Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Αντισυστημικές ροπές και τηλε-λαϊκισμός

Του Ανδρέα Πανταζόπουλου, ΒΗΜΑ
 Από την άλλη πλευρά, η εμφάνιση ενός νέου προσωποκεντρικού σχηματισμού («Το Ποτάμι») φέρει τα χαρακτηριστικά μιας άλλου τύπου αντισυστημικότητας. Το «Ποτάμι» είναι ένα υπερβατικό νεο-λαϊκιστικό «αντικομματικό κόμμα» ή «κίνημα» που αρνείται τις πολιτικές διαιρέσεις, συγκροτούμενο από άτομα χωρίς κομματικό παρελθόν, ένα κόμμα στην εποχή της βιντεοπολιτικής, που υπάρχει διά της βιντεοπολιτικής. Ο αυτοχρισμένος αρχηγός του οφείλει εξ ολοκλήρου την πολιτική του αναγνωρισιμότητα στην τηλεοπτική του καθιέρωση. Οι παραδοσιακοί λαϊκιστές ήταν χαρισματικοί, επικοινωνούσαν με τον «λαό» διά μέσου μεγάλων λαϊκών συγκεντρώσεων, οι νέοι δημαγωγοί είναι τηλεγενείς και ο λαϊκισμός τους δεν είναι παρά τηλε-λαϊκισμός. Το ακροατήριό τους είναι διαπολιτικό, το πρόγραμμά τους ανύπαρκτο ή θολό, τη θέση του καταλαμβάνουν οι υποσχέσεις. Η ιδεολογία τους είναι «και» (και δεξιά και αριστερά, πρακτικά αυτό μπορεί να σημαίνει ούτε δεξιά ούτε αριστερά).
Εγινε πλέον μόδα να τα βάζει κανείς με το «σύστημα». Τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά, η σχετική προσφορά βρίσκεται σε άνθηση. Το έδαφος βέβαια είναι εύφορο, αφού όλα τα προηγούμενα χρόνια καλλιεργήθηκε από την εργαλειοποίηση του κοινωνικού θυμού. Τα «άκρα» μαζικοποιήθηκαν και κατήρτισαν τη νέα ατζέντα της αντισυστημικότητας, αναπαράγοντας ωστόσο τις πλέον γκρίζες όψεις ενός συστήματος που καταγγέλλουν.

Την κάμψη του κινηματικού ριζοσπαστισμού, αριστερού και δεξιού, φαίνεται ότι ορισμένοι την ερμηνεύουν ως δική τους δυνατότητα να ανατοποθετηθούν στην πολιτική σκηνή. Πολιτικοί δρώντες που από κορυφαίες θέσεις συνέβαλαν στην κρίση και στο σημερινό πολιτικό αδιέξοδο προσπαθούν να εμφανισθούν ως επικριτές του «συστήματος» και μάλιστα ως η εναλλακτική λύση, απαρνούμενοι τον πρότερο βίο τους. Στα δεξιά του πολιτικού φάσματος, παραδοσιακές πελατειακές φιγούρες της λεγόμενης λαϊκής και της Ακρας Δεξιάς, εντός και εκτός κομμάτων, οργανώσεων και κινήσεων, έχουν αποδυθεί σε αγώνα δρόμου για την αλλαγή των συσχετισμών στο εσωτερικό της συντηρητικής πολιτικής οικογένειας. Κοινό τους χαρακτηριστικό είναι τα προβλήματα «δεξιάς ταυτότητας» που αντιμετωπίζει ο πληθυντικός πλέον χώρος της (Ακρας) Δεξιάς και πολιτικά εκφράζονται με την αντισυστημική - αντι-νεοδημοκρατική τους στόχευση και τον ευρωσκεπτικισμό. Οι δικαστικές εξελίξεις σχετικά με τους έγκλειστους νεοναζί είναι ένας επιπλέον πολύ σοβαρός παράγοντας που τροφοδοτεί την κινητικότητα στον χώρο και «νομιμοποιεί» ακόμη περισσότερο την εχθρική τους εναντίωση στη Νέα Δημοκρατία και κυρίως στον αρχηγό της.

Στα αριστερά, ακριβέστερα στην Κεντροαριστερά, αυτή η αντισυστημική ροπή φαίνεται να παίρνει τον χαρακτήρα μιας παράδοξης «αντιμνημονιακότητας». Η πρόσφατη επικριτική εμφάνιση του Γ. Παπανδρέου, εξ αντικειμένου βασικού υπευθύνου της τρέχουσας κρίσης, με την έννοια ότι αποτέλεσε τον κορυφαίο κυβερνητικό της διαχειριστή, δεν είναι νέο φαινόμενο. Αν υπάρχει κάτι σχετικά νέο είναι ακριβώς η αυτοτοποθέτησή του σε μια αδιανόητη θέση «αριστερής» αντιπολίτευσης έναντι του σημερινού ΠαΣοΚ και της κυβέρνησης. Στην περίπτωση του πρώην πρωθυπουργού το πρόβλημα εξακολουθεί να είναι το «σύστημα», από κοινού με τη διεκδίκηση μιας αντιδεξιάς ταυτότητας για τον πολιτικό χώρο στον οποίο αναφέρεται. Απωθώντας το γεγονός ότι ήταν αυτός ο οποίος ζητούσε το καλοκαίρι του 2011 τη συμμετοχή της ΝΔ στην κυβέρνησή του. Πρόκειται για αντιδεξιά ρητορική μεταβλητής γεωμετρίας που υφολογικά βρίσκεται κοντά σε αυτήν του παλιού μεταπολιτευτικού ΠαΣοΚ. Αντί να προσπαθεί να πείσει για το αναπόφευκτο της τότε βασικής επιλογής του, η εκ μέρους του υιοθέτηση μιας επικριτικής στάσης σήμερα αποσταθεροποιεί εξ αντικειμένου τόσο την κυβερνητική διαχείριση όσο και τις προσπάθειες ανασύνταξης του κεντροαριστερού χώρου.

Από την άλλη πλευρά, η εμφάνιση ενός νέου προσωποκεντρικού σχηματισμού («Το Ποτάμι») φέρει τα χαρακτηριστικά μιας άλλου τύπου αντισυστημικότητας. Το «Ποτάμι» είναι ένα υπερβατικό νεο-λαϊκιστικό «αντικομματικό κόμμα» ή «κίνημα» που αρνείται τις πολιτικές διαιρέσεις, συγκροτούμενο από άτομα χωρίς κομματικό παρελθόν, ένα κόμμα στην εποχή της βιντεοπολιτικής, που υπάρχει διά της βιντεοπολιτικής. Ο αυτοχρισμένος αρχηγός του οφείλει εξ ολοκλήρου την πολιτική του αναγνωρισιμότητα στην τηλεοπτική του καθιέρωση. Οι παραδοσιακοί λαϊκιστές ήταν χαρισματικοί, επικοινωνούσαν με τον «λαό» διά μέσου μεγάλων λαϊκών συγκεντρώσεων, οι νέοι δημαγωγοί είναι τηλεγενείς και ο λαϊκισμός τους δεν είναι παρά τηλε-λαϊκισμός. Το ακροατήριό τους είναι διαπολιτικό, το πρόγραμμά τους ανύπαρκτο ή θολό, τη θέση του καταλαμβάνουν οι υποσχέσεις. Η ιδεολογία τους είναι «και» (και δεξιά και αριστερά, πρακτικά αυτό μπορεί να σημαίνει ούτε δεξιά ούτε αριστερά). Προτέρημα και αδυναμία τους ταυτόχρονα είναι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η ισχνή τους ταυτότητα. Θέλουν να εκφράσουν και αυτοί το sens commun, όπως και οι παλιοί λαϊκιστές, στην περίπτωση του «Ποταμιού», μια εικαζόμενη κεντρομόλο προοδευτική «κοινή λογική» που, χωρίς να αμφισβητεί τη δημοκρατία, στοχοποιεί παρ' όλα αυτά με συνοπτικό τρόπο έναν μόνον παράγοντα για την κρίση, τους «αποπάνω», το «σύστημα». Αντιπροσωπεύει και αναπαράγει, στο πλαίσιο αυτό, μια ενδοσυστημική αντισυστημικότητα, της οποίας η αντίφαση είναι ο κανόνας: η υπόσχεση «πολιτική για όλους» εναποθέτει τις συγκεκριμένες προτάσεις στους «επαΐοντες». Με την έννοια αυτή δίνει την εικόνα ενός «φιλελεύθερου» μεταπολιτικού λαϊκισμού που δύσκολα αναγνωρίζεται στην «Κεντροαριστερά». Παρά τις διαφορετικές αφετηρίες, αλλά και προθέσεις, οι πολιτικοί φορείς όλων αυτών των πρωτοβουλιών συναντώνται στο πλαίσιο μιας ιδιοτελούς αρνητικής αντισυστημικότητας. Η άρνηση του παρελθόντος με τη μορφή ενεργούς και αυτοκριτικής ανάληψης πολιτικών ευθυνών, η άρνηση μιας αξιόπιστης τοποθέτησης σε σημερινά άμεσα προβλήματα των σχέσεων της χώρας με τους δανειστές της, οι χιμαιρικές «προτάσεις» φυγής προς τα εμπρός θέτουν το εξής ερώτημα: Πόσο αξιόπιστες, καινοτόμες και λειτουργικές μπορούν να είναι προσπάθειες ανανέωσης του πολιτικού συστήματος όταν αυτές αίρονται της πραγματικότητας ενός πρόσφατου παρελθόντος που συνεχίζει σε μεγάλο βαθμό να καθορίζει και τις πολιτικές δυνατότητες του παρόντος;        

Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες