Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Απο εδώ οι πεθαμένοι, από εκεί τα φαντάσματα.


Του Δημοσθένη Κούρτοβικ, ΝΕΑ, 19.5.12
Οι πολίτες είπαν «όχι» στον δικομματισμό αλλά και σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης
Ας το δούμε κι αλλιώς. Ας πούμε ότι τα δύο τέως μεγάλα κόμματα συγκέντρωσαν μαζί γύρω στο 50 - 55% των ψήφων και σχημάτισαν κυβέρνηση συνεργασίας με άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Πώς θα μας φαινόταν αυτό; Πέρα από τη βέβαιη εντατικοποίηση (ή περαιτέρω εκτράχυνση) του «αντιμνημονιακού αγώνα», δεν θα παραπονιόμασταν άραγε και πάλι, επειδή ο λαός διαιώνισε, έστω υπό τον φόβο της ακυβερνησίας, την κυριαρχία δύο κομμάτων φθαρμένων και διεφθαρμένων, απαξιωμένων στην ίδια τη συνείδησή του και πασιφανώς ανίκανων ν' αποβάλουν την παραδοσιακή πολιτικάντικη νοοτροπία τους; Οι εκλογές της 6ης Μαΐου έθαψαν ένα πτώμα που έμενε άταφο από καιρό και μόλυνε την ατμόσφαιρα με την αποφορά του. Αυτό που αποχαιρέτησαν δεν ήταν απλώς ο δικομματισμός αλλά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης, συμπεριλαμβανομένου του τρίτου μεγάλου και μόνου απλανούς πόλου του, του ΚΚΕ, το οποίο έμεινε καθηλωμένο στα συνήθη ποσοστά του μέσα σ' ένα κλίμα πρωτοφανούς κοινωνικής αναταραχής, που θα νόμιζε κανείς ότι θα τα εκτίνασσε.

Οι τρεις μεγάλες «εκπλήξεις» των εκλογών (τα εισαγωγικά υποδηλώνουν, ας μου επιτραπεί η παρένθεση, ότι για τον μένους π δεν αποτέλεσαν εκπλήξεις) ήταν τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ, των Ανεξάρτατότητα να εξυπηρετήσει, είναι μάλλον ηθικής παρά πολιτικής φύσεως και παραβλέπει την ουσία του ζητήματος: ο πελάτης που δεν έχει πια να περιμένει τίποτε από τον πάτρονά του μπορεί επιτέλους να εκφράσει την αληθινή γνώμη και τ' αληθινά αισθήματά του γι' αυτόν.

Από την άλλη, το νέο δεν έχει απαραίτητα ενιαίο περίγραμμα και ξεκάθαρο προσανατολισμό. Ούτε είναι απαραίτητα ευπρόσδεκτο. Προπαντός, δεν είναι απαραίτητα καινούργιο. Η νεανική του πρόσοψη μπορεί να κρύβει πίσω της παλιές ιδεοληψίες και αταβιστικά αντανακλαστικά. Οι τρεις θριαμβευτές των εκλογών, όσο κι αν διαφέρουν μείας. Το επιχείρημα που ακούγεται συχνά, ότι η άρνηση προέρχεται από οργισμένους πρώην πελάτες του συστήματος, τους οποίους αυτό δεν έχει πια τη δυνατότητα να εξυπηρετήσει, είναι μάλλον ηθικής παρά πολιτικής φύσεως και παραβλέπει την ουσία του ζητήματος: ο πελάτης που δεν έχει πια να περιμένει τίποτε από τον πάτρονά του μπορεί επιτέλους να εκφράσει την αληθινή γνώμη και τ' αληθινά αισθήματά του γι' αυτόν.

Από την άλλη, το νέο δεν έχει απαραίτητα ενιαίο περίγραμμα και ξεκάθαρο προσανατολισμό. Ούτε είναι απαραίτητα ευπρόσδεκτο. Προπαντός, δεν είναι απαραίτητα καινούργιο. Η νεανική του πρόσοψη μπορεί να κρύβει πίσω της παλιές ιδεοληψίες και αταβιστικά αντανακλαστικά. Οι τρεις θριαμβευτές των εκλογών, όσο κι αν διαφέρουν μεταξύ τους, μοιράζονται τουλάχιστον ένα γνώρισμα: τη βίαιη ρητορική, με ακραίους, πρωτάκουστους μετά το 1974 όρους καταγγελίας του πολιτικού αντίπαλου («προδότες», «γερμανοτσολιάδες», απειλές για κρεμάλες κ.λπ.), που, μαζί με συναφείς αναφορές για «νέα Κατοχή» και «νέο ΕΑΜ» από τη μια μεριά, εθνοφυλετική καθαρότητα από την άλλη, παραπέμπουν άμεσα σ' ένα ερεβώδες παρελθόν, αλλά φαίνονται ελκυστικοί σε γενιές ψηφοφόρων που δεν έχουν βιώσει κάτι χειρότερο από το παράλυτο μεταπολιτευτικό σύστημα.
Οι εκλογές της 6ης Μαΐου κατέρριψαν έναν μύθο: ότι η Χρυσή Αυγή αντλεί τη δύναμή της κυρίως από το κοινωνικό έργο της σε συνοικίες μεγάλων αστικών κέντρων που δοκιμάζονται από την παραβατικότητα των λαθρομεταναστών. Η Χρυσή Αυγή σημείωσε τα υψηλότερα ποσοστά της σε περιοχές που δεν έχουν ιδιαίτερα προβλήματα αυτού του είδους, από τη Μακεδονία ώς τη νότια Πελοπόννησο. Η αλήθεια, που δεν θέλουμε να παραδεχτούμε, είναι ότι υπάρχει από καιρό στην Ελλάδα ένα ισχυρό ρεύμα ξενοφοβίας, ρατσισμού, μιλιταριστικής νοοτροπίας και νοσταλγίας γι' αυταρχική διακυβέρνηση. Ώς πρόσφατα διαχεόταν στα «καθωσπρέπει» κόμματα και γινόταν έτσι αφανές. Με το φυλλορρόημά τους, όμως, αυτονομήθηκε και, επιπλέον, ενισχύθηκε βρίσκοντας απήχηση σε κατά βάση απολιτικούς νέους, που σαγηνεύονται από τον αντισυστημικό τσαμπουκά οργανώσεων όπως η Χρυσή Αυγή. Το περιβόητο «εγέρθητω», με γραμματική και ύφος μπρούτου επιλοχία, μπορεί και να ηδόνισε τέτοια άτομα, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ήταν σε θέση ν' αναγνωρίσουν τον γλωσσικό βαρβαρισμό.
Τσαμπουκά, με διαφορετικό ιδεολογικό πρόσημο, εκπέμπει και ο ΣΥΡΙΖΑ, παρόλο που οι δικές του ιδεοληψίες, ειδικά στο μεταναστευτικό, πρόσφεραν στη Χρυσή Αυγή γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξή της. Επικοινωνιακά, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο Τσίπρας. Με θράσος ανάγωγου νεανία, λουκ που θυμίζει κάτι από Έλβις Πρίσλεϊ και κάτι από Τεντέν, λενινιστικό λεξιλόγιο, αλλά εμφανή άγνοια από πολιτική Ιστορία, πρόσωπο που περνάει με την ευκολία ηθοποιού από το αφράτο χαμόγελο του μπούλη στο τραχύ και στεγνό ύφος του αγκιτάτορα, παντελή έλλειψη ιστορικής αίσθησης, ο Τσίπρας είναι η πολιτική έκφραση μιας πικάντικης μεταμοντέρνας σαλάτας, που είναι φυσικό να έχει πέραση σε νέους ανθρώπους μεγαλωμένους με τέτοια πολιτισμικά πρότυπα.
Η επαναλαμβανόμενη διακήρυξή του ότι ο λαός δεν αντέχει άλλο το Μνημόνιο μπορεί και ν' απηχεί την πραγματικότητα. Εξαρτάται από το πόσο χαμηλά ή πόσο ψηλά βρίσκεται το όριο των αντοχών του ελληνικού λαού. Αυτό θα το δούμε σύντομα. Ώς τότε, ας κρατήσουμε την είδηση που ήρθε πρόσφατα από τη βόρεια Ελλάδα, όπου η στατιστική ανεργία σπάει ρεκόρ: στη ζήτηση εργατικών χεριών για τη συγκομιδή των ροδακίνων ανταποκρίθηκαν 4.885 Αλβανοί και 19 Έλληνες…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες