Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Οι παρέες δεν γράφουν Ιστορία

 Του Δημοσθένη Κούρτοβικ, ΝΕΑ
Ακούω συχνά σε φιλικές ομηγύρεις οξυδερκέστατες παρατηρήσεις για το ένα ή το άλλο θέμα, που η ανάπτυξή τους μέσα από έναν διάλογο θα μπορούσε να δώσει ολοκληρωμένες και πρωτότυπες απόψεις. Αλλά γίνονται επιτροχάδην και προσπερνιούνται αμέσως, χωρίς να απασχολεί κανέναν αυτή η δυνατότητα. Ακόμη χειρότερα, η συζήτηση εκτρέπεται πολύ εύκολα από το θέμα της, όσο ενδιαφέρον και αν είναι, για να περάσει σε ένα άλλο, που και αυτό εγκαταλείπεται με την πρώτη άσχετη παρεμβολή. Ενα καλαμπούρι εξαχνώνει μια σοφή πρόταση, μια έξυπνη ή εξυπνακίστικη ατάκα κρίνει μια διαφωνία υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς. Εχω ακούσει ξένους, και μάλιστα από γειτονικές μας, βαλκανικές χώρες, να εκφράζουν την έκπληξή τους για την επιπολαιότητα των συζητήσεων στις ελληνικές συντροφιές. Η κατεξοχήν ελληνική μορφή «επικοινωνίας» σε μια παρέα φαίνεται πως είναι ο χαβαλές. Δεν είναι, λοιπόν, οι ευφυείς ιδέες που σπανίζουν σε όλα τα επίπεδα της ελληνικής συλλογικότητας. Είναι η σοβαρή υποδοχή, η συστηματοποίηση και η τοποθέτησή τους σε μια προοπτική από το περιβάλλον τους. Είναι η διαχείριση εκείνη που θα μεταστοιχείωνε μια πρωτότυπη ιδέα σε καινοτομία.
Από τους περιηγητές του 19ου αιώνα ώς τους διπλωμάτες που υπηρέτησαν πρόσφατα στη χώρα μας, είναι εντυπωσιακός ο αριθμός των ξένων που περιγράφουν εμάς τους Ελληνες ως ιδιαίτερα ευφυή λαό. Και όμως, στη συλλογική συμπεριφορά μας θριαμβεύουν πολύ συχνότερα η μωρία και η αφροσύνη παρά η ευφυΐα.
Εχουν εξάρει την επινοητικότητά μας (θυμάμαι τον θαυμασμό μιας γερμανίδας γνωστής μου, πριν από δεκαετίες, για τη φαντασία με την οποία οι φτωχοί Ελληνες μετέτρεπαν τους γκαζοτενεκέδες σε καλαίσθητες γλάστρες). Και όμως, ως κοινωνία πάσχουμε ίσα ίσα από έλλειψη επινοητικότητας, στην οικονομία, στην πολιτική, στις επιστήμες, στα γράμματα, στις τέχνες. Θα πει βέβαια κανείς ότι διαπρέπουμε σε ένα άλλο είδος επινοητικότητας, αυτό που λέγεται λαμογιά. Σε συλλογικό επίπεδο, όμως, μήπως δεν είναι και αυτό μια εκδήλωση αφροσύνης;
Πώς να εξηγήσουμε τέτοιες αντινομίες; Πώς γίνεται και στη δημόσια ζωή ενός τόσο ευφυούς λαού κυριαρχεί τόση ανοησία; Τι μας κάνει εφευρετικούς στις ατομικές υποθέσεις μας, αλλά πνευματικά νωθρούς και στείρους σε ιδέες ως μέλη ενός συνόλου;
Εχουν υποδειχτεί διάφορες ερμηνείες, από ανθρώπους αρμοδιότερους εμού - ιστορικούς, κοινωνιολόγους, νομομαθείς κ.λπ. Δεν θα μπω στα δικά τους χωράφια. Θα επικαλεστώ την προσωπική εμπειρία μου από τη διαμονή μου σε διάφορες χώρες του εξωτερικού. Ενα πράγμα που μου έκανε πάντοτε εντύπωση εκεί ήταν η οργάνωση του διαλόγου. Δεν θα αναφερθώ σε θεσμούς όπως το κοινοβούλιο και τα κόμματα, το πανεπιστήμιο, οι ακαδημίες κ.λπ., αλλά σε θεσμούς τόσο διάχυτους στην κοινωνία όπως ο Τύπος ή η τηλεόραση και σε κάτι που για μένα είναι ακόμη ενδεικτικότερο: τις συζητήσεις στις ιδιωτικές συναναστροφές. Εβλεπα τα σοβαρά θέματα να αντιμετωπίζονται σοβαρά, με μια αίσθηση υποχρέωσης των συζητητών να σκεφτούν, να εκθέσουν επιχειρήματα, να ακούσουν προσεκτικά τα επιχειρήματα των άλλων και να οδηγήσουν τη συζήτηση σε μια έκβαση, δηλαδή είτε σε μια σύνθεση των διαφορετικών απόψεων είτε στην αμοιβαία αναγνώριση της ουσίας της διαφωνίας, που δεν επιδεχόταν άρση.
Εχει τεράστια σημασία αυτή η εσωτερικευμένη ευθύνη για την παραγωγική διεξαγωγή μιας συζήτησης. Είναι αυτή, σε τελική ανάλυση, που κάνει τη διαφορά ανάμεσα στην έμπνευση και την καινοτομία. Η έμπνευση είναι ένα μεμονωμένο διανοητικό φαινόμενο. Η καινοτομία είναι ένα κοινωνικό γεγονός. Ακόμη και η λαμπρότερη, η πιο πρωτότυπη ατομική έμπνευση δεν θα αφήσει ίχνη, αν δεν περάσει από συλλογική επεξεργασία, αν δεν μεταφραστεί σε κοινωνική πρακτική. Αντίθετα, για την καινοτομία δεν είναι απαραίτητες και τόσο πρωτότυπες ιδέες. Ακόμη και λιγότερο καινοφανείς μπορούν, με αυτή τη διαδικασία, να οδηγήσουν σε επαναστατικές αλλαγές. Ο Κοπέρνικος δεν είχε κάποια συγκλονιστικά καινούργια σύλληψη. Τη θεωρία του Αρίσταρχου του Σάμιου «έκλεψε». Η διαφορά είναι ότι ο Αρίσταρχος αγνοήθηκε στον καιρό του, ενώ του Κοπέρνικου το σύστημα συζητήθηκε σοβαρότατα από τη μορφωμένη Ευρώπη της εποχής (συμπεριλαμβανομένης της Εκκλησίας, παρά τα όσα λέγονται), βελτιώθηκε από άλλους, αποδείχτηκε με επιστημονικές παρατηρήσεις.

Ακριβώς αυτή η δημιουργική αντίληψη για τον ρόλο της συζήτησης λείπει από εμάς. Δεν θα σταθώ, γιατί δεν χρειάζεται, στην εμετικά κακόγουστη παράσταση των διακομματικών καβγάδων ούτε στα όσα ακόμη πιο εμετικά συμβαίνουν στην πανεπιστημιακή μας κοινότητα ούτε στις ανταλλαγές ουρλιαχτών στα τηλεοπτικά πάνελ. Θα προχωρήσω και πάλι πιο κάτω, στο υπόστρωμα όλων αυτών: στον τρόπο που συζητούμε εμείς οι Ελληνες στις ιδιωτικές συναθροίσεις μας. Και δεν έχω εδώ κατά νου την, ας μου επιτραπεί η έκφραση, παπαρολογία των καφενειακών συζητήσεων.
Ακούω συχνά σε φιλικές ομηγύρεις οξυδερκέστατες παρατηρήσεις για το ένα ή το άλλο θέμα, που η ανάπτυξή τους μέσα από έναν διάλογο θα μπορούσε να δώσει ολοκληρωμένες και πρωτότυπες απόψεις. Αλλά γίνονται επιτροχάδην και προσπερνιούνται αμέσως, χωρίς να απασχολεί κανέναν αυτή η δυνατότητα. Ακόμη χειρότερα, η συζήτηση εκτρέπεται πολύ εύκολα από το θέμα της, όσο ενδιαφέρον και αν είναι, για να περάσει σε ένα άλλο, που και αυτό εγκαταλείπεται με την πρώτη άσχετη παρεμβολή. Ενα καλαμπούρι εξαχνώνει μια σοφή πρόταση, μια έξυπνη ή εξυπνακίστικη ατάκα κρίνει μια διαφωνία υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς. Εχω ακούσει ξένους, και μάλιστα από γειτονικές μας, βαλκανικές χώρες, να εκφράζουν την έκπληξή τους για την επιπολαιότητα των συζητήσεων στις ελληνικές συντροφιές. Η κατεξοχήν ελληνική μορφή «επικοινωνίας» σε μια παρέα φαίνεται πως είναι ο χαβαλές.
Δεν είναι, λοιπόν, οι ευφυείς ιδέες που σπανίζουν σε όλα τα επίπεδα της ελληνικής συλλογικότητας. Είναι η σοβαρή υποδοχή, η συστηματοποίηση και η τοποθέτησή τους σε μια προοπτική από το περιβάλλον τους. Είναι η διαχείριση εκείνη που θα μεταστοιχείωνε μια πρωτότυπη ιδέα σε καινοτομία.

Διάβαζα πρόσφατα το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του Παναγιώτη Γεννηματά «Ελλάς: Δύση ή Ανατολή;». Παρά την έκδηλα αρνητική στάση του απέναντι στον βυζαντινό πολιτισμό, για τη στατικότητα, την εσωστρέφεια και τον φυγοκοσμισμό του, ο συγγραφέας επισημαίνει όχι λίγες περιπτώσεις βυζαντινών λογίων με εντυπωσιακά ανοιχτό και δημιουργικό μυαλό. Υπήρξαν λαμπροί φιλόλογοι και σχολιαστές αρχαίων κειμένων, όπως ο πατριάρχης Φώτιος, ο Ψελλός, ο Αρέθας. Αλλά το Βυζάντιο δεν ανέπτυξε πραγματική φιλολογία. Υπήρξαν τολμηρότατοι φιλόσοφοι, όπως ο Ιωάννης Ιταλός και βέβαια ο Πλήθων. Αλλά το Βυζάντιο δεν ήθελε την ελεύθερη φιλοσοφική αναζήτηση. Υπήρξαν θεολόγοι με ανησυχίες παραπλήσιες των Δυτικών (που είχαν ήδη ξεκινήσει μια ρωμαλέα ανανέωση της θεολογικής σκέψης), όπως ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός ή ο Δημήτριος Κυδώνης. Αλλά η κυρίαρχη βυζαντινή θεολογία τούς αποκήρυξε. Υπήρξαν σπουδαίοι επιστήμονες, όπως ο Λέων ο Μαθηματικός ή ο Νικηφόρος Γρηγοράς, ο οποίος μάλιστα εισηγήθηκε πρώτος τη διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου, δύο ολόκληρους αιώνες πριν αυτό αντικατασταθεί στη Δύση από το Γρηγοριανό. Αλλά στο Βυζάντιο δεν υπήρχε χώρος για επιστήμη.
«It's the economy, stupid», μπορεί κανείς να πει. Η οικονομική στασιμότητα του Βυζαντίου, ανάλογη με της σύγχρονης Ελλάδας, δεν ευνοούσε τις καινοτομίες σε οποιονδήποτε τομέα. Αλλά έχουμε εδώ το γνωστό δίλημμα της κότας και του αβγού. Οικονομική και πνευματική στασιμότητα πάνε μαζί και συντηρούν η μια την άλλη. Περιμένοντας, λοιπόν, να πάρει μπρος η οικονομία μας, μήπως να κάνουμε κάτι για να πάρει μπρος η παιδεία μας; Αρχίζοντας, γιατί όχι, από τις συζητήσεις στις παρέες μας...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες