Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

Εσπεράντο και Ευρώ


Του Λευτέρη Τσουλφίδη*, Το Βήμα,16.11.11

Η Εσπεράντο σχεδιάστηκε για να γίνει η διεθνής γλώσσα του μέλλοντος και ως τέτοια προσέλκυσε το ενδιαφέρον πολλών νέων, ιδίως τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Η Εσπεράντο είναι η γλώσσα αυτών που ελπίζουν, προφανώς, στη σύσφιξη των ανθρώπινων σχέσεων διεθνώς. Ωστόσο, οικονομική δύναμη και γλώσσα είναι αλληλένδετες και καθώς η Εσπεράντο αντλεί τη δύναμή της από τον διεθνισμό των οικονομικά ανίσχυρων εμπνευστών της παραμένει μια γλώσσα λίγων (περίπου δύο εκατομμυρίων) ρομαντικών ανθρώπων. Αντίθετα, η αγγλική γλώσσα αντλώντας τη δύναμή της από την οικονομική ισχύ των χωρών που την ομιλούν, αυθόρμητα έχει καθιερωθεί ως η διεθνής γλώσσα.

Η εισαγωγή του ευρώ θεωρήθηκε από τους εμπνευστές του ότι θα συμβάλλει στην σύσφιξη των οικονομικών και φιλικών δεσμών μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Το ευρώ, αρχικά τουλάχιστον, φάνηκε να εκπληρώνει τις προσδοκίες των εμπνευστών του δεδομένου ότι πολύ νωρίς λειτούργησε ως διεθνές μέσο συναλλαγών και αποθεματικό νόμισμα. Σε μια βαθύτερη όμως ανάλυση διαπιστώνεται ότι το ευρώ αντί να οδηγεί στη σύγκλιση συνέβαλε στην διεύρυνση των ανισοτήτων μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης (ΕΖ).


Ειδικότερα, το σκληρό ευρώ σε χώρες όπως η Ελλάδα ενθάρρυνε την αύξηση των καταναλωτικών και όχι των επενδυτικών δαπανών, με αποτέλεσμα η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας διαρκώς να χειροτερεύει. Αν αντί του ευρώ είχαμε τη δραχμή, ο πληθωρισμός και η υποτίμησή της σε συνδυασμό με τα αυξημένα επιτόκια θα μείωναν τις καταναλωτικές δαπάνες των νοικοκυριών και του κράτους. Το σκληρό όμως ευρώ, διευκόλυνε τις εισαγωγές, ενώ τα ιδιαίτερα χαμηλά επιτόκια ώθησαν το κράτος σε υπέρμετρο δανεισμό. Τα αποτελέσματα γνωστά, χρόνια δημόσια ελλείμματα και υπερδιόγκωση του χρέους σε σημείο που είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί από την εξασθενημένη παραγωγική βάση της οικονομίας, ενώ το μεγάλο άνοιγμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών απαιτεί την εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή τη μείωση μισθών και την απίστευτη αύξηση της ανεργίας. Τα ακριβώς αντίθετα φαινόμενα παρατηρούνται στις αναπτυγμένες χώρες του Βορρά, όπως η Γερμανία.


Είναι εμφανές ότι στη φάση της οικονομικής άνθησης (μέχρι το 2007) οι πολιτικές ηγεσίες των χωρών της περιφέρειας αντί να πιέσουν για θεσμικές αλλαγές προς την κατεύθυνση της άμβλυνσης των ανισοτήτων και του πιο ενεργού ρόλου της ΕΚΤ, περιχαρακώθηκαν στα εθνικά τους όρια φροντίζοντας για την περαιτέρω παραμονή τους στην εξουσία. Στην Ελλάδα οι υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης που προέρχονταν κυρίως από την αύξηση της κατανάλωσης και της υπερδιόγκωσης των μη παραγωγικών τομέων της οικονομίας (κράτος, τράπεζες, εμπόριο και ιδιωτικές υπηρεσίες) ενώ οι παραγωγικοί τομείς της (πλην τουρισμού και μεταφορών), δηλαδή η βιομηχανία και η γεωργία γνώρισαν μια άνευ προηγουμένου συρρίκνωση. Η πολιτική ηγεσία αντί να καταστρώνει σχέδια ενίσχυσης της βιομηχανίας και της γεωργίας παραδόθηκε αμαχητί στο πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού εναποθέτοντας στην αγορά την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Η κοινωνία συνολικά παθητικά αποδέχτηκε τη νέα κατάσταση, όπου η κατανάλωση μπορούσε να αυξηθεί μέσω δανεισμού με χαμηλά επιτόκια και οι τράπεζες έβλεπαν τα κέρδη τους να αυξάνονται χάρη στα ποικιλώνυμα δάνεια (το «παραγόμενο προϊόν» τους) που χορηγούσαν. Κάποια στιγμή, όμως, εμφανίστηκαν οι δυσκολίες, τα νοικοκυριά αλλά και οι επιχειρήσεις δυσκολεύονταν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, οι τράπεζες αρχικά επωφελούνταν αυξάνοντας τα ενεργητικά του στοιχεία, σύντομα όμως η έλλειψη ρευστότητας έγινε το υπό αριθμό ένα πρόβλημα.


Το ευρώ δεν είναι ένα συνηθισμένο νόμισμα, σχεδιάστηκε με την προοπτική ότι στο μέλλον θα υπάρχει η αναγκαία πολιτική βούληση για διορθωτικές κινήσεις στην κατεύθυνση μιας ομοσπονδοποιημένης ΕΕ και αντίστοιχης κεντρικής τράπεζας με εναρμονισμένες δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές. Αν η ΕΕ βρίσκονταν σε φάση οικονομικής άνθησης πολύ ευκολότερα θα μπορούσε να προχωρήσει στις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές, όμως, σε φάση βαθιάς ύφεσης, όπως η σημερινή, αφυπνίζονται οι παλιές έχθρες των χωρών-μελών και το ευρώ από νόμισμα ενοποίησης γίνεται νόμισμα διαίρεσης, δεδομένου ότι στην πολιτική σκηνή διακρίνονται οι δημαγωγοί και εκλείπουν οι ιδεολόγοι και οραματιστές της Ευρώπης.


Οι οικονομικά αναπτυγμένες χώρες του βορρά που τώρα καλούνται να παραχωρήσουν μέρος από τα οφέλη τους θεωρούν ότι δικαίως τα απόκτησαν και ότι κακώς συμπεριέλαβαν στην ΟΝΕ χώρες που δεν ήταν έτοιμες και οι φωνές για διάλυση της ΕΖ πληθαίνουν και δυναμώνουν. Σημειωτέον, ότι διάλυση νομισματικής ένωσης κάθε άλλο παρά πρωτόγνωρο φαινόμενο είναι. Τα πρόσφατα χρόνια είχαμε τη διάλυση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (ΕΝΣ) συνεπεία νεοφιλελεύθερων πολιτικών σε συνδυαζόμενες με τις τεράστιες δαπάνες της ενοποίησης των δύο Γερμανιών. Τα υψηλά επιτόκια της Γερμανίας δεν μπορούσε να τα ακολουθήσει η πληττόμενη από βαθειά ύφεση Αγγλία, πράγμα που το εντόπισαν οι κερδοσκόποι και την περίοδο 1992-1993 στοιχημάτιζαν στην πτώση της λίρας και στην άνοδο του μάρκου. Η Αγγλία τότε εξαναγκάστηκε σε γενναία υποτίμηση της λίρας εγκαταλείποντας το ΕΝΣ και έκτοτε έπαυσε να ενδιαφέρεται για ένταξη σε νομισματική ένωση.


Η Ελλάδα που δεν συμμετείχε στο ΕΝΣ και ενώ υπήρχε η σχετικά πρόσφατη αρνητική εμπειρία, εντούτοις εντάχθηκε στην ΕΖ διατηρώντας και ενισχύοντας όλες τις γνωστές παθογένειές της φθάνοντας στα σημερινά αδιέξοδα. Το ζήτημα επομένως δεν είναι αν και πότε θα φύγει η Ελλάδα από το ευρώ, αλλά ότι το ευρώ ήδη φεύγει από την Ελλάδα. Το ευρώ (όπως και η Εσπεράντο) δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, όταν οι χώρες με την οικονομική ισχύ στερούνται της πολιτικής βούλησης να το προωθήσουν αναλαμβάνοντας το ανάλογο κόστος. Από την άλλη, η Ελλάδα προκειμένου να επιβιώσει ως κοινωνία με ή χωρίς το ευρώ, θα πρέπει να κηρύξει πόλεμο ενάντια στις μη παραγωγικές δαπάνες και τις συνδεόμενες με αυτές γραφειοκρατία και να υποστηρίξει δια πυρός και σιδήρου τις παραγωγικές επενδύσεις.

*Ο κ. Λευτέρης Τσουλφίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

http://www.metarithmisi.gr/imgAds/epikentro_1.gif

Αναγνώστες