - συνήθως με αντιδημοκρατική έκβαση.
Οι σοσιαλδημοκράτες δεν μπορούν όμως να αρκούνται σε συνθήματα, ακόμη και αν αυτά αφορούν την επιδίωξη της ισότητας. «Η σιωπή με την οποία υποδέχθηκαν τις ωμότητες στα Βαλκάνια δεν λησμονήθηκε από τα θύματα. Οι σοσιαλδημοκράτες είναι ανάγκη να ξαναμάθουν πώς να σκέφτονται πέρα από τα σύνορά τους: υπάρχει κάτι βαθιά ανακόλουθο σε μια ριζοσπαστική πολιτική βασισμένη σε προσδοκίες ισότητας ή κοινωνικής δικαιοσύνης που κωφεύει μπροστά σε ευρύτερες ηθικές προκλήσεις και ανθρωπιστικά ιδεώδη».
Ο Τόνι Τζαντ πέθανε τον Αύγουστο του 2010. Ηταν παθιασμένος μέχρι το τέλος. Κι ήταν οργισμένος μέχρι το τέλος. Ο καλύτερος αποχαιρετισμός δεν μπορεί παρά να ανήκει και πάλι στον γιο του, από εκείνο το άρθρο στους «Νιου Γιορκ Τάιμς»: «Δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να νοιαζόμαστε. Οι θυσίες που προβλέπεις δεν είναι τίποτα σε σχέση μ' αυτές που θα αναγκαστούμε να κάνουμε αν κάτσουμε και περιμένουμε. Και το πιο σημαντικό, δεν έχουμε την πολυτέλεια να δίνουμε τη μάχη για πολύ ακόμα. Είμαστε αδύναμοι, και θα συνεχίσουμε να είμαστε για αρκετό καιρό. Στην πραγματικότητα, βρισκόμαστε στη χειρότερη δυνατή θέση: είμαστε αρκετά μεγάλοι για να καταλαβαίνουμε καλύτερα από σας τι πρέπει να γίνει, αλλά πολύ μικροί για να το κάνουμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να το λέμε».
Να τα θυμόμαστε αυτά τα λόγια, τόσο του πατέρα όσο και του γιου, μέρες που είναι και μέρες που έρχονται. Να τα θυμόμαστε ακόμη περισσότερο επειδή ζούμε στη συγκεκριμένη χώρα και καλούμαστε σε λίγες μέρες να κάνουμε συγκεκριμένες επιλογές μπροστά στην κάλπη. Το ερώτημα, λέει ο Τζαντ, «είναι τι είδους κοινωνία θέλουμε. Και τι είδους διευθετήσεις είμαστε πρόθυμοι να ανεχτούμε ή να επιδιώξουμε ώστε να την κάνουμε πραγματικότητα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες