Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Ζαν-Κλοντ Μισεά: Το ηθικό θεμέλιο του σοσιαλισμού

Από τον Θανάση Γιαλκέτση, Εφημερίδα των Συντακτών
Ο Ελληνας αναγνώστης μπορεί να γνωρίσει τη σκέψη του Γάλλου φιλοσόφου Ζαν-Κλοντ Μισεά διαβάζοντας τα τρία βιβλία του που κυκλοφορούν στη γλώσσα μας: «Η εκπαίδευση της αμάθειας» (Βιβλιόραμα, 2002), «Το αδιέξοδο Aνταμ Σμιθ» (Εναλλακτικές εκδόσεις, 2007), «Η αυτοκρατορία του μικρότερου κακού» (Πόλις, 2008). Για να παρουσιάσει τη σκέψη του στο ισπανικό αναγνωστικό κοινό, ο Μισεά έγραψε ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «El Confidantial». Παρουσιάζουμε στη συνέχεια ένα απόσπασμα από το κείμενο αυτό.
Ο επίσημος φιλελευθερισμός υποστηρίζει ότι η ηθική –όπως και η θρησκεία– είναι μια αυστηρά ιδιωτική υπόθεση (καθένας είναι επομένως ελεύθερος να ζει «όπως νομίζει», υπό τον όρο ότι «δεν θα βλάπτει τον άλλον»). Σε αυτήν την οπτική, κάθε άτομο μπορεί να προτιμήσει την αφοσίωση και τη γενναιοδωρία ή, αντίστροφα, τον κυνισμό και την προδοσία. Αυτό δεν αλλάζει τίποτα από το γεγονός ότι οι διάφορες πολιτικές αποφάσεις ενός φιλελεύθερου κράτους δεν πρέπει ποτέ να βασίζονται σε μιαν ιδιαίτερη «ιδεολογία» (είτε αυτή είναι ηθική είτε φιλοσοφική ή θρησκευτική). Αυτές οι αποφάσεις υποτίθεται ότι στηρίζονται στις μόνες αντικειμενικές αναλύσεις, τις οποίες επεξεργάζονται «ειδικοί» που θεωρούνται «ουδέτεροι» και «ανεξάρτητοι» (πρώτοι ανάμεσά τους είναι φυσικά οι οικονομολόγοι και οι «τεχνικοί» του δικαίου). Μια φιλελεύθερη πολιτική λιτότητας, για παράδειγμα, δεν θα επιβληθεί ποτέ στον λαό σαν θεϊκή τιμωρία, σαν ευκαιρία για μια πιο «ενάρετη» ζωή ή σαν λογική εκδήλωση του δικαίου τού πιο ισχυρού. Αυτή θα παρουσιαστεί, αντίθετα, ως η μοναδική «ρεαλιστική» και «επιστημονική» λύση (δεν υπάρχει εναλλακτική λύση) σε ένα συγκεκριμένο οικονομικό πρόβλημα –είτε πρόκειται για εκείνο του «χρέους» είτε για εκείνο της εξόδου από το ευρώ.


Φυσικά, στο μέτρο που, για τους φιλελεύθερους, η γλώσσα του καλώς εννοούμενου συμφέροντος είναι σε τελική ανάλυση η μόνη που είναι πραγματικά κοινή σε όλους τους ανθρώπους (η θεωρία του homo economicus), είναι σαφές ότι στην πράξη ο εγωισμός ενθαρρύνεται πάντα ως η μόνη οικουμενικά ορθολογική και αποτελεσματική συμπεριφορά. Οταν ο Μίλτον Φρίντμαν διακήρυττε προς όλες τις κατευθύνσεις ότι «η απληστία είναι καλή», δεν έκανε τίποτα άλλο από το να αντλεί τις έσχατες συνέπειες ενός μεταφυσικού παραδείγματος βασιζόμενου από την αρχή στην πλήρη ιδιωτικοποίηση όλων των ηθικών και φιλοσοφικών πεποιθήσεων.

Το 1938, ο Οργουελ έγραφε πως ήταν δύσκολο να αποφύγουμε την ιδέα ότι «οι άνθρωποι είναι ηθικοί μόνον όταν δεν κατέχουν εξουσία». Αυτή η κρίση δεν είναι τόσο απαισιόδοξη όσο φαίνεται. Αναγνωρίζει απλώς το γεγονός ότι η εξουσία (συμπεριλαμβανομένης προφανώς και εκείνης που προσδίδει ο πλούτος ή η φήμη) τείνει από τη φύση της να εγκλείει εκείνους που την κατέχουν σε ένα σύμπαν διαχωρισμένο από την κοινή πραγματικότητα και από τα όρια που την προσδιορίζουν. Γι’ αυτό η συνήθεια να ζουν υπεράνω (και στην πλάτη) των συνανθρώπων τους καταλήγει σχεδόν πάντα να διαστρέφει την αίσθηση που έχουν για τους άλλους και για τις πιο στοιχειώδεις κοινωνικές πραγματικότητες. Από ’δώ πηγάζει αυτή η εξωπραγματική αλαζονεία και αυτή η τρομερή έλλειψη κοινής λογικής που χαρακτηρίζουν γενικά τις σύγχρονες ελίτ. Πρόκειται για ένα σημείο που είχε ήδη φωτίσει το Ευαγγέλιο όταν δίδασκε ότι «είναι ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα της βελόνας παρά ο πλούσιος να μπει στη Βασιλεία του Θεού». Ή, αν προτιμήσουμε μια πιο κοσμική διατύπωση αυτού του λαϊκιστικού (ή αναρχικού) αξιώματος, θα θυμηθούμε τη θαυμάσια φράση του Καμί: «Εδώ ζει ένας ελεύθερος άνθρωπος, κανείς δεν τον υπηρετεί».

Κατά τον Οργουελ, το συναίσθημα ότι υπάρχουν «πράγματα που δεν γίνονται» ήταν το θεμέλιο της common decency, δηλαδή της διαισθητικής ηθικής των απλών ανθρώπων. Οι ανθρώπινες κοινωνίες πράγματι συνέγραφαν πάντα έναν κατάλογο των ενεργειών που θεωρούσαν αντίθετες προς τη φύση, τη θεϊκή βούληση ή ακόμα και την απλή κοινή λογική. Σίγουρα, το συγκεκριμένο περιεχόμενο και το μεταφυσικό θεμέλιο αυτών των διαφορετικών συστημάτων απαγορεύσεων διαφοροποιούνταν πάντοτε σε συνάρτηση με τις ιδιαιτερότητες κάθε πολιτισμού. Ωστόσο, όπως το είχε επισημάνει ο Μαρσέλ Μος στο βιβλίο του «Δοκίμιο για το δώρο», υπάρχει ένας ορισμένος αριθμός κανονιστικών δομών που είναι κοινές στο σύνολο των κοινωνιών. Αυτή είναι κυρίως η περίπτωση της «λογικής του δώρου», της οποίας η τριπλή υποχρέωση «να δίνουμε, να δεχόμαστε και να ανταποδίδουμε» ανευρίσκεται με τη μια ή την άλλη μορφή στο σύνολο των ανθρώπινων κοινοτήτων 

Αυτό σημαίνει ότι όλες οι κοινωνίες (με εξαίρεση βέβαια τον παράξενο καπιταλιστικό πολιτισμό) συμφωνούσαν πάντοτε –πέρα από τις ανεξάλειπτες διαφορές τους– στο να αναγνωρίζουν στην ικανότητα της ανθρώπινης ύπαρξης να δρα ανεξάρτητα από τα εγωιστικά της συμφέροντα το ίδιο το θεμέλιο κάθε αξιότιμης συμπεριφοράς.

Αν, ακολουθώντας τον Εμίλ Ντιρκέμ, θεωρήσουμε ηθικό «καθετί που είναι πηγή αλληλεγγύης, καθετί που υποχρεώνει τον άνθρωπο να λογαριάζει τον συνάνθρωπό του, να ρυθμίζει τις κινήσεις του με βάση κάτι διαφορετικό από τις εγωιστικές του παρορμήσεις», μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε αυτό το παραδοσιακό σύστημα του δώρου ως την αληθινή ανθρωπολογική (και ψυχολογική) μήτρα όλων των μεταγενέστερων ηθικών οικοδομημάτων –συμπεριλαμβανομένης προφανώς και εκείνης της common decency, στην οποία ο Οργουελ έβλεπε την πρωταρχική πηγή της σοσιαλιστικής αγανάκτησης. 

Φυσικά αυτή η κοινή αξιοπρέπεια και εντιμότητα των λαϊκών τάξεων έχει και η ίδια μιαν ιστορία (ο Οργουελ δεν παρέλειπε ποτέ να υπογραμμίζει τον θεμελιώδη ρόλο που είχαν παίξει ο χριστιανισμός καθώς και η Αγγλική και η Γαλλική Επανάσταση στην ανάπτυξη της δυτικής μορφής της). Προκειμένου να της προσδοθεί εκείνη η εξισωτική δυναμική που θα την καθιστούσε ηθική αφετηρία του σοσιαλιστικού σχεδίου, χρειάστηκε βέβαια να αναπτυχθεί μια κριτική εργασία με σκοπό τη βαθμιαία αποδέσμευση της κοινής ηθικότητας από τα κυριότερα ιστορικά της όρια (όπως για παράδειγμα εκείνα που εδραίωναν την υποτελή θέση των γυναικών ή την κατωτερότητα των ξένων λαών).

Οι υποχρεώσεις τιμιότητας και γενναιοδωρίας, που συνδέονται με αυτό το σύστημα του δώρου (και συνεπώς οι συνήθειες της αμοιβαιότητας και της αλληλοβοήθειας, που είναι η πρακτική τους έκφραση), ανευρίσκονται υποχρεωτικά στα θεμέλια της σύγχρονης common decency. Από αυτήν την άποψη, η προοδευτική ιδέα –φορέας της οποίας είναι ο μύθος της δημιουργίας ενός «νέου ανθρώπου»- σύμφωνα με την οποία η «ηθική του μέλλοντος» δεν θα έχει τίποτα το κοινό με εκείνες του παρελθόντος (αυτή ήταν, για παράδειγμα, η πεποίθηση του Τρότσκι) δεν είναι μόνον φονική. Βασίζεται πρώτα απ’ όλα σε μια βαθιά παραγνώριση των δεδομένων της ανθρωπολογίας.

Γι’ αυτό ο Μαρσέλ Μος, του οποίου το κοινωνιολογικό έργο ήταν αδιαχώριστο από την αγωνιστική του στράτευση, είχε χίλιες φορές δίκιο όταν προσκαλούσε το σοσιαλιστικό κίνημα να «επιστρέψει στο αρχαϊκό». Ηταν σίγουρα ο καλύτερος τρόπος για να διασωθούν τα ηθικά θεμέλια μιας τίμιας κοινωνίας και να αποφευχθούν έτσι οι φοβερές παγίδες του πολιτισμικού σχετικισμού και της ρεαλπολιτίκ. Η τραγική ιστορία του 20ού αιώνα δυστυχώς τον δικαίωσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες