Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Πάταξον μεν, άκουσον δε

Του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, Βήμα
Εν κατακλείδι, στη δημοκρατία (εντός και εκτός της Βουλής) οι αντιθέσεις, οι αντιπαραθέσεις, οι λυσσαλέες, πλην θεμιτές, διαφωνίες δεν διευθετούνται με τη μαγκούρα. Δεν λύνονται τα προβλήματα του τόπου με χαστούκια, βρισιές και γιουχαΐσματα. Μοναδικό κριτήριο προκειμένου να δικαιολογηθούν οι αναγκαίες - όσο σκληρές και μαχητικές - αντιπαραθέσεις των πολιτικών, ο μόνος λόγος που νομιμοποιεί διαφωνίες, εχθρότητες και αντιπαλότητες είναι το εθνικό συμφέρον. Εχουμε βαρεθεί τα «ψώνια». Τους άξεστους, χυδαίους και ακαλλιέργητους κομματικούς «εκπροσώπους» του λαού. Το επιχείρημα ότι ο λαός τούς ψηφίζει φαίνεται λογικό, αλλά δεν δίνει σε κανέναν άφεση αμαρτιών. Για έναν απλό λόγο: επειδή οι κομματικοί μηχανισμοί (και όποιοι άλλοι) έχουν κάνει εκ των προτέρων τις επιλογές τους. Σε πολύ μεγάλο ποσοστό. Είναι λοιπόν καιρός να σκεφθούμε ότι θα πρέπει να εκβληθούν από τη Βουλή και οι «ψυχώ» που ραπίζουν αλλά και όσοι ραπίζουν υβρίζοντας με τρόπο απαράδεκτο τους κομματικούς αντιπάλους τους. Και μάλιστα για λόγους προσωπικού «γοήτρου». Ο τσαμπουκάς και η χειροδικία εύκολα μπορούν και πατσίζουν με την ακράτεια της γλώσσας.
Είναι γνωστό το συμβάν, λίγο πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ανάμεσα στον Θεμιστοκλή και στον τότε ναύαρχο του ελληνικού στόλου Σπαρτιάτη Ευρυβιάδη.
Ο Ευρυβιάδης, άτολμος όπως ήταν (μαλακός, στο πρωτότυπο), εισηγείται να φύγει ο στόλος από τα στενά και να ενωθεί με τον στρατό στον Ισθμό. Ο Θεμιστοκλής διαφωνεί και ο Ευρυβιάδης του λέει: «Κοίτα, ραπίζουν εκείνους που ξεκινούν πρώτοι στους αγώνες». Ο Θεμιστοκλής απάντησε: «Ναι, αλλά και όσοι αργούν να ξεκινήσουν στεφάνι δεν παίρνουν». Ο Ευρυβιάδης σήκωσε τότε τη μαγκούρα του να χτυπήσει τον Θεμιστοκλή. Εκείνος όμως ατάραχος του είπε: «Χτύπησέ με αλλά άκουσέ με». Ο Ευρυβιάδης εντυπωσιάστηκε και απέσυρε το επιχείρημα της μαγκούρας. Και όταν ένας άλλος παρατήρησε πως κάποιος που δεν έχει πια πόλη δική του (η Αθήνα είχε καταστραφεί από τον Ξέρξη) δεν μπορεί να προτρέπει τους άλλους να εγκαταλείψουν τις πόλεις τους, ο Θεμιστοκλής του είπε: «Ω, μοχθηρέ! Εχουμε αφήσει την πόλη μας γιατί δεν θέλουμε να γίνουμε δούλοι. Η πόλη μας τώρα είναι οι διακόσιες τριήρεις». Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε.

Πιστεύω ότι αυτό το χωρίο (μαζί με άλλα) από τον δασκαλίστικο Πλούταρχο θα έπρεπε να είχε αναρτηθεί, με τεράστια γράμματα, μέσα στη Βουλή των Ελλήνων. Στο πρωτότυπο και σε μετάφραση, επειδή, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, οι βουλευτές μας είναι άμοιροι της ελληνικής παιδείας. Μάλιστα μερικοί/ές είναι ντιπ αγράμματοι και άξεστοι. Ετσι οι βουλευτές μας βλέποντας αυτό το χωρίο ενδεχομένως θα συνειδητοποιούσαν λίγο-λίγο ότι το επιχείρημα της μαγκούρας (= της χειροδικίας, του προπηλακισμού και της αλληλοεξύβρισης) δεν οδηγεί σε καμία πολιτική λύση. Για να γίνω σαφέστερος: οι ύβρεις, οι λεκτικές επιθέσεις και προφανώς τα χαστούκια από τον «ψυχώ» (κατά τον κ. Τσίπρα) παλικαρά χρυσαυγίτη όχι μόνο δεν φέρνουν αποτελέσματα αλλά αποπροσανατολίζουν, αχρηστεύουν τον διάλογο, εξευτελίζουν την πολιτική και δίνουν δικαιώματα στους εχθρούς της δημοκρατίας.

Οσοι πολιτικοί χειροδικούν, υβρίζουν, προσβάλλουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, το πρόσωπο των αντιπάλων τους είναι επικίνδυνοι για τη δημοκρατία. Δεν είναι απλώς «απολιτίκ» (σύμφωνα με τον ξενέρωτο όρο του συρμού), είναι εχθροί της Πολιτείας και της πολιτικής. Είναι αρνητές της δημοκρατίας. Ο παλικαράς που χαστουκίζει μιαν εκπρόσωπο του Ελληνικού Κοινοβουλίου, όσοι σκοτώνουν (δημοκράτες ή και χρυσαυγίτες), όσοι παρελαύνουν με ναζιστικά σύμβολα και κραυγές χιτλερικές, αυτή η κυρία και αυτός ο κύριος που αποκαλεί τον πολιτικό αντίπαλο «τσογλάνι», είναι ακριβώς ίδιοι. Βλάπτουν όλοι τους τη Συρία το ίδιο. Οι χρυσαυγίτικες βρισιές δεν είναι χειρότερες από τις «κομμουνιστικές». Τα νεοδημοκρατικά «ξεφωνίσματα» έχουν την ίδια σύσταση με τα συριζαίικα. Και όσοι «άντρες» και «μάγκες» κάνουν κρύα σεξιστικά «αστειάκια» μέσα στη Βουλή καλό θα είναι να επισκεφθούν τον ψυχολόγο ή (καλύτερα) τον σεξολόγο τους.

Εν κατακλείδι, στη δημοκρατία (εντός και εκτός της Βουλής) οι αντιθέσεις, οι αντιπαραθέσεις, οι λυσσαλέες, πλην θεμιτές, διαφωνίες δεν διευθετούνται με τη μαγκούρα. Δεν λύνονται τα προβλήματα του τόπου με χαστούκια, βρισιές και γιουχαΐσματα. Μοναδικό κριτήριο προκειμένου να δικαιολογηθούν οι αναγκαίες - όσο σκληρές και μαχητικές - αντιπαραθέσεις των πολιτικών, ο μόνος λόγος που νομιμοποιεί διαφωνίες, εχθρότητες και αντιπαλότητες είναι το εθνικό συμφέρον. Εχουμε βαρεθεί τα «ψώνια». Τους άξεστους, χυδαίους και ακαλλιέργητους κομματικούς «εκπροσώπους» του λαού. Το επιχείρημα ότι ο λαός τούς ψηφίζει φαίνεται λογικό, αλλά δεν δίνει σε κανέναν άφεση αμαρτιών. Για έναν απλό λόγο: επειδή οι κομματικοί μηχανισμοί (και όποιοι άλλοι) έχουν κάνει εκ των προτέρων τις επιλογές τους. Σε πολύ μεγάλο ποσοστό. Είναι λοιπόν καιρός να σκεφθούμε ότι θα πρέπει να εκβληθούν από τη Βουλή και οι «ψυχώ» που ραπίζουν αλλά και όσοι ραπίζουν υβρίζοντας με τρόπο απαράδεκτο τους κομματικούς αντιπάλους τους. Και μάλιστα για λόγους προσωπικού «γοήτρου». Ο τσαμπουκάς και η χειροδικία εύκολα μπορούν και πατσίζουν με την ακράτεια της γλώσσας.

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες