Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Η Μεγάλη Εβδομάδα φέτος θα κρατήσει περισσότερες μέρες

 Του Φώτη Γεωργελέ, Athens Voice
Εμείς δεν έχουμε επιφορτίσει κανένα να μας προειδοποιεί «προσοχή κίνδυνος». Δεν έχουμε μεριμνήσει, κι όσους το κάνουν δεν τους ακούμε. Παρακολουθούμε τις διαπραγματεύσεις λίγο σαν θρίλερ, λίγο σαν κωμωδία, σχολιάζουμε, λέμε ευφυολογήματα στο Τwitter, συζητάμε τα σενάρια, διαβάζουμε στις ξένες εφημερίδες τις πιθανότητες πτώχευσης, αυτή τη βδομάδα το Grexit έφτασε στο 50%. Το αντιμετωπίζουμε όλοι σαν να αφορά άλλους, μερικοί το εύχονται κιόλας, οι πιο επιτήδειοι ή οι πιο αφελείς. Δεν ξέρουμε ότι σ’ αυτή την ανυποψίαστη και καλομαθημένη χώρα, το παραμικρό πιστωτικό γεγονός, οποιασδήποτε βαθμίδας, μπορεί να οδηγήσει τα πράγματα σε μια ανεξέλεγκτη καταστροφή χωρίς να το καταλάβουμε καλά-καλά, να γυρίσει τη χώρα 50 χρόνια πίσω, σε ένα μεταμοντέρνο δυστοπικό μέλλον, μακριά από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Παλιά, παρακολουθούσα και αγαπούσα τη Γιουγκοσλαβία. Ίσως γιατί για πολλά χρόνια της ζωής μου κάποτε, τη διέσχιζα από το ένα ως το άλλο άκρο με διάφορα αυτοκίνητα σαραβαλάκια. Για τα δεδομένα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήταν μια πολύ ζωντανή και προχωρημένη χώρα. Είχε διεθνή φεστιβάλ κόμικ και τζαζ, είχε κινηματογράφο, είχε μια ζωηρή και νεανική μουσική σκηνή. Ήταν μια χώρα πολυεθνική, Σέρβοι παντρεύονταν Βόσνιες, έμεναν στην Κροατία, πήγαιναν να δουλέψουν στη Σλοβενία, οι οικογένειες ήταν πολύ συχνά μεικτές. Όταν στη δεκαετία του ’90 άρχισε ο παραλογισμός του εμφυλίου, μόνο όσοι ήθελαν να μείνουν έξω από την εθνικιστική παράνοια, όπως ο Ένκι Μπιλάλ, δήλωναν σταθερά «εθνικότητα Γιουγκοσλάβος».
Ο εμφύλιος διεξαγόταν ανάμεσα στα διαμερίσματα μιας πολυκατοικίας, οικογένειες σφάζονταν μεταξύ τους, όλοι ήταν εχθροί όλων. Όταν τους ρωτούσες πώς έφτασαν σ’ αυτή την τρέλα, σου απαντούσαν, σιγά-σιγά. Το ένα αδιανόητο γεγονός ακολουθούσε το άλλο και οι ίδιοι, αδρανείς, δεν μπορούσαν να κάνουν την πρόσθεση όσων προηγήθηκαν και όσων θα ακολουθούσαν για να καταλάβουν τη συνολική πορεία που οδηγούσε στην καταστροφή. Τα φλογερά λόγια έγιναν πράξεις, η βία έφερε τις σφαίρες, οι αντιθέσεις έγιναν μίσος, ο εθνικισμός ανακάλυπτε εχθρούς, μετά ήρθαν οι συμμορίες, οι μαφίες, οι στρατοί, ο κόσμος είδε πώς μια χώρα πολιτισμένη, ευρωπαϊκή, αυτοκαταστρέφεται.
Υπάρχει μια ταινία που δεν θυμάμαι πάλι το όνομά της, ξεχνάω, να ανησυχήσω ή να παρηγορηθώ ότι είναι μηχανισμός άμυνας; Στην ταινία μια τρομακτική επιδημία καταστρέφει τον κόσμο, μετατρέπει τα θύματά της σε νεκροζώντανους όπως στο «Walking Dead». Μια περιοχή μόνο του πλανήτη διασώζεται, το Ισραήλ. Είχαν χτίσει ένα τεράστιο τείχος περιμετρικά και εκεί είχε οχυρωθεί ο πληθυσμός, κρατώντας τα ζόμπι απ’ έξω. Ο Μπραντ Πιτ απεσταλμένος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας πηγαίνει επιτόπου να μάθει πώς ήξεραν για την αρρώστια και ήταν προετοιμασμένοι. Μετά το Ολοκαύτωμα, του λέει ο κατασκευαστής του τείχους, τότε που συνέβη αυτό που κάθε πολιτισμένος άνθρωπος θεωρούσε αδιανόητο, αποφασίσαμε πως σε κάθε κυβερνητική επιτροπή που αντιμετώπιζε τα προβλήματα θα υπήρχε κάποιος ο οποίος θα ήταν επιφορτισμένος να λέει «κι αν είναι αλήθεια;» Ε, στην επιτροπή για την επιδημία, αυτός ο κάποιος ήμουν εγώ.
Ήταν μάλλον κακή ταινία, η σειρά του Fox είναι πολύ καλύτερη, αλλά δεν ήταν προπαγάνδα. Στην ταινία, η ιστορία της φυλής τούς σώζει αλλά και τα εθνικά χαρακτηριστικά τούς καταστρέφουν. Οι ασφαλείς μέσα στο φράκτη όλη μέρα υμνούν τον Κύριο που τους έσωσε, ψέλνοντας στο Τείχος των Δακρύων. Ο συνεχής θόρυβος όμως, διεγερτικός ως γνωστόν για τα ζόμπι, προσελκύει στρατιές νεκροζώντανων που στο τέλος ξεπερνούν το ύψος του τείχους και μπαίνουν στην πόλη. Ηθικό δίδαγμα, αν υπάρχει, η επιστήμη μόνο βρίσκει το αντίδοτο, ο ορθολογισμός. Δεν φτάνει να προσπαθήσεις, πρέπει να ξεπεράσεις τον εαυτό σου.
Εμείς δεν έχουμε επιφορτίσει κανένα να μας προειδοποιεί «προσοχή κίνδυνος». Δεν έχουμε μεριμνήσει, κι όσους το κάνουν δεν τους ακούμε. Παρακολουθούμε τις διαπραγματεύσεις λίγο σαν θρίλερ, λίγο σαν κωμωδία, σχολιάζουμε, λέμε ευφυολογήματα στο Τwitter, συζητάμε τα σενάρια, διαβάζουμε στις ξένες εφημερίδες τις πιθανότητες πτώχευσης, αυτή τη βδομάδα το Grexit έφτασε στο 50%. Το αντιμετωπίζουμε όλοι σαν να αφορά άλλους, μερικοί το εύχονται κιόλας, οι πιο επιτήδειοι ή οι πιο αφελείς. Δεν ξέρουμε ότι σ’ αυτή την ανυποψίαστη και καλομαθημένη χώρα, το παραμικρό πιστωτικό γεγονός, οποιασδήποτε βαθμίδας, μπορεί να οδηγήσει τα πράγματα σε μια ανεξέλεγκτη καταστροφή χωρίς να το καταλάβουμε καλά-καλά, να γυρίσει τη χώρα 50 χρόνια πίσω, σε ένα μεταμοντέρνο δυστοπικό μέλλον, μακριά από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Πιστεύουμε ότι τα σημαντικά συμβαίνουν στις διαπραγματεύσεις με τους εταίρους, στα Εurogroup, στις συμφωνίες. Ότι εκεί κρίνεται το παιχνίδι. Πιο σημαντικό ακόμα όμως είναι το πώς εμείς αισθανόμαστε, ποια είναι η ατμόσφαιρα στην ελληνική κοινωνία. Αυτή δείχνει τι μπορούμε να κάνουμε. Λένε ότι σε μια δύσκολη προσπάθεια, σε μια αρρώστια, ο άνθρωπος σφίγγει τα δόντια και παλεύει, αν όμως υπάρξει μια στιγμή απογοήτευσης, όταν σου τελειώνει η ελπίδα, σπας απότομα, χάνεις το κουράγιο σου. Πέντε χρόνια πέρασαν και η ελληνική κοινωνία άντεξε, μπορεί να ένιωθε το αίσθημα της αδικίας, μπορεί να πόνεσε, όμως την περσινή χρονιά πήρε μια ανάσα, πίστεψε ότι το δύσκολο πέρασε. Όπως πέρασε. Και, ξαφνικά, βρεθήκαμε πίσω στο 2010, στην αρχή.
Στις δημοκρατίες, συνήθως, ο κόσμος ψηφίζει αυτούς που ξέρουν περισσότερα, αυτούς που θα τον οδηγήσουν. Λένε ότι στις εκλογές αυτές ψηφίσαμε τους εαυτούς μας. Φοβάμαι, λοιπόν, ότι η ελληνική κοινωνία κουράστηκε να προσπαθεί να ακολουθήσει την Ευρώπη. Και κουρασμένη, αδρανής, παρακολουθεί τη διολίσθηση προς την ήττα και το τριτοκοσμικό μέλλον, προσπαθώντας ήδη να βρει τα ελαφρυντικά. Δεν φταίμε εμείς, μας ανάγκασαν. Επιστρέφει σε πιο παλιές εποχές, σε ένα παρελθόν οικείο που όμως σαν μέλλον θα είναι αυτοκτονικό. Αυτά που συμβαίνουν γύρω μας τους τελευταίους μήνες είναι σαν να ξαναζούμε τη μεταπολίτευση και ακόμα πιο πίσω. Στο πιο γκροτέσκο.
Τις παρελάσεις με αεροπλάνα, τανκς και λαϊκούς χορούς διαδέχονται τα ανοιχτά στρατόπεδα το Πάσχα όπου θα σουβλίζονται αρνιά για το λαό. Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας θα εκδώσει φυλλάδια για τη διαπαιδαγώγηση των μαθητών στα σχολεία στο θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων. Άλλωστε ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομίας τις προσδιόρισε ακριβώς, 278,7 δισεκατομμύρια, τόση ακρίβεια ξαφνικά μετά από 75 χρόνια. Μας χρωστάνε, δεν τους χρωστάμε. Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη προανήγγειλε ότι θα έχουμε νεκρούς στις Σκουριές και τόνισε πως η κυβέρνηση πρέπει να αποφασίσει την πολιτική της για τη βία. Γιατί αυτή είναι η δουλειά των υπουργών και αυτό πρέπει να κάνουν οι κυβερνήσεις, να αποσαφηνίζουν την πολιτική τους για τη βία, δεν είναι γνωστή και δεδομένη. Η πρόεδρος της Βουλής απέτισε φόρο τιμής στο δέντρο στο οποίο τον καιρό των «αγανακτισμένων» ένας δυστυχής συμπολίτης μας έβαζε τέλος στη ζωή του. Γιατί αυτή η τιμή σ’ αυτόν τον αυτόχειρα; Γιατί στο σημείωμα της αυτοκτονίας του, εν είδει πολιτικής διαθήκης, μίλησε για τις κυβερνήσεις των δοσίλογων και ζήτησε από τους νέους να πάρουν τα καλάσνικοφ και να εκτελέσουν στο Γουδί τους προδότες. Μισό δις μέσα στον καιρό της κρίσης και της «ανθρωπιστικής καταστροφής» βρέθηκε για τη Λόκχιντ, γιατί οι προαιώνιοι εχθροί μας καραδοκούν, οι εξοπλισμοί είναι απαραίτητοι για την πάντα σε κίνδυνο πατρίδα. Και στη Βουλή, δημιουργείται Επιτροπή Αλήθειας για το χρέος. «Επιτροπή Αλήθειας»; Καλώς ήρθατε στο 1936. Η ανάγνωση του Σαλάμοφ και του Βίκτορ Σερζ γίνεται ξανά επίκαιρη.
Η Μεγάλη Εβδομάδα φέτος θα κρατήσει περισσότερες μέρες. Ίσως πρέπει, φέτος ειδικά, να ξανασκεφτούμε περισσότερο το νόημα των ημερών.
Δεν είναι η εγκατάλειψη, δεν είναι η αποδοχή της ήττας, είναι η αναγέννηση, είναι η συνέχεια της ζωής, η προσπάθεια, η υπέρβαση του αναπόφευκτου, η Άνοιξη. Δεν έχουμε τίποτε άλλο να πούμε παρά να ευχηθούμε καλή Ανάσταση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες