Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Η τοξική κληρονομιά της ελληνικής κρίσης

Tου Μάρτιν Γουλφ, The Financial Times, www.ppol.gr/
Δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν, η Ελλάδα διαμόρφωσε το ελληνικό πνεύμα. Πιο πρόσφατα, διαμόρφωσε την απάντηση στην οικονομική κρίση. Η Ελλάδα καταστράφηκε και ο φόβος των υπόλοιπων κρατών πως θα πάθαιναν το ίδιο δικαιολόγησε τη στροφή στη λιτότητα. Το αποτέλεσμα ήταν μια αναιμική ανάκαμψη από την ύφεση που προκάλεσε η κρίση, ιδίως στην ευρωζώνη και το Ηνωμένο Βασίλειο. Δυστυχώς, η Ελλάδα υπήρξε η λάθος κρίση στη λάθος ώρα. Ο Σάιμον Ούρεν-Λιούις (Simon Wren-Lewis) του πανεπιστημίου της Οξφόρδης αφηγείται αυτή την ιστορία σε μια εξαιρετική ανάρτησή του. Επισημαίνει την κριτική εκτίμηση του «διεθνούς νομισματικού ταμείου» (ΔΝΤ) για το πρόγραμμα διάσωσης που συμφωνήθηκε τον Μάιο του 2010. Να τι γράφεται εκεί σχετικά με τα ελαττώματά του: «η εμπιστοσύνη των αγορών δεν αποκαταστάθηκε, το τραπεζικό σύστημα απώλεσε το 30% των καταθέσεών του, και η οικονομία βυθίστηκε σε μια πολύ μεγαλύτερη του αναμενομένου ύφεση με εντυπωσιακά υψηλή ανεργία. Το δημόσιο χρέος παρέμεινε σε πολύ ψηλά επίπεδα και τελικά αναδιαρθρώθηκε αναγκαστικά, με παράπλευρες απώλειες στους ισολογισμούς των τραπεζών, που είχαν εξασθενήσει και από την ύφεση. Η ανταγωνιστικότητα κάπως βελτιώθηκε λόγω της μείωσης του μισθολογικού κόστους, αλλά οι διαρθρωτικές αλλαγές καρκινοβατούν και τα κέρδη στην παραγωγικότητα αποδεικνύονται απατηλά».


Ενώ το πρόγραμμα προέβλεπε μείωση του ΑΕΠ κατά 5.5% μεταξύ 2009 και 2012, το τελικό αποτέλεσμα έφτασε στο 17%. Σύμφωνα με τον «οργανισμό οικονομικής συνεργασίας και ανάπτυξης» (ΟΟΣΑ) (της λέσχης των πλουσίων κρατών) μεταξύ των πρώτων τριμήνων του 2008 και του 2013 η πραγματική ιδιωτική ζήτηση μειώθηκε στην Ελλάδα κατά 33% και η ανεργία έφτασε στο 27% του ενεργού πληθυσμού. Το μόνο πράγμα που δικαιολογούσε τόσο βαθιά ύφεση είναι πως αυτή η τόσο μεγάλη μείωση του εγχωρίου προϊόντος σε συνδυασμό με την πρωτοφανή ανεργία ήταν απαραίτητα για να μειωθούν τα σχετικά κόστη ενός κράτους-μέλους της νομισματικής ενότητας. Από τη στιγμή που οι Έλληνες ήθελαν να μείνουν στην ευρωζώνη, ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν το σχετικό αντίτιμο.

Κι όμως, υπάρχει μια πτυχή του προγράμματος που δεν καλύπτεται ούτε από αυτό: το ΔΝΤυποτίθεται πως δανείζει μια χώρα μόνο όταν το χρέος της δεν είναι πια βιώσιμο. Αλλά οι πάντες διαβεβαίωναν πως δεν ήταν αυτή η περίπτωση της Ελλάδας. Σε κάθε περίπτωση, ο δανεισμός της Ελλάδας αντί να καταστήσει βιώσιμο το ελληνικό χρέος, επέτρεψε σε πολυάριθμους ιδιώτες δανειστές της να ξεφορτωθούν τα ελληνικά χρεόγραφα και να διαφύγουν αλώβητοι. Τελικά επιβλήθηκε ένα κούρεμα της αξίας των χρεογράφων που κατείχαν ιδιώτες, αλλά το ελληνικό χρέος παρέμεινε σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα: το ΔΝΤ προβλέπει πως το 2020 θα φτάνει στο 120%. Η δαμόκλειος σπάθη αυτού του χρέους καθιστά δύσκολη την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές και την οικονομική εξυγίανση. Χρειάζεται κι άλλη ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Όλα αυτά λένε δυστυχώς πολλά για την πολιτικοποίηση του ΔΝΤ και την ανικανότητα της ευρωζώνης να παρέμβει προς όφελος των ασθενέστερων μελών της. Ακόμα χειρότερα όμως, ηελληνική κρίση είχε δύο παγκόσμιες επιπτώσεις:
  • Πρώτον, εντός ευρωζώνης, το γεγονός πως η πρώτη χώρα που είχε προβλήματα ήταν η Ελλάδα, ενίσχυσε την βορειοευρωπαϊκή θεώρηση πως η κρίση ήταν δημοσιονομική. Ακόμα και πριν την κρίση, η Ελλάδα ήταν πράγματι μια χώρα με εντυπωσιακή φοροδιαφυγή και καθαρό δημόσιο χρέος που υπερέβαινε το 100% του ΑΕΠ. Αλλά αλλού τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά: ο ιδιωτικός δανεισμός ήταν η βασική αιτία της κρίσης στην Ιρλανδία και την Ισπανία και σε μικρότερο βαθμό και της Πορτογαλίας. Στην Ιταλία το δημόσιο χρέος ήταν ψηλό, αλλά όχι λόγω πρόσφατων ασωτιών. Αποφασίζοντας πως η κρίση είναι πρωτίστως δημοσιονομική, οι πολιτικοί απέφυγαν να δουν την αλήθεια: πως βασική αιτία της κρίσης ήταν ο ανεύθυνος διασυνοριακός δανεισμός, στον οποίο οι δανειστές είναι τουλάχιστο εξίσου υπεύθυνοι με τους δανειζόμενους. Αν είχε θεωρηθεί πως η ευθύνη για την κρίση ήταν μοιρασμένη, θα ήταν πολύ ισχυρότερα και τα ηθικά επιχειρήματα υπέρ της διαγραφής του χρέους.
  • Δεύτερον, η ελληνική κρίση τρομοκράτησε τους πολιτικούς παντού. Αντί να δώσουν έμφαση στο πώς θα αντιμετωπίσουν την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού τομέα και τη μείωση του εκκρεμούς ιδιωτικού χρέους, που ήταν και οι βασικοί υπεύθυνοι για την κρίση, ασχολήθηκαν με τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Αλλά αυτά ήταν μάλλον σύμπτωμα της κρίσης, αν και ο περιορισμός τους ήταν -εν μέρει- ένα κατάλληλο αντίδοτο σε αυτήν. Όπως είχα σημειώσει τον Ιούνιο του 2010, λίγο μετά το πρώτο πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας, οι ηγέτες των G20 που συναντήθηκαν στο Τορόντο αποφάσισαν να αντιστρέψουν την πολιτική της τόνωσης της οικονομίας, αποφασίζοντας πως «οι αναπτυγμένες οικονομίες δεσμεύτηκαν να εφαρμόσουν δημοσιονομικά πλάνα που ως το 2013 θα έχουν μειώσει τουλάχιστο στο μισό τα ελλείμματά τους». Ακολούθησε ο απότομος περιορισμός της οικονομίας. Οι πολιτικοί δικαιολόγησαν αυτή τη στροφή προσφεύγοντας σε ορισμένα ακαδημαϊκά πορίσματα: η άποψη πως ο δημοσιονομικός περιορισμός θα λειτουργούσε επεκτατικά στην πραγματική οικονομία, ήταν μια ενθάρρυνση· η άποψη πως αν το δημόσιο χρέος υπερέβαινε ορισμένα επίπεδα θα κατεδάφιζε την ανάπτυξη, ήταν μια προειδοποίηση.
Αλλά οι ελπίδες που ως τα μέσα του 2010 συνόδευαν αυτό που έμοιαζε με ανάκαμψη από τον εφιάλτη της «μεγάλης ύφεσης» τελικά διαψεύστηκαν, ιδίως στο Ηνωμένο Βασίλειο και την ευρωζώνη. Η μεγαλύτερη επιτυχία των Ηνωμένων Πολιτειών όσον αφορά την επιβίωση από την κρίση, οφειλόταν στο πιο επιθετικό ξεκαθάρισμα του χρηματοοικονομικού τομέα, την μεγαλύτερη αποδοχή της αναμόχλευσης των χρεών των νοικοκυριών και την πιο επιθετική νομισματική πολιτική, ιδίως σε σύγκριση με την ευρωζώνη. Αν επιβεβαιωθούν οι τελευταίες προβλέψεις του ΟΟΣΑ, το ΑΕΠ της ευρωζώνης το τέταρτο τρίμηνο του 2014 θα είναι χαμηλότερο από ότι ήταν το πρώτο τρίμηνο του 2008 -και κατά μόλις 0.7% ανώτερο εκείνου του πρώτου τριμήνου του 2011. Φταίει για την τόσο αναιμική ανάκαμψη μόνο η δημοσιονομική περιοριστική πολιτική; Βεβαίως κι όχιΑλλά απέτυχε να προσφέρει στον άγρια πληγέντα από την κρίση ιδιωτικό τομέα τα αντισταθμίσματα που τόσο απελπισμένα χρειαζόταν.

  
Αυτό που κάνει τόσο καταθλιπτική αυτή την ιστορία είναι πως τίποτα από τα παραπάνω δεν ήταν αναγκαία. Πρώτον, όταν ξέσπασε η ελληνική κρίση ίσως να ήταν λογικός ο φόβος μιας δημοσιονομικής πανδημίας. Αλλά έγινε σύντομα σαφές πως τα κράτη που διέθεταν τα δικά τους νομίσματα, με κυμαινόμενη ισοτιμία, εξακολουθούσαν να είναι εις θέση να πουλάνε κρατικά χρεόγραφα με εξαιρετικά μικρά επιτόκια. Αυτό συνέβαινε εν πολλοίς χάρη στην «ποσοτική διευκόλυνση» εκ μέρους των κεντρικών τους τραπεζών. Οι κυβερνήσεις που διαθέτουν δική τους κεντρική τράπεζα αποκτούν αυτομάτως ένα βαθμό αυτονομίας στη διαμόρφωση της πολιτικής τους αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης. Για τις χώρες αυτές, η ώρα της ταχείας διαρθρωτικής δημοσιονομικής λιτότητας έρχεται μόνο αφού ο ιδιωτικός τομέας αρχίζει να περιορίζει τα διαρθρωτικά του οικονομικά πλεονάσματα. Που σημαίνει όχι τόσο σύντομα μετά την κρίσηΘα απαιτούνταν επίσης προηγούμενη αναδιάρθρωση του δημοσιονομικού τομέα -και διαγραφή του υπερβάλλοντος ιδιωτικού χρέους.

Κοντολογίς, η ελληνική κρίση αποδείχθηκε τριπλά καταστροφική:
  • πρώτον για τους ίδιους τους Έλληνες·
  • δεύτερον για τον τρόπο που έγινε αντιληπτή η κρίση·
  • τρίτον για τις οικονομικές πολιτικές, παντού.
Το αποτέλεσμα ήταν οικονομική στασιμότητα (ή κι ύφεση) ιδίως στην Ευρώπη. Σήμερα χρειάζεται να αναγνωρίσουμε πως η πελώρια μείωση του παραγόμενου προϊόντος σε σχέση με πριν την κρίση ίσως να μην αναπληρωθεί ποτέ. Κι όμως, η αντίδραση των πολιτικών δεν είναι η αυτοκριτική, αλλά ο επαναπροσδιορισμός νέων, αποδεκτών οικονομικών επιδόσεων σε νέα, πολύ χαμηλότερα, επίπεδα. Πρόκειται για μια θλιβερή ιστορία.

Ο Martin Wolf είναι Βρετανός δημοσιογράφος, πρώην στέλεχος της «παγκόσμιας τράπεζας»  

'Αλλα άρθρα του Martin Wolf:

2013
2011
2010
2009
2005
2004


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες