Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Αν θυμηθείς τ’ όνειρό του

Tου Γιάννη Παπαθεοδώρου, http://dimartblog.com
«Να δω στην Ελλάδα μια ειρηνική διαδήλωση από 500.000 κόσμο που να διαμαρτύρεται μαζικά ενάντια στη βία της Χρυσής Αυγής» ονειρεύεται ο Κον Μπεντίτ σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Έθνος της Κυριακής.[1] Συμμερίζομαι το όνειρο του. Και θα ήθελα να το δω στον ξύπνιο μου. Αλλά για όλους εμάς που ήμασταν την προηγούμενη Τετάρτη στο Σύνταγμα, η πραγματικότητα ήταν κάπως διαφορετική. Το αντιφασιστικό συλλαλητήριο δεν συγκέντρωσε πολύ κόσμο και γρήγορα εκφυλίστηκε σε μια φτωχή τράπεζα συνθημάτων. Μερικοί από εμάς φύγαμε (όχι τρέχοντας αλλά πάντως με αργά και σταθερά βήματα) όταν ακούσαμε το σύνθημα: «κυβέρνηση-ναζί / δουλεύετε μαζί». Έτσι κι αλλιώς, στο βάθος του δρόμου «τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα» τραβούσαν ήδη προς τη Μεσογείων για την καθιερωμένη τελετή λήξης της πορείας: μολότοφ και δακρυγόνα — όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά. Για άλλη μια φορά, το σκηνικό της σπασμένης διαδήλωσης ήταν αναντίστοιχο με το μέγεθος του προβλήματος. Σε λίγες μέρες, τα διάφορα μικροκομματικά ταμεία μέτραγαν μίζερα τα «πολιτικά λεφτά» τους, με τον απαραίτητο τόκο του εθνολαϊκισμού.
Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης μάλιστα θεώρησε πως οι ενδεχόμενες —και πάντως επικείμενες— εκλογές πρέπει να γίνουν ταυτόχρονα ένα διπλό «δημοψήφισμα για το φασισμό και για το μνημόνιο». Το ίδιο το γεγονός θα ήταν απλώς θλιβερό, αν δεν ήταν προσβλητικό για τις παραδόσεις της αριστεράς. Μέσα στην ανιστόρητη «έφοδο για την εξουσία», κανείς δεν βρέθηκε να υπενθυμίσει στα επιτελεία της αξιωματικής αντιπολίτευσης αυτά που έγραφε ο σύντροφος Νίκος Ζαχαριάδης στην περίφημη επιστολή του για τη φασιστική απειλή, το 1940: «στον πόλεμο αυτόν που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη». Αλλά όλα αυτά είναι παλιές ιστορίες∙ άντε να εξηγήσεις το ειδικό βάρος που είχε εκείνο το «δίχως επιφύλαξη» στους λογής-λογής «αντισυστημικούς» και νεόκοπους αριστερούς, που συγχέουν την απειλή κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος με την οικονομική διαχείριση της κρίσης. (Και για να μην παρεξηγούμαι: δεν επικαλούμαι τον συγκεκριμένο ανθρωπολογικό τύπο του «αντιστασιακού αριστερού» του 40’40 αλλά ένα ορισμένο επίπεδο πολιτικής νοημοσύνης, που ήταν δεδομένο στις αριστερές παραδόσεις της «αντιφασιστικής κουλτούρας»).


Κανείς βέβαια δεν είναι τόσο αφελής ώστε να πιστεύει πως οι «υλικές συνθήκες» του Μνημονίου δεν έχουν διαρρήξει σε τέτοιο βαθμό την κοινωνική συνοχή, που να ευνοούν τον πολιτικό ανορθολογισμό και την εξτρεμιστική βία της ακροδεξιάς. Αλλά αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να γίνεται το εύκολο άλλοθι για το μείζον πρόβλημα που έχουμε μπροστά μας. Και αυτό που έχουμε μπροστά μας αφορά τους ηθικοπολιτικούς δεσμούς μιας δημόσιας σφαίρας που θα μας επιτρέπει τη διαφωνία, την αντιπαράθεση και τη σύγκρουση χωρίς το φόβο που εκπέμπει ο φασίστας «γιος του γείτονά μας»∙ αφορά τη θεσμική θωράκιση του πολιτεύματος, χωρίς εκπτώσεις στη νομοθεσία ∙ αφορά το κοινωνικό και πολιτισμικό ρίζωμα της δημοκρατίας, χωρίς περικοπές στην ιδιότητα του πολίτη.

Προς τα παρόν, αυτό που πριμοδοτείται αυτή τη στιγμή είναι η αργοπορημένη αλλά πρωτόγνωρη αποφασιστικότητα των κατασταλτικών μηχανισμών από την κυβέρνηση.  Καλοδεχούμενη∙ αν και η ΝΔ θυσιάζει ιδιοτελώς το πεδίο της δημοκρατίας στο όνομα της μονοκομματικής διαχείρισης του προβλήματος. Όμως η συγκυριακή διαχείριση δεν αρκεί. Κανένα κομματικό ταμείο δεν μπορεί να αντέξει το βάρος της υπεράσπισης της δημοκρατίας, αν οι κινήσεις κατασταλτικού εντυπωσιασμού δεν συνοδευτούν από ένα ευρύ μέτωπο δημοκρατικής εξυγίανσης του πολιτικού συστήματος. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως η ίδια η απαξίωση του πολιτικού συστήματος έφερε ένα γραφικό κόμμα των άκρων στο προσκήνιο των βουλευτικών εδράνων.  Ο ενωτικός λόγος που θα άρθρωνε το πολιτικό συμβούλιο των αρχηγών των κομμάτων, στην παρούσα φάση, θα σηματοδοτούσε, συμβολικά έστω, την «αλλαγή σελίδας» στο μαύρο ημερολόγιο της Χρυσής Αυγής. Όσοι έσπευσαν να ακυρώσουν αυτή τη συνάντηση έχουν ήδη επιλέξει με τον δικό τους τρόπο μια λανθασμένη απάντηση: η αντιμετώπιση του φασισμού δεν θα λυθεί με έναν πολωμένο και πολωτικό κοινοβουλευτισμό.

Το «χαρτί» του δημοκρατικού τόξου σήμερα μπορεί να παιχτεί κατ’ αρχάς στη θεσμική πίεση για την ολική επαναφορά του αντιρατσιστικού νόμου καθώς και στον εμπλουτισμό του νόμου για την ιθαγένεια. Αυτά τα δύο μικρά αγκάθια της δεξιάς, μπορεί και πρέπει να γίνουν τώρα τα πλεονεκτήματα της αριστεράς, ακριβώς γιατί μπορούν να συμβάλουν στη συγκρότηση ενός ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου, με αποτύπωμα που θα επηρεάζει καθοριστικά το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Αν η αριστερά μείνει απλώς θεατής των εξελίξεων, θα συνεχίσει να είναι ο ατάλαντος στιχοπλόκος εφήμερων συνθημάτων σε διχαστικές πορείες και συλλαλητήρια. «Αν θυμηθεί το όνειρο» του Κον Μπεντίτ, τότε θα καταλάβει πως εκτός από το Μνημόνιο υπάρχει και η Δημοκρατία.

Προς το παρόν ονειρευόμαστε ένα Κοινοβούλιο χωρίς φασίστες. Σε ένα άλλο μακρινό όνειρο, υπάρχει, πράγματι, μια χώρα χωρίς Μνημόνια. Αλλά όσοι μπερδεύουν τα δύο όνειρα, θα πρέπει απλώς να συνηθίσουν να ζουν με εφιάλτες.

[1] Πηγή: Κον Μπεντίτ: Θέλω να δω στην Ελλάδα μια ειρηνική διαδήλωση από 500.000 κόσμο κατά της ΧΑ | iefimerida.gr http://www.iefimerida.gr/node/123939#ixzz2gJtMBduH

Δεν υπάρχουν σχόλια:

http://www.metarithmisi.gr/imgAds/epikentro_1.gif

Αναγνώστες