Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Αγνοώντας τον χαμένο χρόνο


Του Δημοσθένη Κούρτοβικ, ΝΕΑ, 236.12
Πολλοί οι σχολιαστές που συμφωνούν ότι η σημερινή διαλυτική κρίση της Ελλάδας δεν είναι πρωτίστως οικονομική μα πολιτισμική. Δεν φαίνεται όμως να εννοούν όλοι το ίδιο πράγμα. Για μια μερίδα, κεντρικό ρόλο έπαιξαν η υλοφροσύνη και ο συβαριτισμός που κυριάρχησαν στη Μεταπολίτευση, γκρεμίζοντας ηθικούς φραγμούς και λοιδορώντας κάθε πνευματική αξία. Γι' άλλους, η κρίση αναδεικνύει δραματικά και πολλαπλώς το μεγάλο, διαχρονικό έλλειμμα παιδείας αυτής της χώρας. Υπάρχουν κι εκείνοι που μιλούν για «προδοσία των διανοουμένων», σίγαση της κριτικής συνείδησής τους και μαζική απορρόφησή τους από τους καθεστωτικούς μηχανισμούς της Μεταπολίτευσης, τους οποίους υπηρέτησαν συνειδητά ή ασύνειδα, χειραγωγώντας και αποπροσανατολίζοντας το κοινό. Ελάχιστοι είναι εκείνοι, με διακριτότερο ίσως ανάμεσά τους τον Στέλιο Ράμφο, που εντοπίζουν τη ρίζα του προβλήματος πολύ βαθύτερα: στις απαρχές του νεοελληνικού πολιτισμού (όπου κι αν τις τοποθετεί κανείς χρονολογικά), στην ίδια τη «φύση» του.

Θεωρώ βέβαιο ότι πολλοί θα ενοχληθούν σφόδρα από αυτή τη θέση, βρίσκοντάς την προκλητική, όπως κάθε κριτική που αμφισβητεί την αυτάρεσκη ιδέα μας για τον εαυτό μας ως λαού, και ακόμα περισσότεροι θα κάνουν πως δεν κατάλαβαν, κι ας είναι ο Ράμφος σήμερα ένας trendy γκουρού των ΜΜΕ και των σεμιναρίων φιλοσοφίας. Μα τι στο καλό θέλει να μας πει; Οτι φταίει το Βυζάντιο, φταίνε ο Μακρυγιάννης και ο Καραϊσκάκης, φταίνε οι ωραίες λαϊκές παραδόσεις μας για τη σημερινή κατάντια της χώρας; Ε, λοιπόν, ναι, φταίνε! Οχι βέβαια επειδή συνωμότησαν εναντίον μας και μας «ψέκασαν» μέχρις αποχαυνώσεως με δανεική κατανάλωση, μα επειδή ήταν εκφράσεις μιας αντίληψης για τον κόσμο που αντιστεκόταν άκαμπτα στις απαιτήσεις της νεωτερικότητας - και γι' αυτό ακριβώς ήταν καταδικασμένη να γίνει θύμα τους, μαζί της και η χώρα.
Πυρήνας αυτής της αντίληψης είναι, για τον Ράμφο, η νεοελληνική αίσθηση του χρόνου. Θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει, καταρχήν, ότι μια τέτοια θέση σημαίνει αναγωγισμό, μονοπαραγοντική προσέγγιση ενός τόσο πολύπλοκου θέματος, άρα ισοδυναμεί με υπεραπλούστευση. Είναι όμως μια μέθοδος θεμιτή σ' ένα φιλοσοφικό δοκίμιο (ή σε μια φιλοσοφική διάλεξη, μια τέτοια άλλωστε, που δόθηκε τον περασμένο Φεβρουάριο, αποτέλεσε το πρωτοκύτταρο αυτού του μικρού βιβλίου). Προπαντός είναι μια μέθοδος παραγωγική, γιατί επιτρέπει στον συγγραφέα να φωτίσει πτυχές ενός ζητήματος που, αν και πολύ σημαντικές, επικαλύπτονται από άλλες και μένουν συνήθως ασυναίσθητες στην καθημερινή ζωή, όπως η άδηλη αναπνοή μας.

Η «θετική εμπειρία του χρόνου», λέει ο Ράμφος, αποτελεί προϋπόθεση για την αυτοσυνειδησία μας. Θετική εμπειρία του χρόνου σημαίνει ν' αναγνωρίζουμε τον χρόνο ως μέτρο και μήτρα: μέτρο της εσωτερικής αλλαγής μας και μήτρα της ιστορικής αλλαγής, στην οποία μετέχουμε δυναμικά ως δρώντα υποκείμενα, ως σχεδιαστές της. Αυτή η στάση, όμως, έμεινε ξένη στη νεοελληνική κουλτούρα. Ο χρόνος για μας είναι κάτι στατικό ή κυκλικά επαναλαμβανόμενο. Ζούμε καθηλωμένοι σ' ένα αιώνιο παρόν, που αποκλείει την αίσθηση της ιστορικότητας, δηλαδή την πίστη στη δυνατότητα έλλογης διαμόρφωσης ενός μέλλοντος ριζικά διαφορετικού από το σήμερα και το χθες. Γι' αυτό και η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας είναι πάντα θολή, αποσπασματική και αντιφατική.
Ολα αυτά μπορεί ν' ακούγονται παράξενα και, πάντως, αφηρημένα. Ωστόσο, όχι μόνον ο πολιτικός βίος μας, με την παθητική διαιώνιση παραδοσιακών πρακτικών που καταλήγουν μακροπρόθεσμα σε ασφυκτικά αδιέξοδα (σαν αυτά που ζούμε σήμερα), αλλά και η καθημερινή ζωή μας ενισχύουν τη θέση του Ράμφου. Είναι πολύ χαρακτηριστική, για παράδειγμα, η διαφορετική αντιμετώπιση του δημόσιου και του ιδιωτικού χώρου από τον Νεοέλληνα. Παραδίνουμε στην εγκατάλειψη τον δημόσιο χώρο, ο οποίος είναι από τη φύση του η υλική έκφραση της ιστορικότητας. Αντίθετα, δείχνουμε υπερβολική προσήλωση στον ιδιωτικό χώρο, δηλαδή την κατοικία μας και την εντός αυτής οικογενειακή ζωή, που αντιπροσωπεύουν την εκτός χρόνου ύπαρξη ή, ακριβέστερα, την ταύτιση του χρόνου με την αναπαραγωγική διάρκεια της οικογένειας. Το ακίνητο, όνειρο του κάθε Νεοέλληνα, είναι το απόλυτο σύμβολο του ακίνητου χρόνου.

Κλειστός δεν είναι μόνον ο τόπος μας, που έλεγε ο Σεφέρης. Είναι και ο χρόνος μας. Τον «σκοτώνουμε», σύμφωνα με τη λαϊκή έκφραση, επειδή δεν τον λογαριάζουμε, δεν έχουμε συναίσθηση της ροής του από ένα σημείο σ' ένα άλλο, υπάρχει για μας μόνον η στιγμή, που εκτείνεται σε όλο το παρελθόν και όλο το μέλλον. Η εμμονή μας με το εορτολόγιο της Εκκλησίας είναι άλλη μια έκφανση αυτής της αχρονικής αντίληψης του κόσμου.
Επειδή δεν πιστεύουμε ότι μπορούμε να γονιμοποιήσουμε τον χρόνο, έχουμε την τάση να επενδύουμε τις ελπίδες μας όχι στο ιστορικό μέλλον αλλά σε θαυματουργικές επεμβάσεις θρησκευτικού, μυθολογικού ή και μαγικού χαρακτήρα. «Καθώς τίποτε δεν τους πιέζει εσωτερικά [τους Ελληνες] να ενεργοποιηθούν, προκρίνουν αυτομάτως την παθητική στάσι στο ιστορικό γίγνεσθαι». Και όχι μόνον αυτό. Η αποσύνδεση του χρόνου από κάποιον σκοπό, η υπερδιαστολή της στιγμής και η καθήλωση σ' αυτή προκαλούν «ατροφία της σκέψεως και τόνωσι του συναισθήματος. Η θυμική έξαψι οφείλεται στην ένταση του "τώρα" και το κενό της διάρκειας». Ο παροιμιώδης συναισθηματισμός του Ελληνα, που τον αντιπαραθέτουμε αυτοκολακευτικά στην «ψυχρότητα» των Βορειοευρωπαίων, μπορεί να φαίνεται πολύ ανθρώπινος, και είναι από αρκετές απόψεις, αλλά δεν έχει καμιά σχέση με τον ανθρωπισμό, που προϋποθέτει τον ηθικό στοχασμό.
Μήπως όμως η προσέγγιση αυτή στη νεοελληνική κουλτούρα είναι εξίσου στατική με αυτό που αποδίδει στο αντικείμενό της; Είναι η κουλτούρα ενός λαού κάτι τόσο ενιαίο και αμετάβλητο; Οχι! Ο Ράμφος γράφει πιστεύοντας ολοφάνερα ότι οι πολιτισμικές παθογένειές μας μπορούν να ξεπεραστούν. Ισως προσέξατε ότι, στην αρχή αυτού του κειμένου, αναφερόμενος στη φύση του νεοελληνικού πολιτισμού, έβαλα τη λέξη μέσα σε εισαγωγικά. Είμαι βέβαιος ότι ο Ράμφος θα συμφωνούσε. Η φύση ενός πολιτισμού κρίνεται στο διηνεκές. Γιατί τις παραδόσεις δεν τις ακολουθούμε μόνο. Τις εγκαθιδρύουμε κιόλας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες