Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

«Κάνει ο Δήμαρχος Εξωτερική Πολιτική;»

Η ομιλία του δήμαρχου Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη στο ΕΛΙΑΜΕΠ 7.6.2011
Καλημέρα σε όλους σας. Ευχαριστώ πολύ τον Λουκά Τσούκαλη και το ΕΛΙΑΜΕΠ καθώς και το Υπουργείο Εξωτερικών για την δυνατότητα που μου δόθηκε να τοποθετηθώ στο πως αντιλαμβάνομαι την διεθνή διάσταση του ρόλου μου ως Δήμαρχος της Θεσσαλονίκης, της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της χώρας, και βέβαια την σημασία του διεθνούς περιβάλλοντος για την ίδια την πόλη. Κάνει λοιπόν ο Δήμαρχος εξωτερική πολιτική; Η εύκολη απάντηση, που είμαι σίγουρος ότι θα ανακουφίσει και πολλούς από εσάς είναι «όχι δεν κάνει» η τουλάχιστον «όχι, δεν πρέπει να κάνει». Μάλιστα από μια άποψη, όπως θα σας εξηγήσω και σε λίγο, είμαι ο μόνος βλαχοδήμαρχος που είμαι πραγματικά πιστός στην εξωτερική πολιτική της χώρας. Η κριτική που μου ασκείται, μάλιστα, έγκειται συχνά στο ότι αρνούμαι να αντιπαρέλθω και να διαφοροποιηθώ από την Ελληνική εξωτερική πολιτική, όπως την βρήκα από τότε που ανέλαβα καθήκοντα ως Δήμαρχος Θεσσαλονίκης.

Σε αυτό το σημείο ήθελα να αναφέρω και το εξαιρετικό βιβλίο του Γιάννη Στεφανίδη που εξηγεί πώς τοπικές κοινωνίες και οργανώσεις, επαγγελματικές, προσφυγικές, χριστιανικές, φοιτητικές, ούτε καν δήμαρχοι δηλαδή, στην δεκαετία του 1950 και 1960, ιδίως μάλιστα στην Θεσσαλονίκη, υιοθέτησαν ακραίες θέσεις πρώτα για την Βόρεια Ήπειρο, και αργότερα για την Κύπρο. Υιοθέτησαν αυτές τις θέσεις με ελάχιστες γνώσεις, για το τι μπορούσε αντικειμενικά η χώρα να πετύχει διπλωματικά εκείνη την περίοδο, και με κριτήρια άσχετα προς την εξωτερική πολιτική, όπως την διεύρυνση των πελατειακών τους σχέσεων με την διοίκηση, την ανέλιξη των πολιτικών σταδιοδρομιών των ηγεσιών τους και βεβαίως την εσωτερική κομματική και ιδεολογική αντιπαράθεση της εποχής. Μία ανάλογη δυναμική είχαμε βεβαίως και με το Μακεδονικό την δεκαετία του 1990 στην Ελλάδα, και εκεί η τοπική αυτοδιοίκηση, και μάλιστα αυτή της πόλης της Θεσσαλονίκης, υπήρξε ιδιαιτέρως ενεργή.
Μιλώ σε μια Αίθουσα που φέρει το όνομα ενός εκ των ικανοτέρων διπλωματών της Ελλάδος και της Κύπρου, του Γιάννου Κρανιδιώτη, και πιθανόν στο σημερινό κοινό βρίσκονται έμπειροι και ικανοί διπλωμάτες. Συχνά όμως, αυτοί οι διπλωμάτες αναλώνουν το σημαντικότερο μέρος της σταδιοδρομίας τους, κάνουν χρήση της εξαιρετικής τους τεχνικής κατάρτισης στο διεθνές περιβάλλον και της γνώσης τους της διεθνής πραγματικότητας εντός των περιορισμών που θέτουν οι μαξιμαλιστικοί στόχοι τοπικών κοινωνιών και οργανώσεων που δραστηριοποιούνται σε πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη. Εγώ λοιπόν ήρθα εδώ στην αίθουσα Κρανιδιώτη να σας πω ότι πιστεύω πως και οι πολιτικές ηγεσίες της χώρας, και σίγουρα οι διπλωμάτες μας, ναι μεν δεν κατέχουν το αλάθητο του Πάπα, αλλά είναι σίγουρο ότι έχουν ακριβέστερη αντίληψη ή τέλος πάντων λιγότερο λαθεμένη από αυτό το συνονθύλευμα διεθνών στόχων, δικαίων και αξιώσεων που προβάλλουν σε τοπικό επίπεδο για τοπικούς λόγους και εξαιτίας επαρχιώτικων αντιλήψεων και υπολογισμών διάφορες τοπικές κοινωνίες.
Όπως όμως και εάν διαμορφώνεται η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί παρά να είναι μία στην κοινοβουλευτική δημοκρατία την οποία ζούμε. Μπορώ να διαφωνώ μαζί της, ως πολίτης αλλά δεν δικαιούμαι να την υποσκάψω με τις ενέργειες και τους χειρισμούς μου ως δήμαρχος. Σε βάθος χρόνου, εάν όλοι βασιστούμε σε αυτή την αρχή ναι μεν θα περάσουν περίοδοι που η χώρα θα πορεύεται στο εξωτερικό με ένα τρόπο που δεν μας βρίσκει σύμφωνους, αλλά θα διατηρεί πάντα την ικανότητα να ακολουθεί με συνέπεια τους στόχους της και, σε βαθμό που τους τροποποιεί ή τους αλλάζει, να μπορεί να το κάνει αποτελεσματικά. Η εναλλακτική λύση είναι το ρεμπέτ ασκέρι. Και το ρεμπέτ ασκέρι αργά ή γρήγορα και θα ηττηθεί κατά κράτος και θα βλάψει όλους μας μέσα από την ήττα του, ανεξαρτήτως των απόψεων μας για την Ελλάδα και το διεθνές σύστημα.

Η Εξωτερική Πολιτική και η Δημοτική Αρχή της Θεσσαλονίκης
Βεβαίως η ζωή είναι πολύ πιο ευχάριστη όταν κάνεις κάτι όχι μόνο επειδή πρέπει αλλά και επειδή το θέλεις. Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να σας πω ότι βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση, ως Δήμαρχος Θεσσαλονίκης, να συμφωνώ με καίριες επιλογές της εξωτερικής μας πολιτικής που μάλιστα έχουν υιοθετηθεί από διαδοχικές κυβερνήσεις και της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ. Αυτές οι πολιτικές πιστεύω είναι εις όφελος της πόλης της Θεσσαλονίκης, οπότε και ως Δήμαρχός της μπορώ, όχι μόνο να τις ανεχτώ με σφιγμένα τα δόντια, αλλά και να τις υποστηρίξω με ενθουσιασμό.
Η μία επιλογή συνίσταται στην πρόταση της σύνθετης ονομασίας για την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, την ακατονόμαστη, όπως την λέει και ο Λουκάς. Είναι ανόητο να αρνούμαι σε αυτούς τους ανθρώπους να χρησιμοποιούν την λέξη Μακεδονία για να χαρακτηρίσουν το κράτος τους, όταν έχουν παράδοση αιώνων στην γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας. Εμείς οι Βλάχοι, που είμαστε από τα ίδια τα μέρη, πάντα λέγαμε ότι μιλούν Μακεδονίτικα και τους αποκαλούσαμε Σλαβομακεδόνες. Επίσης ανόητο και απαράδεκτο είναι να σφετερίζονται μέρος της αρχαιοελληνικής παράδοσης με την οποία δεν έχουν καμία σχέση. Αυτό που τους λέω πάντα είναι ότι «καλά, έχετε μια τέτοια ένδοξη παράδοση ως Σλαβικό έθνος, τι σας κάνει να θέλετε να αποκτήσετε μια δανεική ταυτότητα; Είναι σαν να μην είστε περήφανοι για τις δικές σας καταβολές». Άποψή μου είναι ότι όσο περισσότερο αποδεχτούμε την διακριτή Σλαβομακεδονική ταυτότητα τόσο πιο γρήγορα θα ξεφουσκώσει το μπαλόνι του σφετερισμού του Μεγάλου Αλέξανδρου – και θα μιλήσουμε για τον Μέγα Αλέξανδρο αργότερα.
Τώρα όσον αφορά την ευαισθησία της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας μας σε αυτό το θέμα, βεβαίως είμαστε και πιο ευαίσθητοι. Είμαστε πιο ευαίσθητοι σε μια πιθανή αποσταθεροποίηση της ΠΓΔΜ διότι είμαστε κοντύτερά της και διότι οι περισσότερες μικρομεσαίες Ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται εκεί είναι από την Βόρεια Ελλάδα καθώς και οι περισσότεροι επισκέπτες από την ΠΓΔΜ στην Ελλάδα επισκέπτονται την Θεσσαλονίκη και όχι την Καλαμάτα ή τα Χανιά. Θέλουμε, λοιπόν, η συμφωνία της σύνθετης ονομασίας να επιτευχθεί το ταχύτερο δυνατόν και η ΠΓΔΜ –μαζί και η Σερβία, μετά από την σύλληψη του Ράτκο Μλάντιτς– να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Στην σημερινή δυσχερή συγκυρία η χώρα μας χρειάζεται περισσότερη πολιτική σταθερότητα γύρω της και το παρεπόμενο της, οικονομική ανάπτυξη, όχι λιγότερη.
Είμαι επίσης σε απόλυτη σύμπνοια με την πολιτική της Ελληνικής Κυβέρνησης υπέρ της διευρυνόμενης οικονομικής αλληλεξάρτησης με την Τουρκία. Όπως είχε πιε και ο αείμνηστος Θόδωρος Καρατζάς, «για δεκαετίες είχαμε υποστεί το κόστος της γειτνίασης, τώρα που υπάρχει οικονομικό όφελος [λόγω μιας ολοένα πιο ανοιχτής και δυναμικής Τουρκικής οικονομίας] θα το καρπωθούν όλοι πλην της Ελλάδος;». Σας θυμίζω ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, το μεγαλύτερο πιστωτικό ίδρυμα της χώρας, πήγε στην Τουρκία με τις ευλογίες των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας. Η εξαγορά της Finansbank από την Εθνική μάλιστα, η μεγαλύτερη διασυνοριακή επένδυση στα Ελληνικά εταιρικά χρονικά, έγινε με τις ευλογίες της κυβέρνησης Καραμανλή και την έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος. Παρομοίως, η κυβέρνηση της ΝΔ και η ίδια η διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος έδωσαν άδεια στην τουρκική τράπεζα Ζιραάτ να ανοίξει υποκαταστήματα στην Θράκη και στην Αθήνα. Περιττό να σας πω ότι είναι καλοδεχούμενοι και στην Θεσσαλονίκη, όπως και οποιοσδήποτε άλλος σοβαρός Τούρκος επενδυτής. Υπενθυμίζω, επίσης, σχετικά με την πολιτική του Δήμου μας για την ανάδειξη της Οθωμανικής κληρονομιάς της πόλης, ότι επί σειρά ετών, και σε κυβερνήσεις και των δύο κομμάτων εξουσίας, είναι πολιτική του Υπουργείου Πολιτισμού που εκτελείται ενσυνείδητα από τις σχετικές Εφορίες Αρχαιοτήτων η προστασία και η ανάδειξη της Οθωμανικής και μουσουλμανικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς που ενυπάρχει στην Ελληνική επικράτεια.
Η πολιτική του Δήμου Θεσσαλονίκης, λοιπόν, για την προσέλκυση του μέγιστου δυνατού αριθμού τουριστών από την Τουρκία στην Θεσσαλονίκη και στην γύρω περιοχή, υποβοηθούμενη από την ανάδειξη του κοινού Οθωμανικού μας παρελθόντος, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η έκφραση σε τοπικό επίπεδο της επίσημης πολιτικής της κεντρικής διοίκησης και των διαφόρων οργάνων της, είτε αυτά λέγονται Υπουργείο Εξωτερικών ή Πολιτισμού είτε Τράπεζα της Ελλάδος. Μάλιστα αυτή η πολιτική, ιδίως όσον αφορά την αύξηση του τουριστικού ρεύματος και την εισροή αλλοδαπών κεφαλαίων στην χώρα μας αποτελεί σήμερα, και λόγω της κρίσης, την κορυφαία εθνική πολιτική αυτής της κυβέρνησης και της όποιας κυβέρνησης: για τον απλούστατο λόγο ότι, χωρίς την παρεπόμενη αυτών των δύο στοιχείων οικονομική ανάπτυξη, η Ελλάδα δεν πρόκειται να ανακτήσει την εθνική της κυριαρχία σε καίριους τομείς της δημόσιας πολιτικής της. Η δε κοινωνική συνοχή της χώρας, που είναι και ο θεμέλιος λίθος της εθνικής ισχύος της, θα δοκιμαστεί επικίνδυνα, όπως ήδη δοκιμάζεται άλλωστε.
Η μόνη, αλλά σοβαρή ένσταση, που έχω όσον αφορά το Υπουργείο Εξωτερικών, αφορά την αποτελεσματικότητα των προξενικών του αρχών στο θέμα τις visa. Σε πρόσφατο ταξίδι μου στην Κωνσταντινούπολη διαπίστωσα ότι το εκεί Προξενείο μας παρέχει μόνο 150 βίζες ανά εργάσιμη μέρα.
Κυρίες και κύριοι τέτοιες επιδόσεις, την σήμερον ημέρα, είτε στην Τουρκία είτε στην Ρωσία είτε όπου αλλού, δεν είναι αποδεκτές. Το Υπουργείο πρέπει τάχιστα να δεκαπλασιάσει αυτά τα νούμερα –και ακόμη και τότε δεν ξέρω εάν θα ικανοποιήσει την τουριστική ζήτηση για την Ελλάδα από αυτές τις χώρες. Να μια δημόσια υπηρεσία, που η αύξηση των λειτουργικών της δαπανών και η βελτίωση της λειτουργικής αποτελεσματικότητας αποτελεί πραγματική προτεραιότητα στην εποχή του Μνημονίου.
Δεν έχουμε άποψη, λόγο και παρέμβαση, βεβαίως, ως Δήμος Θεσσαλονίκης, και ούτε προτιθέμεθα να αποκτήσουμε, για τις διαπραγματεύσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης για το θέμα του Αιγαίου, για την αμυντική πολιτική της χώρας και ούτω καθεξής. Το λέω αυτό γιατί δεν είναι πάντα δεδομένο για άλλους τοπάρχες της χώρας, όπως είδαμε και με τα Ίμια. Ας καταθέσω μόνο ότι είμαι υπερήφανος πατέρας δύο γιών, ένας υπηρέτησε στο ναυτικό και ένας στους καταδρομείς. Όπως με μεγάλωσε ένας Έλληνας πατριώτης, έτσι μεγάλωσα και εγώ Έλληνες πατριώτες. Ως Δήμαρχος Θεσσαλονίκης, έχω αγαστή συνεργασία με το Τρίτο Σώμα Στρατού και την ικανότητα ηγεσία του. Μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι, κατά την γνώμη μου, και πρέπει να είμαστε σε θέση να κοιμόμαστε ήσυχοι, παρ’ όλες τις επιπτώσεις της κρίσης στην άμυνα μας. Και μπορεί η κρίση να αποτελέσει ευκαιρία για τον εξορθολογισμό των αμυντικών μας δαπανών και την γενικότερη χρηστή διαχείριση στο σύνολο της κρατικής μηχανής, τόσο δηλαδή στις ένοπλες δυνάμεις μας όσο και στον Δήμο Θεσσαλονίκης.

Η Διεθνοποίηση της Θεσσαλονίκης
Ελπίζω να σας έπεισα ότι έχω σαφή άποψη των διακριτών ρόλων του Υπουργείου Εξωτερικών και του δεύτερου μεγαλύτερου Δήμου της χώρας. Εκεί που τα όρια είναι πιο δυσδιάκριτα είναι μεταξύ των αρμοδιοτήτων της Κεντρικής Κυβέρνησης και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε θέματα που τελικά επηρεάζουν καθοριστικά την διεθνοποίηση μιας πόλης σαν την Θεσσαλονίκη. Από την μία πλευρά, έχουμε με τον Καλλικράτη διευρυνόμενες αρμοδιότητες άρα και διευρυνόμενες ευθύνες για την διακυβέρνηση των πόλεων και των περιφερειών μας. Από την άλλη μεριά, σε καθοριστικά θέματα για την επιτυχημένη διεθνοποίηση μιας πόλης σαν την Θεσσαλονίκη – και την σήμερον ημέρα δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχημένη πόλη του μεγέθους της Θεσσαλονίκης χωρίς να είναι επιτυχώς διεθνοποιημένη – η κεντρική διοίκηση έχει ακόμη τον κεντρικό ρόλο.
Πως γεφυρώνεται αυτό το χάσμα; Με όρους πολιτικούς, εάν όχι διοικητικούς. Ως δήμαρχος Θεσσαλονίκης θα υποστηρίξω αυτές τις αλλαγές σε εθνικό επίπεδο που κατά την κρίση μου βελτιώνουν την διεθνοποίηση σε τοπικό επίπεδο, στο επίπεδο της πόλης της Θεσσαλονίκης δηλαδή.
Ξέρετε, η Θεσσαλονίκη ως μητρόπολη των Βαλκανίων δεν ήταν και ούτε είναι χίμαιρα. Είναι απλώς άπιαστο όνειρο και μεγάλα λόγια με δεδομένη την σημερινή λειτουργία καίριων θεσμών και οργανισμών της, όπως το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας, το ΑΠΘ, το δεύτερο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας, τον ΟΛΘ, και μερικά από τα μεγαλύτερα δημόσια νοσοκομεία της χώρας. Ουσιαστικά η σχέση όλων αυτών των οργανισμών με την κεντρική διοίκηση –σχέση διαπλοκής, αναξιοκρατίας και διαφθοράς– είχε και έχει γεωγραφικό προσανατολισμό. Διατήρησε και διατηρεί ακόμη αυτούς τους οργανισμούς σε νότιο και όχι σε βόρειο ή ανατολικό προσανατολισμό, δηλαδή προς την Αθήνα, και όχι προς την φυσική ενδοχώρα της Θεσσαλονίκης, το Βελιγράδι, την Σόφια, τα Τίρανα, τα Σκόπια, το Βουκουρέστι, την Κωνσταντινούπολη. Οι πρόσοδοι αυτού του προσανατολισμού, καθώς και οι σχετικές προσωπικές στρατηγικές, βασίζονται στην πολιτική επιρροή που εξελίσσεται πυραμιδικά με κορυφή την Αθήνα. Αντίστροφα, οι πρόσοδοι αυτών των οργανισμών δεν βασίζονται στην επίδοση και άρα στην εξωστρέφεια, με την κορυφή της πυραμίδας να είναι μια Θεσσαλονίκη περιφερειακής εμβέλειας. Για αυτό και ο ΟΛΘ δεν είναι το κορυφαίο λιμάνι της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, αντίθετα κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μαρίνα. Για αυτό το ΑΠΘ, παρόλη την κατάρρευση των δαπανών παιδείας μετά την πτώση του κομμουνισμού, εδώ και είκοσι χρόνια δηλαδή, δεν έχει γίνει ακόμη ο πνευματικός φάρος όλων των Βαλκανίων. Και ούτω καθεξής.
Τι ζητάω λοιπόν από την Κεντρική Διοίκηση; Στον ΟΛΘ θέλω την είσοδο ενός κορυφαίου διεθνώς παίκτη στην διαχείριση λιμενικών εγκαταστάσεων. Πείτε το όπως θέλετε, μακροχρόνια μίσθωση προβλήτας, στρατηγική συνεργασία, κάντε το όμως. Εκτιμώ απεριόριστα τις σημερινές προσπάθειες και τα πρόσωπα που τις καταβάλλουν στον ΟΛΘ, αλλά μετά από δεκαετίες αδράνειας και αναποτελεσματικότητας είναι δυστυχώς, λαμβανομένου υπόψη μάλιστα την είσοδο της COSCO στον Πειραιά, «πολύ λίγο, πολύ αργά». Ήδη κλείνουμε είκοσι χρόνια καθυστέρησης στον ΟΛΘ από την Πτώση του Τείχους το 1989. Και θέλω να επιμείνω σε αυτό το σημείο. Είμαστε εμείς που κατασπαταλήσαμε την τελευταία εικοσαετία το τεράστιο γεωοικονομικό δώρο που μας έδωσε η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912. Είναι η συνέργια Ελληνικών συντεχνιών, Ελληνικών διοικήσεων και του Ελληνικού πολιτικού συστήματος σε βάθος χρόνου που ξεπούλησε, προς ίδιο όφελος, και τελικά απαξίωσε το Λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Παρομοίως, στο ΑΠΘ περιμένω από την επικείμενη μεταρρύθμιση του Υπουργείου Παιδείας ως μίνιμουμ πρώτον, την αποβολή των κομματικών νεολαιών από την διακυβέρνηση του, δεύτερον την θεσμική διευκόλυνση επαναπατρισμού της Ελληνικής επιστημονικής Διασποράς και τρίτον ένα ευέλικτο καθεστώς απορρόφησης δωρεών από την Ελληνική χορηγική κοινότητα. Ο πρώτος όρος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για το περιβάλλον διακυβέρνησης που μπορεί να προσελκύσει τα άλλα δύο στοιχεία, ακαδημαϊκό προσωπικό υψηλής ποιότητας και πόρους από την Ελληνική χορηγία. Όπως και με την εισροή στον ΟΛΘ διεθνούς τεχνογνωσίας και κεφαλαίων για την επίτευξη περιφερειακής ηγεμονίας, αυτές οι τρείς παρεμβάσεις είναι απαραίτητες για τον προσανατολισμό του ΑΠΘ από την Αθήνα –όπου οι ηγεσίες των κομματικών νεολαίων του ΑΠΘ αναρριχώνται– στην γεωγραφική μας ενδοχώρα. αλλά και στην παγκοσμίου εμβέλειας Ελληνική επιστημονική και χορηγική κοινότητα. Μόνο τέτοιου εύρους αλλαγές, άλλωστε, θα επιτρέψουν στις σημερινές προσπάθειες των Πρυτανικών Αρχών του ΑΠΘ για την αναμόρφωση του να πιάσουν τόπο.
Προτείνω επίσης την μεταφορά του Διεθνούς Πανεπιστημίου στον ευρύτερο χώρο της ΔΕΘ, συνάμα με την διεύρυνση της καταστατικής του αποστολής και ένα φιλόδοξο πρόγραμμα άντλησης χορηγιών: δηλαδή την παροχή διεθνοποιημένων υπηρεσιών εκπαίδευσης σε ένα τέτοιο σημείο της πόλης από χωρική άποψη, που να σηματοδοτήσει το άνοιγμα της σε έναν ευρύτερο διεθνικό χώρο. Ένα σημείο διεθνοποιημένης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που θα λειτουργήσει ως καταλύτης για όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα του μητροπολιτικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης στο να υιοθετήσουν ένα διεθνή προσανατολισμό και να προσελκύσουν στην πόλη μας μία κρίσιμη μάζα αλλοδαπών φοιτητών.
Με την ίδια λογική, πρέπει άμεσα το Υπουργείο Παιδείας να διεκδικήσει την αναγνώριση των πτυχίων των παιδιών της γεωγραφικής μας περιφέρειας που σπουδάζουν στα μη-κερδοσκοπικά αλλά και τα κερδοσκοπικά αναγνωρισμένα ξενόγλωσσα κολλέγια της Θεσσαλονίκης, στα οποία φοιτούν πάνω από χίλιοι αλλοδαποί φοιτητές. Είναι παραλογισμός το ΔΟΑΤΑΠ να αναγνωρίζει διπλώματα Ελλήνων που σπουδάζουν στο Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο του Μπλαγκόεβγραντ και το Βουλγαρικό κράτος να μην αναγνωρίζει πτυχία του κολεγιακού προγράμματος του ΑΝΑΤΟΛΙΑ, το οποίο έχει και εκατό χρόνια περισσότερο ιστορία από το Βούλγαρο ανταγωνιστή του, και της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής της Θεσσαλονίκης, επίσης κορυφαίου εκπαιδευτικού οργανισμού της πόλης μας. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να αφήνουμε λεφτά στο τραπέζι – ένας εξαιρετικά επιτεύξιμος στόχος 10,000 αλλοδαπών φοιτητών στην Θεσσαλονίκη μεταφράζεται σε εκατό εκατομμύρια ευρώ, σε αγορά προϊόντων και υπηρεσιών για την πόλη της Θεσσαλονίκης – επειδή οι συντεχνίες δεν έχουν συμφιλιωθεί ακόμη με ένα παγκόσμιο κεκτημένο, τον πλουραλισμό στην διακυβέρνηση της τριτοβάθμιας παιδείας. Υπενθυμίζω σε αυτό το σημείο ότι στον τομέα της τριτοβάθμιας παιδείας είμαστε κατεξοχήν ελλειμματικοί με 50 και χιλιάδες Έλληνες φοιτητές στο εξωτερικό να δαπανούν περίπου ένα δις ευρώ το χρόνο. Φαίνεται τα έχουμε και μας περισσεύουν. Επειγόντως λοιπόν το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να καταλήξει σε διακρατικές συμφωνίες με τις χώρες της περιοχής μας, με την Βουλγαρία, με την Ρουμανία, με την Τουρκία, που θα επιτρέπουν την αναγνώριση αυτών των πτυχίων.
Πρέπει, κυρίες και κύριοι, με όλα τα μέσα να διασώσουμε το βιοτικό επίπεδο ενός εκατομμυρίου Θεσσαλονικιών, να ταΐσουμε την δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδος. Και σχεδόν καμία από τις ιερές αγελάδες της Μεταπολίτευσης δεν τρώγεται πλέον.
Παρομοίως και στο θέμα της υγείας, πανεπιστημιακής, δημόσιας και ιδιωτικής, πρέπει να δούμε αυτές τις αλλαγές στο εθνικό θεσμικό πλαίσιο που θα επιτρέψει την πόλη της Θεσσαλονίκης να καταστεί κέντρο ιατρικής έρευνας και αριστείας και να μεταμορφωθεί έτσι σε σημείο αναφοράς για όλους τους Βαλκάνιους που αναζητούν και έχουν την οικονομική δυνατότητα να απολάβουν ανώτερης ποιότητας νοσηλεία. Να κάνουμε μια Harley Street στην Θεσσαλονίκη.

Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Διεθνικότητα
Στο κεντρικό θέμα των ημερών μας, τώρα, την οικονομική κρίση της χώρας και της σχέσης με τους Ευρωπαίους Εταίρους μας, την διεθνή οικονομική πολιτική μας εάν θέλετε, και εκεί η κεντρική κυβέρνηση –η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, όποια και εάν είναι αυτή– έχει τον κυρίαρχο λόγο. Όλοι ξέρουμε τι πρέπει να γίνει, εμείς πρέπει να επιδείξουμε ευθύνη και οι Ευρωπαίοι εταίροι μας αλληλεγγύη, και η διάσταση της ευθύνης όσο και η διάσταση της αλληλεγγύης είναι κύρια αποστολή της κυβέρνησης να τις προσδιορίσει στην διαπραγμάτευση με τους εταίρους μας.
Η συζήτηση της επιστροφής στην δραχμή από την σκοπιά της πόλης της Θεσσαλονίκης είναι μια μικροελλαδίτικη πρόταση και η Θεσσαλονίκη μόνο ως μεγαλοελλαδίτισσα θα πετύχει. Πίσω από αυτό που αποκαλούμε ‘Φτωχή και Τίμια Ελλάς’ πάντα βρισκόταν η επιθυμία της διαιώνισης των προνομιακών δεσμών της Νοτίου Ελλάδος με την πρωτεύουσα. Αντιθέτως η Θεσσαλονίκη ποτέ δεν θα είναι σε προνομιακή θέση σε αυτό το παιχνίδι. Θα επιστρατεύσω πάλι τον Θόδωρο Καρατζά που εκμυστηρεύτηκε σε συνεργάτη του κάποια στιγμή το 1996 ή 1997, 80 και χρόνια δηλαδή μετά την απόκτηση των Νέων Χωρών, ότι οι δυσκολότερες μετακινήσεις προσωπικού στην Εθνική Τράπεζα, εξαιτίας πελατειακών προσκομμάτων, γίνονταν στην Πελοπόννησο. Διορθώστε εάν κάνω λάθος, αλλά νομίζω ότι κατ’ αναλογίαν οι δημόσιοι υπάλληλοι που έλκουν την καταγωγή τους από την Νότια Ελλάδα είναι πολύ περισσότεροι από την υπόλοιπη επικράτεια. Εμείς λοιπόν θέλουμε ισχυρή Ευρώπη και ισχυρή Ελλάδα σε αυτή την Ευρώπη, μέλος της διευρυνόμενης ευρωζώνης που θα διασφαλίζει στην πόλη της Θεσσαλονίκης προνομιακή πρόσβαση στην ενδοχώρα της, σε μια ευημερούσα και πολιτικά σταθερή δηλαδή Νοτιοανατολική Ευρώπη –για τον απλούστατο λόγο ότι το συγκριτικό πλεονέκτημα της πόλης μας δεν έγκειται στην πρόσβασή της στην Αθήνα αλλά στην πρόσβαση της στην Σόφια, τα Σκόπια, την Πόλη, το Βελιγράδι και ούτω καθεξής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγαπούμε την πρωτεύουσα μας, την Αθήνα, ή ότι έχουμε συμπλεγματική σχέση μαζί της. Κάθε άλλο, η Αθήνα είναι μεταξύ των άλλων βασικός πυλώνας της στρατηγικής διεθνοποίησης της Θεσσαλονίκης. Η Αθήνα, και για την ακρίβεια τα αρμόδια υπουργεία, είναι ο βασικός μας συνεργάτης όσων αφορά τον προσπορισμό Ευρωπαϊκών πόρων, και των καινοτόμων πολιτικών που υποστηρίζουν αυτοί οι πόροι, για τον Δήμο Θεσσαλονίκης, σε όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων του. Η Αθήνα επίσης, φιλοξενεί το πλέον ισχυρό κομμάτι της Ελληνικής χορηγικής κοινότητας, η οποία κατά κύριο λόγο προέρχεται από τον κόσμο της ναυτιλίας, του πλέον παγκοσμιοποιημένου κλάδου υπηρεσιών της χώρας μας. Αποτελεί προσωπική μου προτεραιότητα να προσεγγίσω αυτή την κοινότητα, να μοιραστώ μαζί της το όραμα της δημοτικής αρχής της Θεσσαλονίκης για την πόλη μας, και την πόλη τους, διότι η Θεσσαλονίκη ανήκει σε όλους τους Έλληνες και σίγουρα σε αυτούς που έχουν διεθνικό προσανατολισμό, και να τους ζητήσω να συμμετάσχουν, ακόμη πιο δυναμικά απ’ ό,τι έχουν ήδη πράξει, για την αναγέννηση της: Την αναγέννηση των γραμμάτων και τεχνών της, την αναγέννηση της εκπαιδευτικής και ερευνητικής της αριστείας, την προστασία και ανάδειξη της ιστορικής κληρονομιάς της.
Τέλος όσον αφορά την στρατηγική διεθνοποίηση της πόλης μας θα αποκαταστήσω τον συμβολισμό του οικόσημου της, τον Μέγα Αλέξανδρο. Όπως είπα στο Δημοτικό Συμβούλιο, τα τελευταία είκοσι χρόνια κάναμε τον μεγαλύτερο στρατηλάτη όλων τον εποχών, την πλέον οικουμενική προσωπικότητα της Ελληνικής διαχρονίας, έναν επαρχιώτη συνοριοφύλακα. Ως πρώτη ενέργεια, σε αυτήν την κατεύθυνση, θα ενεργοποιήσω την εν υπνώσει σχέση αδελφοποίησης με την πόλη της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου. Όπως ξέρετε, η Αλεξάνδρεια απώλεσε και αυτή, όπως και η Θεσσαλονίκη, τον διεθνικό της χαρακτήρα, και έγινε ολοένα και συντηρητικότερη. Σήμερα με την καθεστωτική αλλαγή της Αιγύπτου θα τεθεί και στην πόλη αυτή, όπως τίθεται και στην Θεσσαλονίκη, το δίλλημα εξωστρέφεια ή εσωστρέφεια, προοδευτισμός ή συντηρητικότητα. Ευελπιστώ ότι μέσα από μια τέτοια σχέση θα μπορέσουμε να θέσουμε τις βάσεις ενός πρότυπου διαλόγου που να αφορά όχι μόνο τις δύο πόλεις μας, αλλά και τον Ελληνισμό, με μια ταχέως εξελισσόμενη Μέση Ανατολή. Και τολμώ να πω ότι ο Μέγα Αλέξανδρος θα ενέκρινε αυτή την πρωτοβουλία.

Τελικά κάνει ο δήμαρχος εξωτερική πολιτική;
Κλείνω επιστρέφοντας στο ερώτημα που έθεσε η ομιλία μου εάν κάνει ο δήμαρχος εξωτερική πολιτική. Όταν ο δήμαρχος συμφωνεί με την εξωτερική πολιτική τότε, με τις ενέργειες του, και σε συνεννόηση με την κεντρική διοίκηση, την εμπεδώνει και την διαχέει εντός και εκτός της χώρας. Εάν διαφωνεί τότε, όπως είπε και φιλόσοφος Βιτκενστάιν, ίσως η καλύτερη επιλογή είναι «για τα πράγματα για τα οποία δεν μπορούμε να μιλήσουμε καλύτερα να σιωπήσουμε». Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν την υποσκάπτει και δεν την αποδυναμώνει, πόσω μάλλον δεν προσπαθεί να την εξασκήσει ο ίδιος.
Στο δε δεύτερο θέμα που επικεντρώθηκε η τοποθέτηση μου, στην στρατηγική διεθνοποίησης της πόλης της Θεσσαλονίκης, οι δυνατότητες είναι πιο ρευστές και η ικανότητα αυτόνομης δράσης μεγαλύτερη. Εφόσον διατηρηθεί η εθνική συναίνεση ότι αναζητούμε την ευημερία μας σε μια ανοιχτή Ευρώπη και σε έναν ανοιχτό κόσμο εγώ ως Δήμαρχος Θεσσαλονίκης θα υποστηρίξω όλες αυτές τις συμμαχίες, τις συνθέσεις πολιτικών δυνάμεων και προσωπικοτήτων, που εξασφαλίζουν στην πόλη της Θεσσαλονίκης την επιτυχία σε διεθνές επίπεδο.
Σας ευχαριστώ που με ακούσατε είμαι ανοιχτός στις ερωτήσεις και παρατηρήσεις σας.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ουσιαστικός μεστός λόγος!! Μπράβο Δήμαρχε! Είμαστε μαζί σου!

Ανώνυμος είπε...

Επιτέλους. Ένας λόγος ευθύνης, ένας λόγος σοβαρός, λάγαρος και διαυγής, χωρίς αμφισημίες και πολιτικάντικα υπονοούμενα. Η Θεσσαλονίκη απέκτησε τον άρχοντα που πρέπει στα αείποτε κοσμοπολίτικα χαρακτηριστικά της. Είθε να μην του κόψουν την ζέση και την ορμή οι μίζεροι.
Δημήτρης

http://www.metarithmisi.gr/imgAds/epikentro_1.gif

Αναγνώστες