Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Ηγέτες περιορισμένου βεληνεκούς...


Του Προκόπη Δούκα, Athens Voice
H πρώτη μου σύγκρουση με τους (τότε) πολιτικούς συντάκτες ήταν με αφορμή τη μάχη Τσοχατζόπουλου - Σημίτη, για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ. Η πλειονότητα υποστήριζε, χωρίς να δέχεται δεύτερη κουβέντα, ότι ο Άκης ήλεγχε τα κομματικά «κουκιά» κι ότι δεν υπήρχε περίπτωση να χάσει την προεδρία. Η αντίληψή μου ήταν ότι το ΠΑΣΟΚ, όπως και οποιοσδήποτε άλλος ζωντανός πολιτικός οργανισμός, θα άκουγε τελικά τη φωνή της κοινωνίας και της αυτοσυντήρησης – και θα προτιμούσε τον καθηγητή με τη διείσδυση στο δεξιό στρατόπεδο, παρά το «πρωτοπαλλήκαρο-κασέτα» του ιδρυτή, που αποχωρούσε τότε αναγκαστικά από την ηγεσία και λίγο αργότερα από τη ζωή. Ο Τσοχατζόπουλος θα συρρίκνωνε πρόωρα το ΠΑΣΟΚ, ενώ, όπως αποδείχθηκε, το κόμμα είχε άλλα 8 κυβερνητικά χρόνια μπροστά του. Σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, όλοι οι πρωθυπουργοί (ακόμα και αυτοί που ξεσήκωσαν εξ αρχής ή στην πορεία, κύματα αντιπάθειας) είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: Ήταν λιγότερο ή περισσότερο αποδεκτοί από την απέναντι παράταξη, ικανοί να διαβούν με κάποιο τρόπο τη διαχωριστική γραμμή, κάπου στο κέντρο του πολιτικού φάσματος. Πολλοί ακόμα πολιτικοί αρχηγοί είχαν μια διευρυμένη ικανότητα «διείσδυσης» σε αντίπαλα στρατόπεδα. Η ιδιότητα αυτή, με τον κατακερματισμό του πολιτικού σκηνικού, από την εφαρμογή του πρώτου μνημονίου εδώ και τρία χρόνια, χάθηκε.
Ο Αντώνης Σαμαράς, τον οποίον σχεδόν κανείς δεν φανταζόταν πρωθυπουργό πριν από την κρίση, δύσκολα λογίζεται ως αποδεκτός από την κεντροαριστερή πλευρά του λόφου. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχει απήχηση εκτός ΝΔ, αλλά με τις εθνικιστικές του θέσεις, το παρελθόν του στο μακεδονικό και με πρωταγωνιστές στο επιτελείο του μέλη του Δικτύου 21, μόνο στο ακροδεξιό ακροατήριο, προς το οποίο αλληθωρίζει, έχει πιθανότητες.

Ο Αλέξης Τσίπρας, από την άλλη, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες με αναδιατυπώσεις όρων και επισκέψεις σε mainstream media να διευρύνει τα κεντρώα του ερείσματα, δύσκολα θα γίνει αποδεκτός στην απέναντι πλευρά, πέραν μιας λαϊκής δεξιάς, που διαισθάνεται ότι είναι το καπάκι που προσπαθεί να συναντήσει τον τέντζερη. Η αποδοχή αριστερίστικων πρακτικών και η επιμονή στην αντιμνημονιακή ρητορική δεν βοηθούν. Σε προσωπικό επίπεδο, η ηλικία του, η απειρία του εκτός κομματικής ζωής και οι περιορισμένες του ενδείξεις καλλιέργειας αυτομάτως τον καθιστούν μη ελκυστικό και στο ευρύ αλλά «ορφανό», μεταρρυθμιστικό ή μη κέντρο, που θα μπορούσε, υπό άλλες συνθήκες, να τον συμπαθήσει.

Στο ΚΚΕ, που πρόσφατα έσπευσε να αλλάξει γραμματέα υπό το βάρος της εκλογικής συρρίκνωσης, δεν φαίνεται καμία διάθεση της επικρατούσας ηγετικής ομάδας να αλλάξει κατεύθυνση προς μια διεύρυνση του ακροατηρίου. Ούτε η μεγάλη επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να μετακινήσει στο ελάχιστο τον Περισσό από τις άκαμπτες αντιευρωπαϊκές θέσεις και τις σταλινικές αποκαταστάσεις: Ο Δημήτρης Κουτσούμπας μοιάζει ακόμα πιο «βαρύς» και μονόχνωτος από την Αλέκα Παπαρήγα, που τουλάχιστον είχε το επικοινωνιακό χάρισμα του «είμαι μια γυναίκα του λαού και τα λέω τσεκουράτα».

Για τον Πάνο Καμμένο φυσικά ούτε λόγος, μοιάζει να μπορεί να συγκινήσει μόνο τους «ψεκασμένους» από θεωρίες συνωμοσίας και εθνικιστικούς βερμπαλισμούς, αν και χαίρει όχι ασήμαντης απήχησης στο παραδοσιακό δεξιό κοινό. Ο Φώτης Κουβέλης, στην παράδοση των ηγετών της ανανεωτικής αριστεράς, χαίρει υψηλής δημοφιλίας σε όλο το μετριοπαθές πολιτικό φάσμα, πολύ πέραν της εκλογικής δύναμης της ΔΗΜΑΡ, αλλά μάλλον υπόκειται και αυτός στους περιορισμούς που ανέκαθεν χαρακτήριζαν τα στελέχη αυτού του γαλήνιου και διαλλακτικού ύφους, από το ΚΚΕ εσ. μέχρι τον σημερινό Συνασπισμό.

Ο μόνος που θα μπορούσε πράγματι να απευθυνθεί πειστικά στην απέναντι (συντηρητική) παράταξη, λόγω των επαγγελματικών και ιδεολογικών χαρακτηριστικών του, είναι ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Είναι όμως τόσο βεβαρυμένος από την αρχή της ηγετικής του διεκδίκησης το 2007 και από τα μετέπειτα δείγματα γραφής στην κυβέρνηση και στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, που μοιάζει απίθανο να μπορέσει ποτέ να διευρύνει την απήχησή του, πέραν των μονοψηφίων ποσοστών που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις.

Οι κυβερνήσεις συνεργασίας, βέβαια, ως νέο κεφάλαιο στην πολιτική ζωή της χώρας, δεν απαιτούν «τεχνικά» ηγέτες που μπορούν να ξεπεράσουν τα όριά τους στο κατακερματισμένο εκλογικό τοπίο. Η χώρα όμως χρειάζεται τις προσωπικότητες που θα καλλιεργήσουν τη συναίνεση, ώστε να υπάρξει κυβερνητική σταθερότητα, μαζί με ουσιαστική πρόοδο στη διακυβέρνηση. Κι αυτό δεν γίνεται με περιορισμένο βεληνεκές, που απευθύνεται μόνο στο στενό εκλογικό ακροατήριο του καθενός...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες