Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Περί υποκρισίας

Του Γιώργου Γιαννου­λόπουλου, Εφημερίδα των Συντακτών
Η αντίδραση της Δικαιοσύνης μετά τον φόνο του Παύλου Φύσσα από τη Χρυσή Αυγή αιφνιδίασε και χαροποίησε. Αιφνιδίασε, επειδή το ελληνικό κράτος ουδέποτε κινήθηκε με τέτοια ταχύτητα και αποτελεσματικότητα εναντίον της άκρας Δεξιάς. Και χαροποίησε, γιατί επιτέλους ικανοποιήθηκε το γενικό αίτημα να αντιμετωπιστεί το νεοναζιστικό μόρφωμα ως εγκληματική οργάνωση. Αν όμως δούμε τα πράγματα από πιο κοντά, ίσως οδηγηθούμε σε λιγότερο ενθαρρυντικά συμπεράσματα. Και με αυτό, σπεύδω να διευκρινίσω, δεν θέλω έμμεσα να υποβαθμίσω ό,τι έγινε. Οχι, τη φορά αυτή έγινε κάτι καλό και οφείλουμε να το αναγνωρίσουμε. Ας αρχίσουμε με τη Ν.Δ. Εμαθα από αξιόπιστο πρόσωπο ότι η προεργασία για την αντιμετώπιση της Χ.Α. από τη Δικαιοσύνη είχε αρχίσει προ πολλού και ότι για να δέσουν τέτοιου είδους περίπλοκες υποθέσεις χρειάζεται χρόνος. Αλλά αυτό αφορά τις εισαγγελικές αρχές που έκαναν σωστά τη δουλειά τους και όχι την καθαρά πολιτική διάσταση του θέματος, όπου τα πράγματα ήταν σαφώς διαφορετικά. Γιατί μέχρι πρότινος παρακολουθούσαμε μια συστηματική μεθόδευση –δηλώσεις πολιτικών (π.χ. Βύρων Πολύδωρας) και σχόλια στα ΜΜΕ– με απώτερο και εμφανέστατο στόχο να «εκτελωνιστεί», όπως λένε οι Ιταλοί, η Χ.Α. και μια πιο «μετριοπαθής» εκδοχή της να γίνει δεκτή στην ευρύτερη δεξιά παράταξη.


Ολοι, μα όλοι γνωρίζουν ότι αυτός ήταν ο στρατηγικός σχεδιασμός της μικρής ομάδας που πλαισιώνει τον πρωθυπουργό, όπως φάνηκε ξεκάθαρα από τα πρώτα σχόλιά τους μετά το φονικό. (Σημειώνω τις δηλώσεις Λαζαρίδη και υπενθυμίζω την ειδίκευσή του σε στρατηγικές κινήσεις μακράς πνοής, όπως η αντίσταση στο περιβόητο «μουσουλμανικό τόξο» που μας απειλούσε κάποτε!). Αντιρρήσεις μέσα στη Ν.Δ. υπήρχαν και είναι προς τιμήν όσων διαφώνησαν. Χρειάστηκε όμως ένας μαχαιροβγάλτης για να ανατρέψει τον σχεδιασμό των έμπιστων συμβούλων του κ. Σαμαρά. Η μπριζόλα γύρισε απότομα και σήμερα ο πρωθυπουργός επαίρεται για την αποτελεσματικότητα των διωκτικών αρχών, ενώ σφύριζε αδιάφορα επί μήνες όταν του έλεγαν το προφανές: ότι η Χ.Α. έχει διαβρώσει τον κρατικό μηχανισμό και ότι η ανοχή δεν την εξημέρωνε αλλά την εξαγρίωνε.

Κι επειδή μιλάμε για υποκρισία, οφείλουμε να σχολιάσουμε και την αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόδιδε μια σαφέστατη αμηχανία, σαν να έγινε κάτι που δεν τους συμφέρει, αλλά ταυτόχρονα τους συμφέρει ακόμα λιγότερο να παραδεχτούν ότι δεν τους συμφέρει. (Αναφέρομαι στην ηγεσία γιατί, κρίνοντας από δημοσιεύματα στην «Αυγή», υπάρχουν και κάποιοι μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ που διαφοροποιήθηκαν). Πώς εξηγείται, αν λάβουμε υπόψη μας ότι επί μήνες έλεγαν και ξανάλεγαν ότι η Χ.Α. θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως εγκληματική οργάνωση;

Νομίζω ότι οι λόγοι είναι τρεις. Ο πρώτος έχει να κάνει με την πάγια τακτική της κάθε αντιπολίτευσης που συνοψίζεται στη φράση «μονό δεν φτάνει, διπλό περισσεύει». Δηλαδή θεωρεί σημαντικό ό,τι αδυνατεί ή αρνείται να πράξει η κυβέρνηση και όταν το πράξει, το υποβαθμίζει ως αυτονόητο και άρα μη σημαντικό. Ο δεύτερος είναι καθαρά πολιτικός. Ορισμένοι στον ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζονται ότι τα αντιφασιστικά μέτωπα νοθεύουν τον αντιμνημονιακό αγώνα! Είναι κι αυτό μια άποψη. Εγείρει όμως το εξής ερώτημα: Γιατί δεν το έλεγαν από την αρχή αντί να σχίζουν τα ιμάτιά τους για την απραξία της Ν.Δ., την οποία ορθά καυτηρίαζαν; Ο τρίτος λόγος νομίζω ότι είναι και ο πιο ισχυρός: ο ΣΥΡΙΖΑ αξιολογεί τα γεγονότα με υπέρτατο κριτήριο το αν ανεβάζουν ή κατεβάζουν τα ποσοστά του στις δημοσκοπήσεις. Και η στάση της κυβέρνησης μάλλον θα την ωφελήσει, σε βάρος φυσικά της αξιωματικής αντιπολίτευσης.


Για πολλούς στον ΣΥΡΙΖΑ (δεν συμπεριλαμβάνω τους εκ ΠΑΣΟΚ μέτοικους) η προοπτική να κερδίσει η Αριστερά την εξουσία έχει προσλάβει, σε προσωπικό, βιωματικό επίπεδο, τις διαστάσεις μιας συναισθηματικά φορτισμένης δικαίωσης. Φυσιολογικό και αναμενόμενο. Μετά από δεκαετίες γεμάτες αγώνες, θυσίες, προδοσίες και διωγμούς, ήρθε η ώρα να λάμψει η αλήθεια του Μπεναρόγια, του Βελουχιώτη και του Μπελογιάννη, η ώρα να εισέλθει ο πολύπαθος λαός της Αριστεράς στη γη της επαγγελίας. Με αυτό το μείζον κατά νου, τα διάφορα ελάσσονα κρύβονται κάτω από το χαλί. Ποιος θα πάρει το ρίσκο να υπονομεύσει αυτή την απόλυτη λύτρωση θέτοντας άβολα ερωτήματα, όπως, επί του προκειμένου, πώς γίνεται η Αριστερά να έρχεται σε δύσκολη θέση όταν εξαρθρώνεται μια νεοναζιστική οργάνωση; 

Μόνο όσοι γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στον χώρο μπορούν να συλλάβουν την ακατανίκητη έλξη της ιδέας ότι η Αριστερά θα βρεθεί επιτέλους στην εξουσία, και μάλιστα μετά από εκλογές. Αυτό όμως μάλλον δεν ισχύει για την ηγετική ομάδα υπό τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος θα έλεγα ότι αντιμετωπίζει την πολιτική με έναν τρόπο που παραπέμπει στο μεταμοντέρνο. Και δεν αναφέρομαι στο ναρκισσιστικά ανατρεπτικό ύφος του, την έλλειψη θεωρητικού έρματος ή τη μεθοδική καλλιέργεια της εικόνας του. Εννοώ τη θεμελιώδη αρχή του μεταμοντέρνου: ότι δεν έχει σημασία τι πιστεύεις κατά βάθος, εφόσον όλοι κινούμαστε στην επιφάνεια. Σημασία έχει να επικρατήσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες