Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Ο δεύτερος θάνατος του Σιμόν Μπολίβαρ και η ταφή του Ούγκο Τσάβες


Του Νίκου Βλαχάκη, 12.3.13
"Μπολιβάρ, είσουνα πραγματικότητα, και είσαι, και τώρα δεν είσαι όνειρο"
                                           ‘ΜΠΟΛΙΒΑΡ’ Νίκος Εγγονόπουλος
Ο μεγάλος ιστορικός της Λατινικής Αμερικής Εντουάρντο Γκαλεάνο, στο βασικό έργο του «Οι ανοικτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής» (εκδ. Κουκκίδα) περιγράφοντας την κατάσταση στο Μεξικό όπως διαμορφώθηκε μετά το θάνατο του Εμιλιάνο Ζαπάτα γράφει: «Στα 1919, ένα στρατήγημα και μια προδοσία τερμάτισαν τη ζωή του. Χίλιοι άνδρες που του έστησαν ενέδρα, άδειασαν πάνω του τα τουφέκια τους. Πέθανε στην ίδια ηλικία που πέθανε κι ο Τσε Γκεβάρα. Ο θρύλος του όμως επέζησε: το άλογο του κάλπαζε μονάχο προς το νότο μέσα στα βουνά...». ΄Ολη η χώρα έπειτα, δεσμεύθηκε να τιμήσει τη θυσία του εφαρμόζοντας την αγροτική μεταρρύθμιση. Όμως ο μεξικάνικος εθνικισμός δεν προσανατολίστηκε ποτέ στο σοσιαλισμό, επισημαίνει, μη εκπληρώνοντας κατά συνέπεια τους αντικειμενικούς σκοπούς της επανάστασης.  Το κεφάλαιο του αυτό ο Γκαλεάνο το ονομάζει «Ο Αρτέμιο Κρουζ και ο δεύτερος θάνατος του Εμιλιάνο Ζαπάτα», στηρίζοντας την ιδέα του αυτή στο βιβλίο του μυθιστοριογράφου Κάρλος Φουέντες με τον τίτλο : «Ο θάνατος του Αρτέμιου Κρουζ», όπου ο ομώνυμος ήρωας του, λοχαγός ταπεινής καταγωγής, εγκαταλείπει με το πέρασμα των χρόνων τον ιδεαλισμό του συσωρεύοντας πλούτη, δύναμη, κύρος, χρησιμοποιώντας την δαφθορά και την καταστολή των Ινδιάνων,  ενσαρκώνοντας έτσι την μετεξέλιξη του κόμματος της επανάστασης και την μακρόχρονη παρουσία του στην πολιτική ζωή της χώρας μέσα από την ηθική και πολιτική του κατάπτωση.    

Η αλήθεια είναι ότι η περιοχή της Λατ.Αμερικής εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να παράγει μεγάλους μύθους, που μέσα από την όσμωση τους με την σκληρή κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα της ηπείρου τροφοδοτούν το συλλογικό υποσυνείδητο των λαών σε μια μοναδική ατμόσφαιρα «μαγικού ρεαλισμού». Ο θάνατος του Ούγκο Τσάβες τούτες τις μέρες προσέφερε μια ακόμη μυθική προσωπικότητα στο πάνθεον της.
Η Βενεζουέλα είναι αλήθεια πως είναι μια προικισμένη χώρα, καθώς «κάτω από το γλυφό νερό της λίμνης Μαρακάιμπο κατέφυγε το μεγαλύτερο κοίτασμα πετρελαίου της Νότιας Αμερικής. Ως εκεί που χάνεται το μάτι, κατά μήκος των βαλτωμένων ακτών της βρίσκεται ένα δάσος από αντλιομηχανές που τραβούν το μαύρο αίμα της γης, τούτο είναι η ίδια η ζωή του έθνους».  Η ανακάλυψη των κοιτασμάτων έγινε τη διάρκεια του Α΄Παγκόσμιου Πολέμου, ενώ είχε προηγηθεί η χρεωκοπία της χώρας υπό τον Πρόεδρο Σιπριάνο Κάστρο, που είχε σαν αποτέλεσμα το ναυτικό της αποκλεισμό από τη Μ.Βρετανία, την Γερμανία και την Ιταλία (1902-3) παραπέμποντας την τελικά στο Διαρκές Δικαστήριο Διαιτησίας της Χάγης. Ο Κάστρο αντικαταστάθηκε από τον παλιό του συνεργάτη στρατιωτικό Χουάν Βινσέντε Γκόμεζ ο οποίος κυβέρνησε επί 27 χρόνια (1908-1935)
Το πετρέλαιο δημιούργησε το «θαύμα» που ανέδειξε τη χώρα σε περιφερειακή δύναμη, έχοντας από το 1935 έως το 1978 το υψηλότερο ακαθάριστο κατά κεφαλήν εισόδημα της Λατ. Αμερικής ( 2.910$), μετά την έκρηξη των τιμών που επέφερε η πετρελαϊκή κρίση μετά το 1973 η οποία συνέπεσε με την εκλογή του Προέδρου Κάρλος Αντρές Πέρεζ, ενώ η υποστήριξη της κυβέρνησης της Βενεζουέλας αποδείχθηκε αποφασιστική το 1979 για την επικράτηση των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, διαμορφώνοντας νέους περιφερειακούς συσχετισμούς.
Από το 1958 η χώρα χαίρει πολιτικής σταθερότητας χάρη στη δημοκρατική εναλλαγή στην εξουσία ανάμεσα στο  Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (ΑD) και το χριστιανοδημοκρατικό(COPEI) που ονομάστηκε  «Punto fijo Pacto».
Η χώρα όμως εισέρχεται σε  οικονομική κρίση και πολιτική αστάθεια από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 ακολουθώντας την συνεπακόλουθη πτώση των τιμών του πετρελαίου και πάλι, κατάληξη της οποίας ήταν η έξωση του σοσοαλδημοκράτη Προέδρου Πέρεζ το 1993 με την κατηγορία της διαφθοράς. Η κρίση αυτή ανέδειξε τον Τσάβες στην πολιτική σκηνή αρχικά με το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1992, καθώς στο τέλος της  βρίσκεται να κηρύσσει την «Μπολιβαριανή επανάσταση» το 1998 και την σύνταξη του νέου Συντάγματος το 1999, αφού πρώτα του αποδόθηκε χάρη από τον βραχύβιο Πρόεδρο Ραφαέλ Καλντέρα. Είχαν προηγηθεί τα βίαια επεισόδια το 1989, γνωστά και ως «Καρακάσο», τα οποία συνέπεσαν με την πτώση του τείχους του Βερολίνου και τη λήξη του ψυχρού πολέμου.

Είναι λοιπόν πολύ ενδεικτικό ότι η γέννηση του  νέου «Μπολιβαρισμού» είναι αποτέλεσμα της απάντησης στην κρίση με όρους ενός ανανεωμένου Βενεζουελάνικου εθνικισμού που συμπίπτει με την εποχή του «τέλους των ιδεολογιών». Υπ’αυτή την έννοια αποτελεί ένα είδος μετα-ιδεολογικής αφήγησης και προσπάθειας διαμόρφωσης της επίλυσης της εθνικής κρίσης αντιπροσώπευσης που δημιουργήθηκε με την κατάρρευση του δικομματικού συστήματος εναλλαγής και την μονοπώληση της εξουσίας από τα παλαιά αστικά κόμματα μετά την κατάρρευση της Δημοκρατίας του Punto fijo Pacto. Αποτελεί συνεπώς ένα τυπικό φαινόμενο μιας μεταβατικής πολιτικής πρότασης, η οποία επιχείρησε την ταυτοτική ανασύσταση της έννοιας του έθνους ταυτόχρονα με τη δημιουργία συνθηκών ευρύτερης λαϊκής της νομιμοποίησης.

Το πολιτικό αρχέτυπο του Τσάβες θα πρέπει κανείς να το αναζητήσει όχι στους γενειοφόρους μαρξιστές αντάρτες της δεκαετίας του ’60 στα ποικίλα μέτωπα των διαφορετικών λατινοαμερικάνικων χωρών, ούτε σε εργατικά κινήματα όπως αυτό του Κόμματος των Εργατών του Λούλα, ούτε στους πάσης φύσεως φιλελεύθερους διανοούμενους της Αριστεράς και του «αντι-αυταρχικού» τους υποδείγματος, όπως ο ανθρωπολόγος Π.Φρέιρε. Η πολιτική μετεξέλιξη αυτών των παλαιών ένοπλων κινημάτων είναι οι Ζαπατίστας στο Μεξικό και ο αλληγορικός συμβολισμός της πασιφιστικής τους εξέγερσης την ίδια περίπου περίοδο που η «παγκόσμια αριστερά αναγνωρίζει το είδωλο της στα κομμάτια του σπασμένου καθρέφτη της πτώση του τείχους του Βερολίνου», όπως θα έλεγε ο Sub-comandante  Μάρκος... H Λατινοαμερικανική αριστερά σήμερα είναι κατεξοχήν πληθυντική, εκπροσωπούμενη από ποικίλα κινήματα υπεράσπισης ανθρώπινων δικαιωμάτων, υπεράσπισης των ιθαγενών, των εκπατρισμένων χωρικών, συνδικαλιστικών οργανώσεων, μεταρρυθμιστών και οικολόγων κ.α. που συνενώνονται σε μετωπικά σχήματα πολιτικής συνεργασίας ασκώντας κυβερνητική εξουσία στις περισσότερες χώρες της ηπείρου.

Ο Τσάβες  δεν είναι το κλασικό πρότυπο του κοινωνικού επαναστάτη, καθώς προέρχεται από ένα από τα θεμελιακά τμήματα του κράτους, δηλ. τον στρατό, η παρεμβατικότητα του οποίου στην πολιτική ζωή των χωρών αυτών κυμάνθηκε από τη στυγνή κατασταλτική χειραγώγηση και υπεράσπιση των αρχουσών τάξεων ως τοποτηρητές των αποικιοκρατικών καθεστώτων μέσω σκληρών δικτατοριών από τη μια, έως τη σθεναρή υπεράσπιση των λαϊκών στρωμάτων και των απόκληρων μέσω μιας μορφής διαμεσολάβησης και πολιτικής διακυβέρνησης με τη μορφή ενός προοδευτικού λαϊκισμού. Ένα τέτοιο πρότυπο σίγουρα εκπροσωπούν μορφές όπως ο Ζαπάτα κι ο Πάντσο Βίλλα ή οι πολέμαρχοι αρχηγοί των Ομοσπονδιακών  εμφύλιων πολέμων της Βενεζουέλας του 19ου αιώνα, ένστολοι Caudillos-Κυβερνήτες, λαϊκοί ήρωες και ταυτόχρονα αδιαμφισβήτητοι εκφραστές της αυθεντικής λαϊκής βούλησης και προστάτες του λαού και του έθνους.
Ένα τέτοιο πρότυπο όμως διαφέρει ουσιαστικά -αν και ίσως όχι ριζικά τουλάχιστον ως προς τις ιδεολογικοποιημένες μυθοποιήσεις του-  απ’ αυτό που ιστορικά εκπροσωπεί ο “Απελευθερωτής” Σιμόν Μπολίβαρ, το οποίο στηρίζεται στον πολιτικό φιλελευθερισμό του 18ου-19ου αιώνα και την φιλοσοφία του Κοινωνικού Συμβολαίου, που εισήγαγε στην Λατινική Αμερική ως μορφή πολιτικής διακυβέρνησης αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Ισπανούς και  ως προς τούτο σε τίποτα δε διαφέρει με το υπόδειγμα που εισήγαγαν οι “ιδρυτικοί πατέρες” των ΗΠΑ, παρά μόνο στο γεγονός ότι  προέκρινε αντί ενός ομοσπονδιακού μοντέλου τύπου “Ηνωμένων Πολιτειών” , ένα συγκεντρωτικό (political Centralism) κρατικό μόρφωμα, ενοποιητικό του έθνους, υπό την επιρροή του Βοναπαρτισμού, καθώς διατηρούσε αλληλογραφία με τον ίδιο τον Ναπολεόντα. Η διαμάχη του  Μπολίβαρ άλλωστε γι’αυτό το θέμα, αποτέλεσε την αιτία εμφύλιων προστριβών με μερίδα της κρεολλής αριστοκρατίας που επιθυμούσε τη φεντεραλιστική οργάνωση ώστε να προφυλάξει την πολιτικοοικονομική της επικυραρχία στη βάση των Επαρχιών (Departamientos).

Η ανάγνωση που ο Τσάβες επιχείρησε λοιπόν σ’αυτήν την φιλελεύθερη πολιτική παράδοση, αποτελεί ένα είδος μετα-μοντέρνας αποδόμησης και επιλεκτικής της ανασύστασης στις συνθήκες του 21ου αιώνα, διαμορφώνοντας ένα ιδεολογικό-πολιτικό υβρίδιο ως μεθερμηνεία και επαναδιατύπωση του αρχικού «Μπολιβαρισμού» μέσα από την καταστατική του ενσωμάτωση στο πολιτειακό σχήμα που διαμορφώθηκε στα ερείπια της 4ης  Βενεζουελανής Δημοκρατίας, αναμεμειγμένου με μερικά από τα συστατικά των «μεγάλων αφηγήσεων», εν προκειμένω του σοσιαλισμού, αν και στην πρώτη του φάση θα έλεγε κανείς ότι επιχείρησε να κινηθεί ως ένα είδος «τρίτου δρόμου» απορρίπτοντας τόσο τον νεοφιλελευθερισμό, όσο και τον σοβιετικό σοσιαλισμό.
 Από την απελευθερωτική ιδεολογία του Μπολίβαρ επιλέγει ένα επικαιροποιημένο αντι-ιμπεριαλιστικό στοιχείο που θα διαμορφώσει την νέα εθνική ταυτότητα και τον νέο πατριωτισμό, που όμως απευθύνεται πρωτίστως στο 75% των αποκλεισμένων λαϊκών στρωμάτων, αφήνοντας εκτός τα υπολλείμματα της μεσαίας τάξης -που ούτως ή άλλως είχαν συντριβεί ήδη με την αποτυχία του Προέδρου Πέρεζ- αλλά και τους διανοούμενους... Η εχθρική στάση άλλωστε του ΚΚ Βενεζουέλας απέναντι στο «φαινόμενο Τσάβες» πιστοποιεί με εύγλωττο τρόπο την καχυποψία της κλασικής αριστεράς για έναν παρόμοιο “νεολογισμό”.

Στον οραματισμό εξάλλου της “Μεγάλης Κολομβίας” που έθεσε τις βάσεις για την απελευθέρωση της ηπείρου από τον Μπολίβαρ, ο Τσάβες τοποθέτησε την ιδέα μιας προωθημένης περιφερειακής συνεργασίας με τη δημιουργία κοινής Τράπεζας και κοινού νομίσματος στα πρότυπα της ΕΕ, κάτι που ελάχιστα το πρόσεξαν εδώ στην Ευρώπη, προκατειλημμένοι εξάλλου από τις ποικίλες δαιμονοποιήσεις των κυρίαρχων ΜΜΕ, που δεν έβλεπαν τίποτα περισσότερο από μια εκδοχή ενός λιγότερο σκυθρωπού και περισσότερο κιτς Φιντέλ Κάστρο. Την ιδέα αυτή είναι γεγονός πως καμία ηγέτιδα αστική τάξη καμίας χώρας στη Ν. Αμερική απ’αυτές που διαμόρφωσαν την ηγεμονία τους στη βάση του “συμβιβασμού της Ουάσιγκτον” και των πειραματισμών των “Chicago boys” δεν μπόρεσε να διατυπώσει, εκτός από αυτόν τον αξιωματικό των Αλεξιπτωτιστών, τοποθετώντας τη χώρα του στην εμπροσθοφυλακή μιας ενισχυμένης πολιτικής περιφερειακής συνεργασίας, ως απάντηση στο αίτημα πολιτικής διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης. Αυτή είναι ίσως κι η πιο σημαντική συμβολή του Τσάβες, δεδομένου ότι στην αυταρχική του διακυβέρνηση –όχι δικτατορική όπως την χαρακτήριζαν οι νεοφιλελεύθεροι- ακόμη κι αν την αντιμετωπίσει κανείς ως μια ενισχυμένη εφαρμογή Προεδρικού Ρεπουμπλικανισμού  (Presidentialism) που άλλωστε είναι η επικρατούσα πολιτειακή μορφή της αμερικανικής ηπείρου, ελάχιστα μπορεί να βρει κανείς σ’αυτή παραδείγματα μιας νέας συμμετοχικότητας, που να δημιουργεί έστω και ως εξαγγελία έναν “σοσιαλισμό του 21ου αιώνα”, παρά την αναμφισβήτητη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού του.

Αυτό που συνιστά η εκδοχή του λαϊκισμού του Τσάβες είναι κινητικότητα των μαζών -και όχι πολιτική συνειδητοποίηση- γύρω από τη διαμεσολαβημένη σχέση τους με τον ηγέτη ως αποκλειστικό εκφραστή της “Μπολιβαριανής” Δημοκρατίας και ως εκ τούτου η συνέχιση αυτής της σχέσης και η αναπαραγωγή της μετά την απουσία του, ίσως καταστεί ένα από τα πιο προβληματικά σημεία των μετέπειτα πολιτικών εξελίξεων καθώς θα κρίνει την πορεία αυτής της μετάβασης που ξεκίνησε με την εμφάνιση του νεο-μπολιβαρικού κινήματος. Το παράδειγμα του Μεξικανικού Θεσμικού Κόμματος της Επανάστασης, ίσως προϊδεάζει για την  περαιτέρω μετεξέλιξη του αντίστοιχου κόμματος.

Την ίδια στιγμή βέβαια που το πείραμα Τσάβες μορφοποιούνταν, ένα άλλο πείραμα σε μια άλλη μεγάλη χώρα της περιοχής  ξεκινούσε ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη ακόμη, φιλοδοξώντας όχι τόσο να κερδίσει το στοίχημα του κοινωνικού μετασχηματισμού, όσο αυτό της ανάπτυξης και της εξόδου από τους μακροϊστορικούς παράγοντες που καταδικάζουν την Λατινική Αμερική σε χρόνια ένδεια και την περιθωριοποιούν στο διεθνές γίγνεσθαι. Γίνεται λόγος για την Βραζιλία των Λούλα-Ρούσεφ, αποτελώντας ένα διακριτό προς αυτό που επιχείρησε ο Τσάβες πολιτικό υπόδειγμα, κάνοντας χρήση όλων των θεσμικών εργαλείων της αστικής δημοκρατίας και της κοινωνικής ρύθμισης μέσω του κράτους και υπ’ αυτή την έννοια αποτελεί τη συνέχιση του  ματαιωμένου και ματωμένου πειράματος του Προέδρου Αλιέντε στη Χιλή.

Εν κατακλείδει είναι γεγονός  ότι η συγκεκριμένη περιοχή από τη λεγόμενη διαδικασία της “διπλής μετάβασης” (δηλ. ταυτόχρονη μετάβαση στην απελευθερωμένη οικονομία των παγκοσμιοποιημένων αγορών μέσω τυπικών μορφών δημοκρατικής συναίνεσης) υιοθετεί  πλέον τη διαδικασία της δημοκρατικής ενδυνάμωσης, εγκαταλείποντας την πρώτη,  την οποία επέβαλαν μέχρι πρότινος οι διεθνείς χρηματοοικονομικοί οργανισμοί ακόμη και με δικτατορίες.

Άν κάτι έχει σημασία για εμάς εδώ, είναι ακριβώς το παραπάνω συμπέρασμα, καθώς το ιδεολογικό υβριδικό μόρφωμα που διαμόρφωσε ο Τσάβες ως απάντηση στην κρίση που περιήλθε η χώρα του στα τέλη της δεκαετίας του ’90, πρέπει να ειδωθεί υπό ένα τέτοιο πρίσμα: ως απόπειρα δηλ. ανάκτησης της πολιτικής νομιμοποίησης μέσω μιας ριζικής εθνικής ταυτοτικής ανασυγκρότησης.

Ίσως γι’αυτό το λόγο η συζήτηση στην Ελλάδα γύρω από το θάνατο του Τσάβες πραγματοποιήθηκε με όρους ιδεολογικής πόλωσης. Άλλωστε ο Νίκος Εγγονόπουλος στο ποίημα  που θέσαμε στην προμετωπίδα καταλήγει με τον γνωστό στίχο: “ωραίος σαν Έλληνας”. Μόνο που ο Εγγονόπουλος το είπε για τον Μπολιβάρ…       
               

Νίκος Βλαχάκης

Μ.Α Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικής
Υποψήφιος Διδάκτορας Φιλοσοφίας Δικαίου και Πολιτικής
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες