Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Manifeste convivialiste: Η πολιτική της συμβίωσης

Από τον Θανάση Γιαλκέτση, Εφημερίδα των συτνακτών
Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το Manifeste convivialiste (Le Bord de l’ eau, 2013), ένα μικρό βιβλίο-μανιφέστο που συνυπογράφουν 64 διανοούμενοι από όλο τον κόσμο (ανάμεσά τους και οι Εντγκάρ Μορέν, Σαντάλ Μουφ, Αλέν Καγέ, Σερζ Λατούς κ.ά.).
Ποτέ άλλοτε όσο σήμερα η ανθρωπότητα δεν διέθετε τόσους υλικούς πόρους και τόσες επιστημονικοτεχνικές γνώσεις. Θεωρούμενη στην ολότητά της, αυτή είναι τόσο πλούσια και ισχυρή όσο κανείς στους προηγούμενους αιώνες δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και περισσότερο ευτυχισμένη. Ωστόσο, κανείς δεν είναι διατεθειμένος να πιστέψει ότι αυτή η συσσώρευση ισχύος μπορεί να επιδιώκεται απεριόριστα, χωρίς να στραφεί εναντίον του εαυτού της και να θέσει σε κίνδυνο τη φυσική και ηθική επιβίωση της ανθρωπότητας. Οι πρώτες απειλές που επικρέμανται πάνω μας είναι απειλές υλικής, τεχνικής, οικολογικής και οικονομικής τάξης. Απειλές εντροπίας. Εμείς όμως είμαστε πολύ πιο ανήμποροι να φανταστούμε κατάλληλες απαντήσεις στον δεύτερο τύπο απειλών, στις απειλές ηθικής και πολιτικής τάξης. Μπροστά στα μάτια μας υπάρχει κάτι εκτυφλωτικά πρόδηλο: η ανθρωπότητα μπόρεσε να υλοποιήσει εντυπωσιακές τεχνικές και επιστημονικές προόδους, αλλά παραμένει ακόμα ανίκανη να επιλύσει το βασικό της πρόβλημα: πώς να διαχειριστεί την αντιπαλότητα και τη βία μεταξύ των ανθρώπινων υπάρξεων; Πώς να τις πείσει να συνεργάζονται, επιτρέποντάς τους να αντιπαρατίθενται χωρίς να αλληλοεξοντώνονται; Πώς να αντιταχθεί στη συσσώρευση της ισχύος –που είναι ήδη απεριόριστη και δυνητικά αυτοκαταστροφική– εναντίον των ανθρώπων και εναντίον της φύσης; Αν η ανθρωπότητα δεν μπορέσει να βρει μιαν απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, είναι προορισμένη να χαθεί. Και αυτό όταν έχουν δημιουργηθεί όλες οι υλικές προϋποθέσεις για γενικευμένη ευημερία, υπό τον όρο ότι θα συνειδητοποιήσουμε τον πεπερασμένο χαρακτήρα τους.


Εχουμε στη διάθεσή μας αρκετά στοιχεία απάντησης, που τα έχουν εισφέρει στην πορεία των αιώνων οι θρησκείες, οι ηθικές, οι πολιτικές θεωρίες, η φιλοσοφία και άλλες ανθρώπινες και κοινωνικές επιστήμες.

Ετσι, οι πρωτοβουλίες που κινούνται προς την κατεύθυνση μιας εναλλακτικής λύσης προς την τωρινή οργάνωση του κόσμου είναι αναρίθμητες και προωθούνται από χιλιάδες και χιλιάδες οργανώσεις ή ενώσεις και από δεκάδες ή εκατοντάδες εκατομμύρια πρόσωπα. (…).

Προκειμένου αυτές οι τόσο πλούσιες πρωτοβουλίες να μπορέσουν να αντιταχθούν με την ανάλογη ισχύ στις ολέθριες δυναμικές του καιρού μας και να μην περιοριστούν στον ρόλο της απλής αμφισβήτησης ή της εκτόνωσης, γίνεται αποφασιστικό να ενώσουν τις δυνάμεις τους και τις ενέργειές τους. Να γιατί είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε και να εκφράσουμε τα κοινά στοιχεία που έχουν.

Αυτό που έχουν κοινό είναι η αναζήτηση ενός συμβιωτισμού, μιας τέχνης της συμβίωσης που δίνει τη δυνατότητα στις ανθρώπινες υπάρξεις να μεριμνούν οι μεν για τους δε και για τη φύση, χωρίς να αρνούνται τη νομιμότητα της σύγκρουσης, αλλά μετασχηματίζοντάς την σε παράγοντα δυναμισμού και δημιουργικότητας, σε ένα εργαλείο για την αποτροπή της βίας και των ενορμήσεων θανάτου.

Για να βρούμε αυτό το κοινό στοιχείο χρειαζόμαστε επειγόντως ένα ελάχιστο θεωρητικό εφόδιο, που θα μας επιτρέψει να απαντήσουμε ταυτόχρονα, θέτοντάς τα σε πλανητική κλίμακα, σε τέσσερα τουλάχιστον βασικά ερωτήματα:

* Στο ηθικό ερώτημα: τι είναι θεμιτό για τα άτομα να ελπίζουν και τι οφείλουν να απαγορεύουν;

* Στο πολιτικό ερώτημα: ποιες είναι οι νόμιμες πολιτικές κοινότητες;

* Στο οικολογικό ερώτημα: τι μπορούμε να παίρνουμε από τη φύση και τι οφείλουμε να της αποδίδουμε;

* Στο οικονομικό ερώτημα: ποια ποσότητα υλικού πλούτου είναι θεμιτό να παράγουμε και με ποιον τρόπο, για να είμαστε συνεπείς με τις απαντήσεις που δώσαμε στο ηθικό, πολιτικό και οικολογικό ερώτημα;

Η μόνη θεμιτή κοινωνική διάταξη που μπορεί να γίνει καθολική είναι εκείνη που εμπνέεται από μια αρχή κοινής ανθρωπιάς, κοινής κοινωνικότητας, ατομικής αυτοπραγμάτωσης και μιας σύγκρουσης που πρέπει να κρατιέται υπό έλεγχο και επομένως να είναι δημιουργική.

Αρχή της κοινής ανθρωπιάς: πέρα από τις διαφορές του χρώματος του δέρματος, της εθνικότητας, της γλώσσας, της κουλτούρας, της θρησκείας ή του πλούτου, του φύλου ή του σεξουαλικού προσανατολισμού, υπάρχει μόνο μία ανθρωπότητα, που πρέπει να γίνεται σεβαστή στο πρόσωπο καθενός από τα μέλη της.

Αρχή της κοινής κοινωνικότητας: οι ανθρώπινες υπάρξεις είναι κοινωνικές υπάρξεις για τις οποίες ο πιο μεγάλος πλούτος είναι ο πλούτος των κοινωνικών τους σχέσεων.

Αρχή της ατομικής αυτοπραγμάτωσης: με σεβασμό προς αυτές τις δύο πρώτες αρχές, η θεμιτή πολιτική είναι εκείνη που επιτρέπει στον καθένα να επιβεβαιώσει με τον καλύτερο τρόπο την ιδιαίτερη ατομικότητά του, αναπτύσσοντας την ικανότητά του να υπάρχει και να δρα χωρίς να βλάπτει εκείνη των άλλων.

Αρχή της σύγκρουσης που κρατιέται υπό έλεγχο και είναι δημιουργική: επειδή καθένας τείνει να εκδηλώνει τη δική του ιδιαίτερη ατομικότητα, είναι φυσικό οι άνθρωποι να μπορούν να αντιπαρατίθενται οι μεν στους δε. Αλλά είναι θεμιτό να το κάνουν μόνον στον βαθμό που αυτό δεν θέτει σε κίνδυνο το πλαίσιο της κοινής κοινωνικότητας, η οποία καθιστά γόνιμη και όχι καταστροφική μια τέτοια αντιπαλότητα.

Στην προοπτική της συμβίωσης, ένα κράτος, μια κυβέρνηση ή ένας νέος πολιτικός θεσμός μπορούν να θεωρηθούν νόμιμοι μόνον αν σέβονται τις τέσσερις αρχές –της κοινής ανθρωπιάς, της κοινής κοινωνικότητας, της ατομικής αυτοπραγμάτωσης και της σύγκρουσης που κρατιέται υπό έλεγχο– και αν προωθούν την υλοποίηση των ηθικών, οικολογικών και οικονομικών αντιλήψεων που συνδέονται με αυτές.

Πιο συγκεκριμένα, τα νόμιμα κράτη εγγυώνται στους φτωχότερους πολίτες τους ένα ελάχιστο πόρων, ένα βασικό εισόδημα, όποια και αν είναι η μορφή του, που τους προστατεύει από τον εξευτελισμό της εξαθλίωσης, και εμποδίζουν προοδευτικά τους πλουσιότερους, με τη θεσμοθέτηση ενός μέγιστου εισοδήματος, να βυθιστούν στην ευτέλεια του ακραίου πλούτου υπερβαίνοντας ένα επίπεδο που θα ακύρωνε τις αρχές της κοινής ανθρωπιάς και της κοινής κοινωνικότητας. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να θεωρείται κύριος και κάτοχος της φύσης και αυτό με βάση την προϋπόθεση ότι πρέπει να βρει με αυτήν, τουλάχιστον μεταφορικά, μια σχέση δώρου/αντίδωρου. Δεν υπάρχει μια επιβεβαιωμένη διασύνδεση ανάμεσα σε οικονομικό ή υλικό πλούτο από τη μια μεριά και σε ευτυχία ή ευημερία από την άλλη. Η οικολογική κατάσταση του πλανήτη καθιστά αναγκαίο να αναζητήσουμε όλες τις δυνατές μορφές μιας ευημερίας χωρίς ανάπτυξη.

Γι’ αυτό είναι επείγον, σε μια προοπτική πολλαπλής οικονομίας, να θεμελιώσουμε μια ισορροπία μεταξύ αγοράς, δημόσιας οικονομίας και κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, ανάλογα με το αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που πρέπει να παραχθούν είναι ατομικά, συλλογικά ή κοινά. Κάθε συγκεκριμένη και εφαρμοσμένη πολιτική της συμβίωσης θα πρέπει υποχρεωτικά να παίρνει υπόψη της:

• Την επιταγή της δικαιοσύνης και της κοινής κοινωνικότητας, που επιβάλλει τη βαθμιαία μείωση των κραυγαλέων ανισοτήτων, οι οποίες με αφετηρία τη δεκαετία 1970 αυξήθηκαν εκρηκτικά σε όλο τον κόσμο μεταξύ των πλουσιότερων και του υπόλοιπου πληθυσμού.

• Την απόλυτη αναγκαιότητα προστασίας του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων.

• Την άνευ όρων υποχρέωση να εξαλειφθεί η ανεργία και να προσφερθεί στον καθένα μια λειτουργία και ένας ρόλος σε δραστηριότητες που είναι ωφέλιμες στην κοινωνία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες