Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Τι ενώνει και τι χωρίζει

Του Γιώργου Γιαννουλόπουλου, Εφημερίδα των Συντακτών
Είναι μια στάση που δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, δεδομένου ότι η δική μας κακοδαιμονία απορρέει, όχι αποκλειστικά αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό, από τη νοσηρότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Εκτός Ελλάδας όμως –και εννοώ τον υπόλοιπο κόσμο– η εικόνα αντιστρέφεται: η νοσηρότητα χρεώνεται στον ιδιωτικό, και συγκεκριμένα τον απορρυθμισμένο χρηματοπιστωτικό, τομέα που έφερε τον πλανήτη στο χείλος του γκρεμού. (Η «υγιής επιχειρηματικότητα» που εκθειάζουν όσοι πιστεύουν στην ελεύθερη αγορά συνιστά, επιεικώς, φραστική υπεκφυγή.) Είναι απορίας άξιον λοιπόν ότι οι ημεδαποί φιλελεύθεροι, ενώ δικαίως καταγγέλλουν τους Φωτόπουλους, τις συντεχνίες και τις αγκυλώσεις του Δημοσίου, αποφεύγουν να μιλήσουν για την απληστία και τον τυχοδιωκτισμό των ιδιωτών, τις offshore εταιρείες και τη θρασύτατη φοροαποφυγή των πολυεθνικών, τα απανωτά σκάνδαλα των τραπεζών (όπως η χειραγώγηση του libor από τα κοράκια στο Σίτι του Λονδίνου), το συνεχώς διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς και πάνω απ’ όλα για το ότι για να σωθούν οι αμαρτωλές τράπεζες έπεσε μαχαίρι στο κοινωνικό κράτος. Το οποίο εκεί δεν σημαίνει λαμόγια και σπατάλες, αλλά εκφράζει τη στοιχειώδη ανθρωπιά της κοινωνικής αλληλεγγύης που μας βγάζει από το καβούκι της προσωπικής ιδιοτέλειας και μας θυμίζει ότι υπάρχουν κι άλλοι, όχι τεμπέληδες αλλά λιγότερο τυχεροί, που θα πρέπει να τους νοιαζόμαστε.



Νομίζω ότι δεν θα αδικούσα το κείμενο των «58» αν συνόψιζα το εγχείρημά τους ως εξής: «Ας μαζευτούμε όλοι εμείς οι σοβαροί και σκεπτόμενοι να κάνουμε κάτι καλό για την Ελλάδα». Συμβαίνει να γνωρίζω μερικούς απ’ αυτούς και τους εκτιμώ βαθύτατα, επειδή κατά τη γνώμη μου είναι και σοβαροί και σκεπτόμενοι. Μένει να οριστεί τι είναι καλό για την Ελλάδα, αλλά επ’ αυτού μάλλον δεν υπάρχει ομοφωνία. Φυσικά, όπως γίνεται πάντα όταν διαφορετικές απόψεις συγκλίνουν, το κοινό έδαφος υποτίθεται ότι θα βρεθεί αν δοθεί έμφαση σε όσα ενώνουν και όχι σε όσα χωρίζουν. Εδώ όμως ελλοχεύει ένας κίνδυνος: να θεωρηθεί κάτι σημαντικό μόνο και μόνο επειδή ενώνει και ταυτόχρονα να βγουν εκτός συζήτησης οι θεμελιακές ιδεολογικές θέσεις –δηλαδή τι είναι σε τελική ανάλυση καλό για την Ελλάδα– μόνο και μόνο επειδή χωρίζουν. Για να οργανώσω τη σκέψη μου με βοήθησε ένα άρθρο της Αντιγόνης Λυμπεράκη με τίτλο «Γιατί δεν υπέγραψα το κείμενο των 58, αν και το σκέφτηκα», όπου η ιδεολογική διαχωριστική γραμμή χαράζεται ως εξής: από τη μια η Αριστερά και κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ που δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα και από την άλλη εμείς που θέλουμε να γίνουν μεταρρυθμίσεις. Αν το ερμηνεύσουμε με την καχυποψία που καλό είναι να συνοδεύει την ανάγνωση ρητορικών αντιπαραθέσεων, θα ανακαλύψουμε δύο τεχνάσματα καλά κρυμμένα και πολύ αποτελεσματικά. Το πρώτο: όσοι μας λένε ότι οφείλουμε να διαλέξουμε ανάμεσα στην εκδοχή Α και την εκδοχή Β επειδή συγκρούονται μετωπικά, αποκρύπτουν το μεταξύ τους κοινό έδαφος που είναι ότι δεν υπάρχει εκδοχή Γ. Και το δεύτερο: η Αντ. Λυμπεράκη, παρά την αξιέπαινη καθαρότητα και σαφήνεια της θέσης της, στηρίζει τον λόγο της στην έννοια της μεταρρύθμισης, η οποία όμως δεν ορίζεται επειδή θεωρείται προφανής και αυτονόητα καλή. Το πώς εννοεί τις μεταρρυθμίσεις συνάγεται στο τέλος του κειμένου, όταν δηλώνει ότι δεν υπέγραψε το κείμενο των «58» και παραμένει στη ΔΡΑΣΗ. Με άλλα λόγια, μεταρρυθμίσεις είναι μόνο εκείνες που οδεύουν προς τον οικονομικό φιλελευθερισμό. Δηλαδή μεταρρύθμιση ίσον απορρύθμιση.

Είναι μια στάση που δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, δεδομένου ότι η δική μας κακοδαιμονία απορρέει, όχι αποκλειστικά αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό, από τη νοσηρότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Εκτός Ελλάδας όμως –και εννοώ τον υπόλοιπο κόσμο– η εικόνα αντιστρέφεται: η νοσηρότητα χρεώνεται στον ιδιωτικό, και συγκεκριμένα τον απορρυθμισμένο χρηματοπιστωτικό, τομέα που έφερε τον πλανήτη στο χείλος του γκρεμού. (Η «υγιής επιχειρηματικότητα» που εκθειάζουν όσοι πιστεύουν στην ελεύθερη αγορά συνιστά, επιεικώς, φραστική υπεκφυγή.) Είναι απορίας άξιον λοιπόν ότι οι ημεδαποί φιλελεύθεροι, ενώ δικαίως καταγγέλλουν τους Φωτόπουλους, τις συντεχνίες και τις αγκυλώσεις του Δημοσίου, αποφεύγουν να μιλήσουν για την απληστία και τον τυχοδιωκτισμό των ιδιωτών, τις offshore εταιρείες και τη θρασύτατη φοροαποφυγή των πολυεθνικών, τα απανωτά σκάνδαλα των τραπεζών (όπως η χειραγώγηση του libor από τα κοράκια στο Σίτι του Λονδίνου), το συνεχώς διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς και πάνω απ’ όλα για το ότι για να σωθούν οι αμαρτωλές τράπεζες έπεσε μαχαίρι στο κοινωνικό κράτος. Το οποίο εκεί δεν σημαίνει λαμόγια και σπατάλες, αλλά εκφράζει τη στοιχειώδη ανθρωπιά της κοινωνικής αλληλεγγύης που μας βγάζει από το καβούκι της προσωπικής ιδιοτέλειας και μας θυμίζει ότι υπάρχουν κι άλλοι, όχι τεμπέληδες αλλά λιγότερο τυχεροί, που θα πρέπει να τους νοιαζόμαστε.

Οσο για το κείμενο των «58», θα ήθελα να αποδειχτεί η εκδοχή Γ που λέγαμε παραπάνω, δηλαδή η Σοσιαλδημοκρατία, αλλά δεν ξέρω αν θα συμβεί κάτι τέτοιο. Οι δυσκολίες είναι τεράστιες. Κατ’ αρχάς δεν ξέρω αν κάποιοι από τους υπογράψαντες το θέλουν. Εννοώ όσους ανήκουν στον χώρο της «φιλελεύθερης Αριστεράς»! (sic) Πάντως, πέρα από το γεγονός ότι οι πιστωτές μας βρίσκονται στην αντίπερα ιδεολογική όχθη, θα χαρακτήριζα τις δυσκολίες πολιτικές (μικροκομματισμός), πολιτιστικές (η αποθέωση του θυμικού μέσα από το οποίο μιλούν παρωχημένες και επικίνδυνες ιδεοληψίες) και εννοιολογικές (ο συνδυασμός θολούρας και ακαμψίας που κολλάει σε διάφορες λέξεις ένα θετικό ή αρνητικό πρόσημο για να τις περιφέρουμε σαν λάβαρα της πολιτικής μας στράτευσης). Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, υπάρχει και ο ετεροχρονισμός, η εθνική μας παραφωνία: ενώ στην Ελλάδα εξευτελίσαμε την έννοια του κράτους, εκτός συνόρων το μοντέλο της απορρυθμισμένης αγοράς που μερικοί θέλουν να εισαγάγουν για να απαλλαγούν από τον κρατισμό έχει αρχίσει να τρίζει και να αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο.

Αν οι λέξεις δεν έχουν χάσει εντελώς το νόημά τους, η αληθινή Σοσιαλδημοκρατία, και όχι η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα στο πρόσφατο παρελθόν εκδοχή της, μας καλεί να φτιάξουμε ένα πραγματικά κοινωνικό κράτος αντί να υπερασπιζόμαστε, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, το κακέκτυπό του. Δεν ξέρω κατά πόσον την εκπροσωπεί σήμερα η ΔΗΜΑΡ επειδή έχω κενό ενημέρωσης. Είμαι όμως σίγουρος ότι πρέπει να το κάνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες