Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Γιαν-Βέρνερ Μίλερ: Η αποτυχία των διανοουμένων

Από τον Θανάση Γιαλκέτση , Lettera Internazionale, Εφημερίδα των Συντακτών
 Γεννημένος στη Γερμανία, ο Γιαν-Βέρνερ Μίλερ είναι σήμερα καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν τα βιβλία του «Ενας επικίνδυνος νους: Η επίδραση του Καρλ Σμιτ στον ευρωπαϊκό μεταπολεμικό στοχασμό» (Πόλις, 2010) και «Συνταγματικός πατριωτισμός» (εκδ. Παπαζήση, 2012). Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα άρθρου του Γιαν-Βέρνερ Μίλερ, που δημοσιεύτηκε στην περιοδική επιθεώρηση «Lettera Internazionale».
 Προς τα τέλη του 2012 και ενώ η κρίση της ευρωζώνης άγγιζε το απόγειό της, διάφοροι δημοσιογράφοι του γερμανικού Τύπου προειδοποιούσαν τους αναγνώστες τους για μια όψη της κρίσης, που μέχρι τότε δεν είχε προσεχθεί αρκετά. Πράγματι, αν με την κρίση του ευρώ αναδείχτηκαν η αποτυχία των κεντρικών τραπεζιτών των ευρωπαϊκών χωρών, οι Ελληνες γραφειοκράτες, οι Ιταλοί φοροφυγάδες, η Ανγκελα Μέρκελ (ανάλογα με την οπτική γωνία), δεν είχε ωστόσο αναδειχτεί η γενική αποτυχία των διανοουμένων. Γιατί οι διανοούμενοι δεν είχαν υπερασπιστεί τις μεγάλες κατακτήσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης; Γιατί δεν είχαν εκφράσει κάποιο θετικό όραμα για το μέλλον της ηπείρου, αντί να κατασπαταλούν τη μεγάλη κληρονομιά εμπιστοσύνης και κατανόησης μεταξύ των Ευρωπαίων, που είχε καλλιεργηθεί στην πορεία δεκαετιών; Τι έκαναν; Κοιμούνταν παρά την κρίση, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην απεχθή επιστροφή των εθνικισμών ή ακόμη και σε ένοπλες συγκρούσεις (…). Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει αυτήν την αντίληψη για τον ρόλο των διανοουμένων λίγο απογοητευτική. Δεν θα έπρεπε αυτοί να παλεύουν για να είναι κάτι περισσότερο σε σχέση με αυτό που στις ΗΠΑ αποκαλείται γενικά «δημόσιος διανοούμενος» (ορισμός με τον οποίο οι Αμερικανοί εννοούν απλώς τους πανεπιστημιακούς που απευθύνονται σε ένα καλλιεργημένο κοινό), με μια λέξη «ειδικός»;
Το ζήτημα είναι ότι οι διανοούμενοι, που παίζουν τον ρόλο αυτό, δεν θα έπρεπε να ασχολούνται μόνο με αυτό που οι Γάλλοι αποκαλούν «εκλαῒκευση». Θα έπρεπε και να αξιολογούν τα κανονιστικά επιχειρήματα, έτσι ώστε οι Ευρωπαίοι πολίτες να είναι σε θέση να επεξεργάζονται δικές τους ηθικές και πολιτικές κρίσεις. Πράγμα που σημαίνει ότι αποσαφήνιση και δημόσια αιτιολόγηση θα έπρεπε να συμβαδίζουν. Αυτός είναι και ένας δημοκρατικός ρόλος. Το ζητούμενο δεν είναι να υποκινούν ενθουσιασμούς για ένα ορισμένο πολιτικό σχέδιο. Το ζητούμενο είναι μάλλον να καθιστούν σαφείς τις επιλογές και το νόημά τους από ηθική άποψη, για να αφήνουν έπειτα την απόφαση στους λαούς της Ευρώπης. Το τυπικό παράδειγμα εργασίας αυτού του είδους είναι οι παρεμβάσεις του Γιούργκεν Χάμπερμας, ο οποίος δεν είναι μόνον ο πιο σημαντικός Ευρωπαίος διανοούμενος, αλλά είναι και ο διανοούμενος που έχει αφοσιωθεί περισσότερο στο νόημα της Ευρωπαϊκής Ενωσης και στις μελλοντικές της δυνατότητες. Οι λεπτομέρειες των αναλύσεων του Χάμπερμας μπορεί να αποδεικνύονται επαρχιακές από διανοητική άποψη (ο Πέρι Αντερσον πρόσφατα κατέδειξε ότι, στο τελευταίο δοκίμιο του Χάμπερμας για την Ευρώπη, τα τρία τέταρτα των αναφορών παραπέμπουν σε Γερμανούς συγγραφείς και το υπόλοιπο ένα τέταρτο σε Αγγλοαμερικανούς· σαν να λέμε ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη οι διανοούμενοι δεν υπάρχουν). Μπορούμε να ασκήσουμε κριτική στον Χάμπερμας για την αβλεψία του. Μπορεί οι λύσεις που προτείνει να θεωρούνται από ορισμένους αθεράπευτα ιδεαλιστικές. Παραμένει, ωστόσο, το γεγονός ότι υπάρχει ένας διανοούμενος ο οποίος προσπαθεί καλόπιστα να μάθει από τους ειδικούς, να εξηγήσει αυτά που εκείνος θεωρεί ότι είναι οι κατακτήσεις, τα ελαττώματα και το κανονιστικό δυναμικό της Ενωσης και επομένως να προωθήσει μια σοβαρή πολιτική συζήτηση. Με άλλα λόγια, μπορούμε να απορρίψουμε το περιεχόμενο όσων προτείνει ο Χάμπερμας κι ωστόσο να βρούμε πειστικό το υπόδειγμα που μας προμηθεύει για τη στράτευση των διανοουμένων ως προς την Ευρώπη (…).

Σε ό,τι αφορά τη δημιουργία μιας αυθεντικά ευρωπαϊκής δημόσιας σφαίρας, δεν υπάρχει μια πανάκεια. Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι τα άτομα θα γίνουν πιο φιλομαθή, περισσότερο διατεθειμένα να κατανοήσουν πόσο γόνιμο είναι αυτό το έργο μετάφρασης και μεσολάβησης. Ολα αυτά μπορεί να ακούγονται προφανή, αλλά είναι αληθινά ένας επείγων στόχος, ιδιαίτερα σε αυτήν την κρίσιμη συγκυρία. Ας πάρουμε ένα κοινότοπο παράδειγμα: Οι Γερμανοί (και άλλοι «Βόρειοι») οφείλουν να κατανοήσουν την ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κράτος χρησιμοποιήθηκε για την ειρήνευση μιας βαθιά πολωμένης κοινωνίας και το πώς τα ευρωπαϊκά χρήματα χρησίμεψαν για να δημιουργηθεί μια μεσαία τάξη, που θα βοηθούσε τα κόμματα να παραμείνουν στην εξουσία, αλλά θα μείωνε και τους κινδύνους μιας ανανεωμένης κοινωνικής σύγκρουσης (διευκρινίζουμε ότι κανένας από αυτούς τους λόγους δεν δικαιολογεί τη διαφθορά και ένα κράτος που γενικά δεν λειτουργεί). Αντίθετα, θα ήταν ωφέλιμο οι παρατηρητές εκτός Γερμανίας να μάθαιναν λίγο περισσότερα για την ιδιαίτερη μορφή φιλελεύθερης οικονομίας που, επί πολύ καιρό, ενέπνεε τις πολιτικές της Βόνης και του Βερολίνου: για εκείνο το παράξενο πράγμα που αποκαλείται Ordoliberalismus («εύτακτος φιλελευθερισμός»), του οποίου οι εκφραστές θεωρούνταν οι αληθινοί «νεοφιλελεύθεροι», δηλαδή οι θιασώτες του οικονομικού φιλελευθερισμού που είχαν αντλήσει διδάγματα από τη Μεγάλη Υφεση και από την άνοδο των δικτατοριών τον 20ό αιώνα και που πράγματι δεν ήθελαν ο οικονομικός φιλελευθερισμός να υποβαθμίζεται σε απλό laissez-faire. Κατά τη γνώμη τους, οι αυτοαποκαλούμενοι νεοφιλελεύθεροι, όπως ο Λούντβιχ φον Μίζες, δεν ήταν παρά «παλαιοφιλελεύθεροι», οι οποίοι, σε ό,τι αφορά την αυτορρύθμιση των αγορών, είχαν παραμείνει προσκολλημένοι στις ορθοδοξίες του 19ου αιώνα. Οι Γερμανοί νεοφιλελεύθεροι, από την άλλη μεριά, ήθελαν ένα κράτος ισχυρό, ικανό και διατεθειμένο όχι μόνον να προμηθεύει ένα σύστημα αναφοράς για τις αγορές και για την κοινωνία, αλλά και να παρεμβαίνει στις πρώτες, για να εξασφαλίζει ανταγωνισμό και «πειθαρχία» (για τον Ordoliberalismus ιδιαίτερα, υπάρχουν σοβαροί λόγοι να υποψιαζόμαστε ότι έκρυβε μιαν ανελεύθερη ή και αυταρχική πλευρά).

Σε μια πιο παραγωγική και πιο προωθημένη συζήτηση, προκειμένου να στοχαστούμε καλύτερα για την πολιτική και φυσικά για την οικονομία, δεν μπορούν να παραγνωρίζονται οι βαθιές διαφορές των εθνικών αφετηριών (…). Αν η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι ένα σύστημα διακυβέρνησης και αν το να είμαστε Ευρωπαίοι πολίτες σημαίνει κάτι, τότε δεν υπάρχουν πλέον εσωτερικές υποθέσεις των επιμέρους εθνικών κρατών, που οι άλλοι Ευρωπαίοι δεν νομιμοποιούνται να συζητούν ή να κρίνουν. Και αν σε οποιοδήποτε ευρωπαϊκό κράτος η δημοκρατία και το κράτος δικαίου απειλούνται, τότε όλοι οι Ευρωπαίοι διανοούμενοι έχουν το χρέος να σημάνουν συναγερμό. Προφανής περίπτωση είναι η Ουγγαρία, που θα μπορούσε εύκολα να γίνει το πρώτο κράτος-μέλος που θα υποστεί βαριές κυρώσεις από την Ευρωπαϊκή Ενωση για την οπισθοδρόμησή του προς μια μορφή ανελευθερίας. Απέναντι στις σκληρές κριτικές του Ευρωκοινοβουλίου, ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπάν μίλησε για υπερεθνική συνωμοσία, με επικεφαλής τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, η οποία εξυφαίνεται εναντίον των αξιών που υπερασπίζονται ο Ορμπάν και οι σύμμαχοί του: εθνική υπερηφάνεια, χριστιανοσύνη, παραδοσιακή αντίληψη της οικογένειας. Ανήκει στους Ευρωπαίους διανοούμενους το καθήκον να εξηγήσουν το γιατί, για παράδειγμα, μια ορισμένη κοινή ευρωπαϊκή ερμηνεία του κράτους δικαίου δεν είναι μια παραταξιακή ή επαρχιακή προσέγγιση, αλλά μια οικουμενική αξία, από την οποία δεν μπορούμε να παρεκκλίνουμε στο όνομα της «διαφορετικότητας» και του «πλουραλισμού» (…).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες