Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Θεσσαλονίκη και αισθητική κατήφεια

             
Του Νίκου Φωτίου
Είναι γνωστό ότι το παρελθόν και η μνήμη σε μεγάλο βαθμό ανακατασκευάζονται και ότι η παράδοση συχνά επινοείται προκειμένου να αξιοποιηθεί «καταλλήλως» (Ε. Hobsbawm).  Έχει, επίσης, ειπωθεί (Aldo Rossi, αρχιτέκτονας) ότι κάθε τόπος διαθέτει και εκπέμπει ένα genius loci, δηλαδή ένα πνεύμα, πνοή αέρα αλλά και νόημα, αισθητική εικόνα και ατμόσφαιρα. Ιδού, λοιπόν, τι σκέφτομαι και τι νιώθω, όταν, ως κάτοικος και περιπατητής της Θεσσαλονίκης, αντικρίζω μιαν όψη του αισθητικού προσώπου της πόλης: Τα δημόσια γλυπτά. Το νεότερο παρελθόν της χώρας, και ιδιαίτερα της «ακριτικής» μέχρι πρόσφατα Θεσσαλονίκης, μαγειρεύτηκε βάσει ενός μείγματος επιλεγμένων ιδεολογικών στοιχείων. Στη χύτρα έπεσαν και ανακατεύτηκαν με την ιδεολογική κουτάλα, πήραν μερικές βράσεις και σερβιρίστηκαν ως τουρλού: Το «άφθαρτον κλέος των αρχαίων Ελλήνων» (με ευνουχισμό των βαρβάτων διονυσιακών τους στοιχείων), «το αίμα και οι θυσίες των προγόνων», το «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», το «ανάδελφο έθνος», η «πολεμική αρετή των Ελλήνων», οι ποικίλοι «επίβουλοι εχθροί», ο «από βορράν κίνδυνος» κ.ά.  Η Ιστορία στένεψε, μεταβλήθηκε σε εργαλείο εθνικού φρονηματισμού, κατέληξε σειριακή αφήγηση ηρωικών και πένθιμων γεγονότων, πράξεων, προσώπων και καλογερίστικου τύπου χριστιανικών διδαχών.
Ο υπέρμετρος ηρωισμός, ο υπερπατριωτισμός, η ορθόδοξη πίστη, η θυσία, ο θάνατος και τα συμπαρομαρτούντα συναισθήματα - αυστηρότητα, κατήφεια, πόνος, δυστυχία, θρήνος, πένθος- αναγορεύτηκαν σε κοινωνικές αξίες-οδηγούς, ακολούθως σε πηγές καλλιτεχνικής έμπνευσης διδακτικού και κατηχητικού περιεχομένου και, τέλος, αποτυπώθηκαν στις μορφές των γλυπτών της πόλης διδάσκοντας «ιστορία».
Έτσι, λοιπόν, χύδην και σωρηδόν ηρωικοί στρατηλάτες, φιλόσοφοι μεστοί μεν σοφίας γέλωτος δε ενδεέστεροι, συνοφρυωμένοι μακεδονομάχοι, μαυριδεροί ιεράρχες, χαροκαμένες μάνες, γενοκτονίες, χαμένες πατρίδες, θύματα, θνήσκοντες και θανόντες στοιχειώνουν τα πάρκα και τις πλατείες της πόλης. (Μοναδικές εξαιρέσεις η χαρίεσσα «λουομένη» δίπλα στον Λευκό Πύργο και ο αυθαδώς ουρών πιτσιρικάς της πλατείας Ναυαρίνου, ο οποίος υφίσταται κατά καιρούς αποκοπές και περιτομές).
Ο δημόσιος χώρος της πόλης, σύμφωνα με αυτή την ιδεοληπτική συνταγή, έγινε γκρίζος, σύννους και κατηφής μέχρι καταθλίψεως. Η ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε, το genius loci, αποπνέει μιζέρια, ασκήμια και θάνατο. Η χαρά της ζωής, η ομορφιά, ο έρωτας, η ανεμελιά, η ελαφράδα εξ-ορίστηκαν και εκ-τοπίστηκαν. Το γέλιο είναι ο άξονας του κακού, ο «Εξαποδώ» αυτοπροσώπως (βλ. U. Eco, Το όνομα του ρόδου). Η πόλη ζει ακόμα τον γλυπτό Μεσαίωνα, η Αναγέννηση δεν έφτασε ποτέ. Απαγορεύεται δημοσίως η χαρά, γιατί κινδυνεύουμε να χαλαρώσουμε, να ξεχάσουμε, να αφελληνιστούμε.
Εντάξει, κάποια χαλασμένα μυαλά σκέφτηκαν στο παρελθόν ότι οι Θεσσαλονικείς τη βρίσκουν με τη βαριά κι ασήκωτη κατάθλιψη σε μια πόλη έτσι κι αλλιώς δυσκολοβίωτη. Έτσι θα μείνει η κατάσταση; Εδώ δεν πρόκειται περί της θεμιτής και ευκταίας διατήρησης της ιστορικής μνήμης. Πρόκειται για καταιγισμό μνημοσύνων!
Προτείνω, λοιπόν, ο δήμος Θεσσαλονίκης να συγκεντρώσει τα πιο μίζερα από τα ανωτέρω γλυπτά που μας μαυρίζουν την ψυχή καθημερινά και να τα εντάξει σε ένα «πάρκο μνήμης», όπου και θα τα επισκέπτονται ελευθέρως όσοι το επιθυμούν. Παράλληλα, σε συνεργασία με τη Σχολή Καλών Τεχνών, να προκηρύξει έναν διαγωνισμό νέων εικαστικών και μουσικών καλλιτεχνών με θέμα: «Η χαρά της ζωής». Οι μεν εικαστικές δημιουργίες, μόνιμες ή πρόσκαιρες, να τοποθετηθούν σε κεντρικά σημεία της πόλης, στις πλατείες και στα πάρκα των δημοτικών κοινοτήτων, τις δε μουσικές δημιουργίες να παιανίζει η μπάντα του δήμου ή και νεανικά μουσικά σύνολα κάποια πρωινά της Κυριακής ως ύμνους στη χαρά της ζωής. Να ξεσκάσουμε και λίγο, βρε αδερφέ, να δώσει ο νους μας!
Σημείωση: Ιδού κι ένας κατάλογος των γλυπτών της πόλης, που επιβεβαιώνει τα ανωτέρω:
*Ο Νίκος Φωτίου είναι φιλόλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες