Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Μία υποτίμηση κι ένα μάθημα


Του Πάνου Καζάκου, ΝΕΑ, 9.4.13
Συμπληρώθηκαν 60 χρόνια από την περιβόητη υποτίμηση της δραχμής τον Απρίλιο του 1953 με πρωταγωνιστή τον Σπύρο Μαρκεζίνη. Η υπενθύμιση επιτρέπει ενδιαφέρουσες συγκρίσεις για όσα σήμερα αφορούν την επιστροφή στη δραχμή (Ελλάδα) ή στη λίρα (Κύπρος), με στόχο να γίνει μια μεγάλη υποτίμησή τους στη συνέχεια. Το δίδαγμα της πολιτικής του 1953 είναι απλό (και χρήσιμο σε ανυποψίαστους που κάνουν ιδεολογικές ασκήσεις): Μεταρρυθμίσεις και σκληρή εισοδηματική πολιτική, μαζί με άλλα μέτρα (επενδύσεις!) ήταν προϋπόθεση για την τελική επιτυχία της υποτίμησης εκείνης. Το ίδιο λοιπόν ισχύει και σήμερα για την περίπτωση μιας επιστροφής στη δραχμή και γενναίας υποτίμησης. Στη δεκαετία του 1950 η υποτίμηση αποτέλεσε μέρος μιας στρατηγικής για την υπέρβαση του status quo. Τη μετάβαση στη νέα εποχή είχε ως έναν βαθμό προετοιμάσει νωρίτερα ο Γ. Καρτάλης. Σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, μια υποτίμηση θα έχει εντελώς πρόσκαιρη επίπτωση στην ανταγωνιστικότητα (και στο εξωτερικό ισοζύγιο) αν δεν συνοδευτεί από σειρά ολόκληρη μέτρων που αποτρέπουν τη διολίσθηση στον φαύλο κύκλο υποτιμήσεων -πληθωρισμού - υποτιμήσεων κ.ο.κ. Αυτόν τον φαύλο κύκλο απέφυγαν τότε, πρώτον, με το άνοιγμα της αγοράς, π.χ. με τη μερική απελευθέρωση του εισαγωγικού εμπορίου από δαιδαλώδεις ποσοτικούς περιορισμούς.
Ομως, δεύτερον, η δημοσιονομική εξυγίανση θα αποδειχθεί κρίσιμος όρος για την επιτυχία. Ο προϋπολογισμός δεν έπρεπε να υπακούει στην «πολιτική» (λέγε πελατειακή ή παλαιοκομματική) λογική και να καταλήγει σε μεγάλα ελλείμματα γιατί αυτό θα εξουδετέρωνε τα πλεονεκτήματα της υποτίμησης. Επί υπουργίας Σπ. Μαρκεζίνη επιτυγχάνεται ο πρώτος μεταπολεμικός προϋπολογισμός που εμφάνισε μικρό περίσσευμα, το 1953-54. Σημειώνω ότι αργότερα ο Κ. Καραμανλής θα επιδιώκει επίσης και θα επιτυγχάνει πλεονάσματα στον τακτικό προϋπολογισμό για να συγχρηματοδοτεί επενδύσεις.
Τρίτον, πέρα από τα νομισματικά και τη λιτότητα, η πολιτική ηγεσία ανέλαβε μια μεγάλη αναπτυξιακή προσπάθεια. Με έναν ιδιότυπο διεθνή ακτιβισμό εξασφαλίσθηκαν τότε πηγές χρηματοδότησης για μεγάλα έργα εκτός της συρρικνωμένης αμερικανικής βοήθειας. Με τα «παραγωγικά δάνεια» (όπως ονομάσθηκαν) από  Γαλλία, ΗΠΑ και, κυρίως, Γερμανία επιτεύχθηκε η επέκταση και ενοποίηση του ηλεκτρικού δικτύου της χώρας, κατασκευάστηκε διυλιστήριο πετρελαίου παρά την οργανωμένη αντίδραση συμφερόντων, προκηρύχθηκε το υδροηλεκτρικό έργο του Μέγδοβα, επιταχύνθηκαν οι διεργασίες για την αξιοποίηση των κοιτασμάτων της Πτολεμαΐδας, προωθήθηκαν τα φράγματα του Αλιάκμονος και του Αχελώου που είχαν σημασία και για τη γεωργία, επεκτάθηκε ο ηλεκτρικός ώς την Κηφισιά.
Ενα ακόμη στοιχείο της αναπτυξιακής πολιτικής του ΕΣ είναι ο ειδικός νόμος 2687/1953 για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Ο νόμος είχε αυξημένη τυπική ισχύ με βάση το ελληνικό Σύνταγμα του 1952 (άρθρο 112) και περιείχε κίνητρα για την προσέλκυσή τους, αλλά και όρους με στόχο τη διασφάλιση της εθνικής συμμετοχής στα οφέλη!

Η πολιτική εκείνη πέτυχε όχι μόνο γιατί είχε την οικονομική λογική με το μέρος της, αλλά και διότι ευνοήθηκε από μερικούς πολιτικούς παράγοντες. Σε αυτούς ανήκει και η ασφαλής κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η εμπειρική έρευνα τείνει να επιβεβαιώσει, έστω με πολλές επιφυλάξεις, τη σημασία πολιτικών παραγόντων ειδικά σε περιπτώσεις ευρείας κλίμακας αλλαγών πολιτικής.
Η υποτίμηση και τα λοιπά συνοδευτικά μέτρα απέδωσαν: τα επόμενα χρόνια ο πληθωρισμός, έπειτα από σύντομη άνοδο, μειώθηκε σταδιακά στο 2%, αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη στο εθνικό νόμισμα, ενθαρρύνθηκε η αποταμίευση που θα της επέτρεπε να συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη, η εγχώρια παραγωγή αυξήθηκε σημαντικά. Η σταθερότητα θα ευνοούσε στη συνέχεια και την εισροή των λεγόμενων άδηλων πόρων από μετανάστες, ναυτεργάτες, εφοπλιστές και τουρίστες. Οι άδηλοι πόροι επέτρεψαν την αύξηση των εισαγωγών κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών. Τα μέτρα βοήθησαν τις εξαγωγές και τη βιομηχανική παραγωγή χωρίς να προκαλέσουν πληθωρισμό όπως φοβούνταν πολλοί. Κατά πάσα πιθανότητα η επιτυχία της υποτίμησης έθεσε τις βάσεις για την εκβιομηχάνιση της χώρας καθώς ευνοούσε ένα μείγμα εξαγωγικού προσανατολισμού και υποκατάστασης των εισαγωγών. Εδωσε ανταγωνιστικότητα σε εξαγωγές και εγχώρια παραγωγή.
Το μεγάλο δίλημμα πολιτικής εκείνης της εποχής ήταν ανάπτυξη ή παροχές χωρίς αλλαγές. Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο δίλημμα αντιμετωπίζουμε σήμερα - με ή χωρίς επιστροφή στη δραχμή και υποτίμηση. Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά για την ποιότητα της λιτότητας και των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Αλλά παραδόξως, πολλοί αντιλαμβάνονται την επιστροφή στη δραχμή και την υποτίμηση ως μέσο για μια μάταιη πολιτική παροχών και προάσπιση του θεσμικού status quo!
Ο Πάνος Καζάκος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες