Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Η επόμενη μέρα της Δημοκρατικής Αριστεράς

Του Γιάννη Παπαθεοδώρου, http://mhmadas.blogspot.gr/
Αμέσως μετά τις περσινές εκλογές της 17ης Ιουνίου, η ΔΗΜΑΡ είχε να λύσει το πιο σύνθετο ίσως πρόβλημα στον πολιτικό της βίο. Είχε μόλις κατοχυρώσει την αυτόνομη πολιτική παρουσία της, πετυχαίνοντας το πιο υψηλό εκλογικό ποσοστό της «ανανεωτικής αριστεράς» από τη μεταπολίτευση και έπειτα (6,2%), είχε δηλώσει πως αποδέχεται την «εντολή για λύση» συμμετέχοντας στην τρικομματική κυβέρνηση προγραμματικής συμφωνίας, και ταυτόχρονα είχε διακηρύξει ότι αναλαμβάνει την ευθύνη της συγκρότησης του «τρίτου πόλου» για τον ευρύτερο χώρο του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Ένα χρόνο μετά, η ΔΗΜΑΡ αποχώρησε από την τρικομματική, αφήνοντας πίσω της ένα δυσαναπλήρωτο κενό στη διακυβέρνηση της χώρας και ένα μεγάλο ερωτηματικό στους ψηφοφόρους της. Είναι ώρα για συζήτηση, λοιπόν ∙  χωρίς εσωστρέφεια και έτοιμες απαντήσεις αλλά πάντως, με ανοιχτά χαρτιά. Στο δικό μας χώρο, άλλωστε, ο διάλογος δεν είναι ευκαιριακή λύση αλλά μόνιμη συνθήκη της πολιτικής μας ύπαρξης.
Ας ξεκινήσουμε από τα πραγματολογικά δεδομένα. Ας γυρίσουμε ένα χρόνο πίσω και ας θυμηθούμε τους λόγους για τους οποίους η ΔΗΜΑΡ δέχτηκε να μπει στην κυβέρνηση. Προφανώς, ο πρώτος λόγος ήταν η αποφυγή της χρεοκοπίας της χώρας, η παραμονή της στο ευρώ και στην ευρωζώνη, καθώς και ο σεβασμός στις δανειακές υποχρεώσεις, με στόχο τη σταδιακή απαγκίστρωση από το Μνημόνιο. Επιπλέον, η ΔΗΜΑΡ μπήκε στην κυβέρνηση ικανοποιώντας το αίτημα για την πολιτική σταθερότητα που χρειαζόταν εκείνη την ώρα η χώρα, μετά από την ανεκδιήγητη περιπέτεια των διπλών εκλογών. Η συμμετοχή της, ωστόσο, στην κυβέρνηση δεν έγινε με όρους αθροιστικής συγκόλλησης ποσοστών. Η αριθμητική των εκλογικών δυνάμεων άλλωστε δεν υποχρέωνε τη ΔΗΜΑΡ να μπει σε μια κυβέρνηση με βασικούς εταίρους το αμαρτωλό ΠΑΣΟΚ και τη συντηρητική ΝΔ. Αυτό που βάρυνε στην απόφαση όλων μας τότε ήταν ότι το πολιτικό σύστημα έπρεπε να μπολιαστεί με μια νέα κουλτούρα συνεργασιών, συνθέσεων και συναινέσεων προκειμένου να προωθηθούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Αυτός ήταν ο τρίτος λόγος για τον οποίο η ΔΗΜΑΡ δέχτηκε να είναι όχι μόνο ένας «συμπαίκτης» αλλά η «προστιθέμενη αξία» στη συγκυβέρνηση. 
Η απόφασή της να αποδεχτεί την πρόκληση της «κυβερνώσας αριστεράς» μέσα σε ένα, κατά τα άλλα, κεντροδεξιό σχήμα δεν ήταν απλώς μια υπόθεση «ιστορικού συμβιβασμού» για τη σωτηρία της χώρας ∙ ήταν και είναι ένα πείραμα για την ίδια την έννοια της διακυβέρνησης, στο πλαίσιο μιας προγραμματικής συμφωνίας.  Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι μέσα σε αυτό το κυβερνητικό συσχετισμό, η ΔΗΜΑΡ ήταν το μόνο κόμμα που δεν προσερχόταν στη τρικομματική σύμπραξη ως απλή «μνημονιακή» ή «αντιμνημονιακή συνιστώσα» αλλά ως δύναμη «μεταμνημονιακής προοπτικής», (έχοντας ήδη καταψηφίσει τόσο τα Μνημόνια Ι και ΙΙ).
  Κανείς δεν είχε ψευδαισθήσεις για τη δυσκολία του εγχειρήματος ∙ όχι μόνο γιατί οι προτάσεις μας εκκινούσαν από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες αλλά κυρίως γιατί, εξίσου συχνά σκόνταφταν σε αρνήσεις και σε εμμονές της Τρόικα, που αδυνατεί ακόμη και σήμερα να κατανοήσει τα όρια της και τις αντοχές της ελληνικής κοινωνίας. Έτσι, από τη μια μεριά, η ΔΗΜΑΡ βρέθηκε να αποφασίζει για πολλά μέτρα εκ των υστέρων, μέσα στο πλαίσιο, δηλαδή, μιας ορισμένης πολιτικής που είχε χαραχτεί ήδη από τις προηγούμενες κυβερνήσεις (Μνημόνιο και PSI). Από την άλλη, προσπαθούσε – στο μέτρο και στο βαθμό που μπορούσε - να αλλάξει το περιεχόμενο των έως τώρα ασκούμενων δημοσιονομικών πολιτικών αναζητώντας «ισοδύναμα μέτρα» και, παράλληλα, ένα νέο μοντέλο δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, με πεδίο εφαρμογής το ίδιο το κυβερνητικό έργο. Μέσα σε ένα κατά τα άλλα ασφυκτικό κυβερνητικό περιβάλλον, στα μικρά και στα μεγάλα ζητήματα της καθημερινότητας, πετύχαμε (αλλά και αποτρέψαμε) αρκετά πράγματα ∙ με λάθη, με ατέλειες, με διαρκείς συμβιβασμούς αλλά και με σθεναρή στάση εκεί που έπρεπε. Ας το πούμε καθαρά : είμαστε περήφανοι για τη συμμετοχή μας στην κυβέρνηση γιατί κατορθώσαμε να δώσουμε στην «τέχνη του εφικτού» το αποτύπωμα μιας διαφορετικής αντίληψης για την άσκηση της εξουσίας. (Όταν γίνει απολογισμός του κυβερνητικού έργου θα έχουμε το χρόνο να συζητήσουμε και για τα επιμέρους σημεία της συμμετοχής μας στα υπουργεία).
Ένα χρόνο μετά, το τοπίο είναι αρκετά διαφορετικό. Η κυβέρνηση, εδώ και μήνες, είχε αρχίσει να παίρνει ένα σαφώς πιο «μονοκομματικό» χαρακτήρα (βλ. σφραγίδα ΝΔ), με εμφανείς τάσεις αυταρχισμού και με μια προϊούσα στρέβλωση της έννοιας της μεταρρύθμισης (όπου μεταρρύθμιση = απόλυση). Ειδικότερα, στα θέματα που αφορούσαν τις «πολιτικές πέρα από το Μνημόνιο», η ΔΗΜΑΡ βρέθηκε στη θέση να αντιμετωπίζει μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, που έπληττε πλέον το ίδιο τον αξιακό πυρήνα της πολιτικής μας ταυτότητας. Από το «νόμο για την ιθαγένεια» ως το «αντιρατσιστικό» και την «κρίση της ΕΡΤ», η ΝΔ δοκίμαζε διαρκώς τις αντοχές της ΔΗΜΑΡ, επιβάλλοντας το δίκαιο της πυγμής, αδιαφορώντας για την αναζήτηση κοινών πολιτικών τόπων και συμφωνιών, προκαλώντας τις δημοκρατικές μας ευαισθησίες, τραυματίζοντας το συμβολικό κύρος των θεσμών. Το πρόβλημα πλέον δεν ήταν τα επιμέρους πεδία εφαρμογής του κυβερνητικού έργου αλλά η ίδια η δυσλειτουργία και το έλλειμμα συναντίληψης της συγκυβέρνησης. Μετά την πρόσφατη κρίση της ΕΡΤ που δοκίμασε την ίδια τη δημοκρατική συγκρότηση της δημόσιας σφαίρας, η ΝΔ εξώθησε τα πράγματα στα άκρα, απαξιώνοντας εμπράκτως τους πολιτικούς εταίρους της κυβέρνησης. Η ΔΗΜΑΡ αποφάσισε να αποσύρει τη συμμετοχή της, ενώ το ΠΑΣΟΚ ακολούθησε το συνήθη τακτικισμό της «διαφωνίας διά της αναβάθμισης».
Ανεξάρτητα από τον σκεπτικισμό που μπορεί να έχει κανείς για την ίδια την απόφαση, καλό είναι τώρα να σκεφτούμε τώρα την επόμενη μέρα, χωρίς θρήνους και οδυρμούς ∙ κυρίως όμως χωρίς γελοίους πανηγυρισμούς και θριαμβολογίες. Γιατί προφανώς δεν αποχωρήσαμε από την κυβέρνηση για να βρούμε την δήθεν χαμένη «αριστερή ψυχή μας» στην πολιτική έρημο του αντιπολιτευτικού αναχωρητισμού αλλά για να στείλουμε ένα ηχηρό μήνυμα σχετικά με το τι σημαίνει για εμάς η έννοια των «κυβερνήσεων συνεργασίας». Με βάση αυτό το σκεπτικό λοιπόν, θα πρέπει σύντομα να ξεκαθαρίσουμε το στίγμα μας στις πολιτικές εξελίξεις, έχοντας βεβαίως εκ προοιμίου απορρίψει το γραφικό (και άχρηστο) ρόλο της «ελάσσονος αντιπολίτευσης». Για να αρχίσει αυτή η δημόσια συζήτηση, εντός και εκτός κομματικών οργάνων, θα πρέπει να έχουμε συνεννοηθεί για την άμεση όσο και τη μεσοπρόθεσμη πολιτική μας στρατηγική, τουλάχιστον ως το προσεχές φθινόπωρο.
Είναι σαφές πως με τη συγκρότηση της σημερινής νέας δικομματικής πλέον κυβέρνησης επιχειρείται μια «μίνι παλινόρθωση» ∙ πρόκειται για μια παλινδρόμηση του παλαιού πολιτικού συστήματος με ισχυρή αναφορά στον «κεντροδεξιό πόλο». Η σύνθεση ωστόσο της νέας κυβέρνησης δείχνει πως θα σύντομα εξαντλήσει το πολιτικό της κεφάλαιο και τον πολιτικό της χρόνο μέσα σε μια διαχειριστική λογική «εξυπηρετήσεων» και αναποτελεσματικών μέτρων, με μειωμένη κοινωνική αποδοχή και κοινοβουλευτική νομιμοποίηση.
Από την άλλη μεριά, σίγουρα η δική μας απάντηση δεν πρέπει να είναι η μετατροπή της ΔΗΜΑΡ σε αντιπολιτευτικό παρακολούθημα του ΣΥΡΙΖΑ.  Η θεωρία ότι «μπορούμε και με τον ΣΥΡΙΖΑ»[1] προσβάλλει την ίδια μας την ιδεολογική αφετηρία αλλά και το εκλογικό μας ακροατήριο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο κι αν φαίνεται περίεργο λόγω της εκλογικής του ανόδου, είναι το τελευταίο λαϊκιστικό «κόμμα παλαιού τύπου», που μοιράζει ανυπόστατες υποσχέσεις, εξαπολύει σφοδρές καταγγελίες και προσφάτως διατυπώνει και απειλές προκειμένου να έρθει στην εξουσία. Όποιος θέλει να παίξει στο μαγικό αντιμνημονιακό πάρκο του ΣΥΡΙΖΑ, - «εκεί που ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» και «όλα μπορούν να συμβούν» - μπορεί βέβαια να το κάνει μόνος του, ή και με παρέα. Όσοι όμως βρεθήκαμε στη ΔΗΜΑΡ από την πρώτα ώρα της ίδρυσης της, δεν έχουμε κανένα λόγο να εκποιήσουμε την πολιτική μας ταυτότητα μπροστά στο συγκυριακό πειρασμό της δήθεν «μεγάλης αριστεράς». Γιατί, από τη σκοπιά του μεταρρυθμισμού και του ευρωπαϊκού δημοκρατικού σοσιαλισμού, ο ΣΥΡΙΖΑ μας αφήνει παγερά αδιάφορους. Το ίδιο αδιάφορους μας αφήνουν και όλοι αυτοί που περιφέρουν τα αυτοκόλλητα της «κεντροαριστεράς» αναζητώντας την καινούργια κάθε φορά «λευκή σελίδα» που ταιριάζει στον τυχοδιωκτισμό τους. Η διάχυση και η ρευστοποίηση της ΔΗΜΑΡ σε θολά σχήματα με άξονα τις προσωπικές διαδρομές και φιλοδοξίες είναι ένα πολύ μικρό τερέν, που δεν ταιριάζει στο δικό μας χώρο. Όσοι πρόλαβαν ήδη να μας «αποχαιρετίσουν» και να γελάσουν χαιρέκακα με το «τέλος της ανανεωτικής αριστεράς»,  είναι προφανές πως θα αναζητήσουν τώρα κάπου αλλού τη «μεταρρύθμιση». Δεν θα τη βρουν ∙ και το ξέρουν. Η αποκρουστική εικόνα του «υπεύθυνου» κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ, βαθιά ριζωμένη στην κοινωνία, είναι η αρχή μιας βαθιάς παρακμής που θα συνεχιστεί, συμπαρασύροντας μαζί της και τους τελευταίους πιστούς της «δημοκρατικής παράταξης».
«Τι να κάνουμε», λοιπόν ; Ή καλύτερα, «τι μας μένει να κάνουμε;», τώρα που η επόμενη μέρα μας βρίσκει πιο ευάλωτους στην κριτική, στην στοχοποίηση αλλά και στους λογής λογής πειρασμούς της αιφνίδιας πολιτικής μοναξιάς μας. Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως η «κυβερνώσα αριστερά» μπορεί ταυτόχρονα να είναι κυβερνητική και εξω-κυβερνητική, αρκεί να συνεχίζει να επηρεάζει το περιεχόμενο των ασκούμενων πολιτικών. Έχοντας ξεκαθαρίσει πως η ΔΗΜΑΡ θα μείνει σταθερή στην προσήλωσή της στον αριστερό μεταρρυθμισμό, στον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό και στον πολιτικό της κοινωνισμό, η ΔΗΜΑΡ θα πρέπει να δηλώσει «παρούσα στις πολιτικές εξελίξεις», με άξονα πάντα την ευρύτερη συμμαχία του δημοκρατικού και φιλοευρωπαϊκού τόξου, έτσι όπως αυτό θα ανακαθοριστεί από τις νέες φάσεις της κρίσης. Η ΔΗΜΑΡ δεν πρέπει να γίνει ξανά το μικρό κόμμα της «εκτάκτου ανάγκης» αλλά η επισπεύδουσα δύναμη των μεταρρυθμίσεων και ο κύριος φορέας της (ανα)συγκρότησης του «χώρου του δημοκρατικού σοσιαλισμού» με κυβερνητική προοπτική. Όπως παλιότερα είχαμε δηλώσει πως «δεν θα αδιαφορήσουμε για τη διακυβέρνηση του τόπου», έτσι και τώρα πρέπει να εργαστούμε για τη συγκρότηση ενός μεγάλου ρεύματος ιδεών και ενός κόμματος αρχών που θα απεγκλωβίσει τους πολίτες από την καρικατούρα του διπολισμού που στήνεται μπροστά μας, δίνοντάς τους παράλληλα την ελπίδα πως το ρεύμα αυτό θα δοκιμαστεί ξανά στην κυβέρνηση, μέσα από ένα πιο ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων.
Αντίθετα με τις Κασσάνδρες που προβλέπουν το τέλος της ΔΗΜΑΡ, εγώ βλέπω μια ευκαιρία για την ολική επαναφορά της στο προσκήνιο των εξελίξεων. Αρκεί η ΔΗΜΑΡ να θελήσει να γίνει ο φορέας μιας νέας πολιτικής προσδοκίας και να αξιοποιήσει το υπόγειο ρεύμα που κυκλοφορεί μέσα στην «κοινωνία των πολιτών» και τα προοδευτικά μεσαία στρώματα. Μπροστά μας, το φθινόπωρο, έχουμε ένα συνέδριο που μπορούμε να συζητήσουμε με άνεση το στρατηγικό μας σχέδιο. Μέχρι τότε, «ας υποθέσουμε πως δεν (θα) έχουμε φτάσει από εκατό δρόμους στα όρια της σιγής».
Γιάννης Παπαθεοδώρου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες