Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Το αντιρατσιστικό μέτωπο

Του Γιώργου Γιαννουλόπουλου, Εφημερίδα των Συντακτών
 Ηταν απολύτως λογικό η παρουσία της Χρυσής Αυγής, δυναμική με όλες τις έννοιες της λέξης, εντός και εκτός Βουλής, να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά της Αριστεράς. Αμέσως μετά τις εκλογές του Μαΐου χτύπησε το καμπανάκι κι ακούστηκαν οι πρώτες εκκλήσεις για ένα «αντιρατσιστικό μέτωπο» που θα όρθωνε ανάχωμα στον εκφασισμό της κοινωνίας και στο οποίο καλούνταν όλοι οι δημοκράτες να βάλουν πλάτη. Θυμάμαι μια εκδήλωση οργανωμένη από την Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας, όπου άπαντες, με τους Συριζαίους μπροστά, αποδέχθηκαν την ανάγκη ενός τέτοιου μετώπου και ανέλαβαν την υποχρέωση να το δημιουργήσουν. Μέχρι εδώ τα πράγματα ήταν απλά, ενθαρρυντικά και εν πολλοίς αναμενόμενα. Λίγες μέρες όμως πριν από το Πάσχα κάτι άλλαξε. Ο δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης απαγόρευσε στους χρυσαυγίτες να χρησιμοποιήσουν την πλατεία Συντάγματος για να κάνουν διανομή τροφίμων (σε Ελληνες) και στη συνέχεια δέχθηκε επίθεση από βουλευτή της Χ.Α. Η είδηση προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον τόσο στην Ελλάδα όσο και στον υπόλοιπο κόσμο, στάθηκε δε η αφορμή να μάθουν οι ξένοι όχι μόνο τι σημαίνει Χρυσή Αυγή, αλλά επίσης –κι αυτό είναι ίσως ακόμα πιο σημαντικό– ότι η κοινωνία μας διαθέτει αντισώματα στον φασισμό και δεν πρόκειται να παραδοθεί αμαχητί. Μέσα από τη στάση του δημάρχου, το αντιρατσιστικό μέτωπο δήλωσε ένα ηχηρό «παρών». Διαφορετική ήταν η ανάγνωση του ΣΥΡΙΖΑ. Αντί να προβάλει το γεγονός, οι επίσημες αντιδράσεις πρόδιδαν αμηχανία, μούδιασμα, για να μην πω ενόχληση.
Φυσικά καταδίκασε την επίθεση. Χρησιμοποιώντας όμως την πάγια τακτική της Αριστεράς όταν πρόκειται για πράγματα που δεν την συμφέρουν –δηλαδή, εφόσον παραδέχομαι ένα γεγονός κλείνει και η συζήτηση– και το επεισόδιο με τον Καμίνη εξαφανίστηκε από το ραντάρ του ΣΥΡΙΖΑ εντός 24 ωρών. Δύο ημέρες μετά την επίθεση, στην «Κυριακάτικη Αυγή», δεν υπήρχε ούτε μία (1) αναφορά σε αυτό. Αν ο στόχος ήταν η Ελένη Πορτάλιου της Ανοιχτής Πόλης, εσείς τι λέτε, το θέμα θα σταματούσε εκεί; Προφανώς για τον ΣΥΡΙΖΑ ο ντόρος για το αντιρατσιστικό μέτωπο είναι καλός, αγωνιστικός, κινηματικός και κυρίως φέρνει ψήφους. Αρα, κάτι πήγε στραβά όταν ενίσχυσε το θετικό προφίλ ανθρώπων όπως ο Καμίνης!

Οι αντιδράσεις του ΣΥΡΙΖΑ στο νομοσχέδιο Ρουπακιώτη επιβεβαίωσαν τις αρχικές υποψίες μου. Μόλις φάνηκε ότι η Ν.Δ. ανέκρουσε πρύμναν και δεν το ήθελε πια, παρότρυνε τον υπουργό Δικαιοσύνης να μην το αλλάξει και υπαινίχθηκε ότι θα τον στήριζε στη Βουλή. Οταν αναγγέλθηκε η συνάντηση των τριών της κυβέρνησης για να συζητήσουν την εμπλοκή, άρχισαν τα ειρωνικά σχόλια για κότες και στημένο παιχνίδι σε συνδυασμό με προβλέψεις ότι ο Κουβέλης και ο Βενιζέλος θα έφευγαν από το Μαξίμου με την ουρά στα σκέλια (σε αντίθεση με τον Αλέξη Τσίπρα που εκείνες τις μέρες αναγορευόταν ελπίδα όχι της Ελλάδας αλλά της οικουμένης ολόκληρης από τον Ζίζεκ και τον Στόουν). Κι όταν οι δύο κυβερνητικοί εταίροι επέμειναν στη διαφωνία τους και ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να κατεβάσουν οι ίδιοι το νομοσχέδιο στη Βουλή, ο Τσίπρας, αντί να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία να δημιουργηθεί στην πράξη και επίσημα το αντιρατσιστικό μέτωπο που υποτίθεται ότι ήθελε –με τη Ν.Δ. απέξω, και αυτό έχει τεράστια συμβολική σημασία–, τους περιέλουσε με ύβρεις και δήλωσε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταθέσει το δικό του αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Οπως συμβαίνει πάντα σε ανάλογες περιστάσεις, σκέφτομαι εκείνους, τους όχι λίγους, στον ΣΥΡΙΖΑ, που το μυαλό τους, η αξιοπρέπειά τους και η ιστορία τους αξίζουν κάτι καλύτερο από τις μικροπολιτικές ντρίμπλες του αρχηγού τους.

Νομίζω ότι απ’ όλα αυτά εξάγονται δύο συμπεράσματα: Και η Ν.Δ. και ο ΣΥΡΙΖΑ θέλουν να καθιερωθούν ως μόνες λύσεις, εξαφανίζοντας οποιαδήποτε άλλη εκδοχή. Δεν είναι τυχαίο ότι εκτός από τις ύβρεις κατά της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ, ο Αλέξης Τσίπρας κάλεσε τον Αντώνη Σαμαρά σε τηλεμαχία, για να καταλάβουν όλοι ποιοι είναι οι πραγματικοί μονομάχοι και ποιοι οι αναλώσιμοι κομπάρσοι. Συνεπώς, ως προς αυτό, τα συμφέροντά τους συμπίπτουν. Το δεύτερο συμπέρασμα θα σας φανεί παράδοξο. Με τον θάνατο της Θάτσερ, πολλά ακούστηκαν για τη Σιδηρά Κυρία (την πολιτική της οποίας είχα την ατυχία να ζήσω στο πετσί μου). Οταν όμως ο ΣΥΡΙΖΑ άρχισε τους φτηνούς τακτικισμούς με το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, σκέφτηκα ότι υπάρχει κάτι κοινό που συνδέει τη Θάτσερ με τον Λαφαζάνη: αμφότεροι αποδείχθηκαν conviction politicians. Δηλαδή, η επιθυμία τους να κυβερνήσουν ταυτίστηκε με την πρόθεσή τους να αλλάξουν τον κόσμο. Ο αβαθής και ναρκισσευόμενος Αλέξης Τσίπρας θέλει απλώς να κυβερνήσει. Τελεία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες