Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Με τι ζει η σύγχρονη Ελλάδα;


Του Τάκη Θεοδωρόπουλου, ΝΕΑ 04.09.10
Πώς μια Ελλάδα καταδικασμένη να πάρει τους δρόμους της νεωτερικότητας παραμένει εγκλωβισμένη στις εσωτερικές της αντιφάσεις; Γιατί δεν μπορεί παρά μόνο να γευτεί τους καρπούς της Δύσης χωρίς να μετέχει στη δημιουργία; Γιατί δεν παράγει σκέψη, και τελικά με τι ζει; Τα ερωτήματα που έθεσε το 1954 ο Κώστας Αξελός βρίσκουν τις τραγικές τους απαντήσεις στη σημερινή καταστροφή

«Με τι ζει η σύγχρονη Ελλάδα;».


Το ερώτημα, διατυπωμένο από έναν νέο στοχαστή, όπως ήταν ο Αξελός το 1954, μπορεί να ακούγεται σχεδόν ρομαντικό. Ακόμη περισσότερο αφού ο συγγραφέας του κειμένου δεν μπορούσε τότε να επιστρέψει στην πατρίδα του την οποία είχε εγκαταλείψει περίπου μια δεκαετία πριν μ΄ εκείνη την περίφημη αποστολή του «Ματαρόα». Ας σημειωθεί ακόμη ότι όταν έγραψε το «Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας», ο Αξελός εργαζόταν στο CΝRS (Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών) στο Παρίσι και ετοίμαζε τις δύο διδακτορικές του διατριβές: «Ο Μαρξ στοχαστής της τεχνικής» και «Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία».

«Με τι ζει η σύγχρονη Ελλάδα;» Το ερώτημα διατυπώθηκε σε μιαν εποχή που η χώρα έβγαινε από τον σπαρακτικό Εμφύλιο ο οποίος στήθηκε πάνω στα ερείπια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και αναζητούσε τη «μοίρα» της στο περιβάλλον του σύγχρονου κόσμου- της «νεωτερικότητας». Σήμερα ο κόσμος έχει αλλάξει ριζικά. Η ορμητική «νεωτερικότητα» έχει δώσει τη θέση της στον σχετικισμό της μετα-νεωτερικό τητας, και την αφασία της μετα-μετα-νεωτερικότητας, οι διακρίσεις, οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις της εποχής εκείνης έχουν διαχυθεί στην παγκοσμιοποιημένη οικουμένη, όμως το ερώτημα δεν έχει ακόμη απαντηθεί. Και είναι η αλήθεια πως δεν χρειάζεται να έχεις τη φιλοσοφική επάρκεια ενός διανοητή όπως ο Αξελός για να συμπεράνεις πως η σημερινή ανισορροπία, η σημερινή ριζική κρίση, οφείλεται σε ένα μεγάλο μέρος στο γεγονός ότι το ερώτημα αυτό παραμένει αναπάντητο.

Η αλήθεια είναι πως διαβάζοντας το κείμενο αυτό του Αξελού πάλευα να ξεπεράσω το αίσθημα της απογοήτευσης που μου προκαλούσε η ακρίβεια των στοχασμών του. Μήπως «όλα αυτά» που στη δεκαετία του ΄50 είχαν κάποιο νόημα, σήμερα έχασαν το νόημά τους για τον απλούστατο λόγο ότι είναι πολύ αργά για να σκεφτούμε πράγματα που έπρεπε να τα έχουμε σκεφτεί πολύ νωρίτερα; Απ΄ την άλλη όμως αν κάτι μας έχει απομείνει για να αισιοδοξούμε είναι το δικαίωμα και η δυνατότητα να σκεφτούμε τον εαυτό μας, ειδικά σήμερα που καθετί γύρω μας μάς διαβεβαιώνει πως τον έχουμε χάσει.

Σε τι διαφέρει το θέαμα της τότε ελληνικής κοινωνίας που ο Αξελός τη χαρακτηρίζει «σχεδόν πραγματική», από την παρούσα κατάσταση μιας κοινωνίας που ζει την πραγματικότητά της ως καταστροφή; Ισως γιατί η τότε Ελλάδα είχε ακόμη τη δυνατότητα να βρει τη μοίρα της και να ενταχθεί με τον τρόπο της στον κόσμο της νεωτερικότητας:

«Η Ελλάδα δεν μπορεί ν΄ αποφύγει τον νεωτερικό κόσμο. Και το θέμα δεν είναι μόνον να μην τον αποφύγει, είναι υπεύθυνη για την τύχη της. Δεν είναι πια οι άλλοι, λοιπόν, που την κρατούν στα χέρια της». Οταν γράφονταν αυτές οι γραμμές η ένταξη της Ελλάδας στον νεωτερικό κόσμο διανοιγόταν σαν μια ρεαλιστική δυνατότητα, μια μελλοντική προοπτική. Σήμερα μοιάζει με το χρονικό μιας αλυσίδας από χαμένες ευκαιρίες.

Ομως, απ΄ την άλλη, θα μου πείτε πως η Ελλάδα έκανε πολλά για να ενταχθεί στον κόσμο της νεωτερικότητας. Κατάφερε να βγει από την απομόνωση στην οποία την είχαν καταδικάσει η σφαγή του εμφυλίου πολέμου και η ιλαροτραγωδία της εφτάχρονης δικτατορίας. Εγινε κοινοβουλευτική δημοκρατία, τη δέχτηκαν στην ΕΟΚ, στην Ε.Ε. και τα κατάφερε να ενταχθεί στην ΟΝΕ. Το πρίσμα της σημερινής καταστροφής είναι που αναδεικνύει, σε όλη της τη δραματική ένταση, την αξία των επισημάνσεων του Κώστα Αξελού. Γιατί αυτή η «σχεδόν πραγματική» κοινωνία αντιμετώπισε τη νεωτερικότητα ως μια «σχεδόν πραγματικότητα». Κατασκεύαζε θεσμούς, δεν μπορούσε όμως να κατασκευάσει κοινωνία.

Δεν μπόρεσε ποτέ να μάθει να «φτιάχνει». «Οι νεοέλληνες κοπιάζουν, αλλά δεν παράγουν έργο. Μεγάλα έργα». Από την ευρωπαϊκή σκέψη δεν γεύτηκε παρά μόνον τον καρπό, αγνοώντας «τις ρίζες, τον κορμό και τα κλαδιά του δέντρου». Η τεχνική της έλειψε παντελώς- η κακοτεχνία αντιθέτως αναγορεύτηκε σε εθνική ευρεσιτεχνία. Ζώντας μονίμως στο μεταίχμιο της πραγματικότητας μετέφρασε τη «δυνατότητα» σε «ευσεβή πόθο». Προσπάθησε να πραγματώσει μια «πολιτική» χωρίς κέντρα πραγμάτωσης. Και δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει τις αυταπάτες της, τον ελληνοκεντρισμό της από τη μια και τον ριζικό «δυτικισμό» της από την άλλη.

Πυκνό το κείμενο, σε βάζει στον πειρασμό όταν πας να μιλήσεις γι΄ αυτό να το αναπαραγάγεις κατά λέξη: «Η σύγχρονη Ελλάδα δεν απέκτησε σκέψη. Κι ακόμη περισσότερο, της λείπει μια αρθρωμένη γλώσσα». Πόσο άμεσα σε αγγίζουν σκέψεις όπως αυτή: «Οι Νεοέλληνες δεν κατάφεραν να εναρμονίσουν τη σχέση μεταξύ του προσωπικού και του δημοσίου...» και λίγο παρακάτω: «Η δυσθυμία δεν γίνεται απαραιτήτως αγωνία... το ψυχολογικό τους απορροφά πάρα πολύ...». Θα ήθελα, να επισημάνω τον ιδιαίτερο και βαθύ πατριωτισμό του κειμένου, πατριωτισμό με την έννοια της αγάπης ενός τόπου, της θαλπωρής που γεννάει το τοπίο, των αναμνήσεων μιας ζωής που την κουβαλάς με όλος της το βάρος μέσα σου: «Είναι χώρα εξαίσιας ωραιότητας, μιας ωραιότητας που υπερβαίνει κάθε αντίθεση ανάμεσα στο άσχημο και το ωραίο. Και μπορεί, με λίγη προσπάθεια, να θυμηθεί ίσως ότι το κάλλος δεν είναι κάποια “αισθητική” πραγματικότητα αλλά ένα από τα σημεία με τα οποία εκδηλώνεται το απόλυτο».

Τέλος, αξίζει να τονιστεί ότι η εξαιρετική μετάφραση της Κατερίνας Δασκαλάκη, εκτός του ότι κάνει το κείμενο να μοιάζει γραμμένο στη γλώσσα μας, οργανώνει και μιαν ορολογία η οποία ενισχύει ακόμη περισσότερο τη διαύγεια της σκέψης του.

«ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΚΟΠΙΑΖΟΥΝ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΠΑΡΑΓΟΥΝ ΕΡΓΟ»

Αν διαβάσεις το κείμενο αυτό απλώς ως «προφητικό», το αδικείς. Ο Αξελός δεν διαβάζει την Ελλάδα του για να προαναγγείλει το τέλος της. Τη «δυσθυμία» του, ο στοχασμός του τη μετατρέπει σε αγωνία, την αγωνία μιας σύνθεσης, μιας δημιουργίας που σήμερα μπορούμε να πούμε πως δεν επιτεύχθηκε ποτέ. Και η Ελλάδα παρέμεινε στο έλεος των στοιχείων της συνταγής της, ανατολίτικη αλλά και ευρωπαϊκή συγχρόνως, λιγότερο κοινωνία και περισσότερο μωσαϊκό θυλάκων. Τότε ήταν η Ελλάδα της γραφικής αγροτιάς, των ναυτικών και των ψαράδων, του κοσμάκη που γεμίζει τα καφενεία και τις ταβέρνες, των κατοίκων της μεγάλης πόλης. Τώρα είναι μια Ελλάδα υποταγμένη στον νόμο μιας γενικευμένης κραιπάλης που έχει χάσει ακόμη και τη «μαγική» γεύση των πρωτογενών της υλικών. Διαβάζοντας αυτό το κείμενο δεν μπορείς παρά να σκεφτείς ότι, εντέλει, αυτό που μας έλειψε περισσότερο, γιατί ποτέ δεν το τολμήσαμε συλλογικά, είναι ο στοχασμός που στοχεύει στον ίδιο μας τον εαυτό.
«Η σύγχρονη Ελλάδα στερείται παράδοσης»
«Οι Νεοέλληνες που διατρέχουν τον κόσμο κι εγκαθίστανται λίγο πολύ παντού δεν συνδέονται ούτε μεταξύ τους ούτε με το κέντρο» «Μήπως το κατεξοχήν νεοελληνικό θέαμα συγγενεύει με το μελόδραμα και το ιλαρόδραμα;» «Υπάρχουν στις μέρες μας Νεοέλληνες που φθάνουν σ΄ ένα ορισμένο επίπεδο. Εκείνο που λείπει είναι η σύγκλιση του συνόλου των προσπαθειών» «Η νεωτερική Ελλάδα είναι κάτι παραπάνω από ένα μουσείο και κάτι παραπάνω από μια χώρα απλώς γραφική. Είναι, όμως, και κάτι λιγότερο από μια όντως νεωτερική πραγματικότητα» «Η ευρωπαϊκή σκέψη διατηρεί έναν κατά πολύ ζωηρότερο διάλογο με την αρχαία σκέψη απ΄ ό,τι η νεοελληνική σκέψη. Και η ευρωπαϊκή σκέψη είναι, επίσης, σκέψη του επίκαιρου» «Οι Νεοέλληνες δεν κατασκευάζουν τον κόσμο, ούτε καν την ίδια τη χώρα τους. Δεν ξέρουν να «φτιάχνουν». Οι άνθρωποι της χώρας αυτής κοπιάζουν αλλά δεν παράγουν έργο» «Και βλέπουμε να αναδύεται η πολιτική (α)-συνειδησία. Η πολιτική προέρχεται από την πόλιν (άστυ) και η σύγχρονη Ελλάδα τείνει, από τότε που συγκροτήθηκε, να πραγματώνει το παράδοξο μιας πολιτικής πραγμάτωσης που δεν έχει κέντρα πραγμάτωσης». «Η μείζων αυταπάτη της νεοελληνικής συνείδησης είναι εκείνο το οποίο η ίδια (με ελάχιστη μετριοφροσύνη) ονομάζει ελληνοκεντρισμό. Οι δύο λέξεις που συνθέτουν τον όρο είναι ελληνικές. Τι σημαίνει, όμως, ο όρος αυτός; Ελληνοκεντρική είναι η σύλληψη που θέλει την Ελλάδα να αποτελεί ένα κέντρο. Κέντρο τίνος πράγματος;» «Οι χώρες που δεν δημιούργησαν τον σύγχρονο κόσμο οφείλουν να πραγματοποιήσουν ξανά και για δικό τους λογαριασμό τούτες τις κατακτήσεις αν δεν θέλουν να ζουν διαρκώς σαν φτωχοί συγγενείς, τους οποίους από καιρό σε καιρό ( ή έστω συχνά) έρχονται να τους επισκεφθούν οι πλούσιοι συγγενείς τους για να γευθούν τη χάρη της γραφικής τους ζωής» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες