Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

Οι Ευρωπαίοι και εμείς


Του Δημήτρη Τζιόβα, ΒΗΜΑ, 3.6.12
Οι σκληρές δηλώσεις της Κριστίν Λαγκάρντ για τη φοροδιαφυγή στην Ελλάδα ξεσήκωσαν θύελλα διαμαρτυρίας και χιλιάδες Ελληνες της «επιτέθηκαν» μέσω Facebook, ενώ τα εγχώρια μέσα προέβαλαν ιδιαίτερα το ποίημα του Γκύντερ Γκρας για την «ντροπή της Ευρώπης» με το οποίο τη μέμφεται ότι εγκαταλείπει την Ελλάδα. Δεν ωφελεί όμως να αντιμετωπίζουμε τις δηλώσεις ξένων αξιωματούχων, πολιτικών ή συγγραφέων συναισθηματικά και παρορμητικά. Να χωρίζουμε τους Ευρωπαίους σε φιλέλληνες και μισέλληνες και ανάλογα να τους υμνούμε ή να τους καταγγέλλουμε. Να τους απειλούμε με τα «πυρηνικά» μας όπλα ή να δοκιμάζουμε τις αντοχές τους. Κάτι τέτοιο μπορεί να προτείνεται ως εθνικά υπερήφανη στάση, προδίδει όμως και συμπλεγματική ανασφάλεια, ελάχιστα ανταποδοτική. Δεν υποστηρίζω ότι πρέπει να δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα κάθε δήλωση εξ Εσπερίας, αλλά ούτε και να σπεύδουμε να κατακεραυνώνουμε όσους δηλώνουν - άκομψα ή ακόμη και άδικα - όσα παραδεχόμαστε και εμείς οι ίδιοι κατ' ιδίαν. Δεν είναι δυνατόν να αισθανόμαστε διαρκώς προσβεβλημένοι και να δηλώνουμε «ανεξάρτητοι Ελληνες», όταν και μόνο η συμμετοχή μας στην ευρωζώνη συνιστά εκ προοιμίου εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας.

Ασχετα από το αν η Ευρώπη αλλάζει πλεύση μετά την εκλογή Ολάντ, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι η ευρωπαϊκή πολιτική κουλτούρα, καλώς ή κακώς, δεν είναι συγκρουσιακή αλλά συναινετική. Ακόμη και τα ευρωομόλογα, αν έρθουν, θα είναι προϊόν παρατεταμένης διεργασίας συμβιβασμού και όχι σκληρής αντιπαράθεσης. Η πολιτική ζωή, αλλά και η καθημερινή, στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες δεν λειτουργεί με οξύτατες αντιπαραθέσεις (σαν τους ουκρανούς βουλευτές που αλληλοδέρνονται), αλλά με συναινέσεις, παραχωρήσεις και αμοιβαίους συμβιβασμούς. Αν δεν το συνειδητοποιήσουμε αυτό θα εξακολουθούμε να αποτελούμε ξένο σώμα στην ευρωπαϊκή κουλτούρα και να θέτουμε διαρκώς υπό αμφισβήτηση την ευρωπαϊκή μας ενσωμάτωση. Και παλαιότερα, επί Ανδρέα Παπανδρέου, είχαμε αποκτήσει τη φήμη του «μαύρου προβάτου» της ΕΕ, αλλά τι μας απέδωσε αυτό;
Η Ευρώπη τελικά δεν είναι μόνο η κεντρική της τράπεζα ή η Μέρκελ ή το EFSF αλλά και ένας συγκεκριμένος τρόπος διαχείρισης προβλημάτων και κρίσεων, ο οποίος εκπορεύεται από μια γενικότερη πολιτική κουλτούρα. Οι εκβιασμοί και οι μπλόφες δεν εκμαιεύουν ούτε οδηγούν στην αλληλεγγύη, αλλά σε βάθος χρόνου θα έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα, γιατί η Ελλάδα θα οδηγηθεί στο περιθώριo, στον ρόλο του παραπονεμένου παιδιού ή σε no go area. Προσφάτως ηλικιωμένος Ολλανδός, μόνιμος κάτοικος της Ελλάδας, ξυλοκοπήθηκε άγρια, ενώ πολλοί Γερμανοί φοβούνται να έρθουν για τουρισμό στην Ελλάδα. Στην Ισπανία όμως, με μεγαλύτερη ανεργία από εμάς, δεν σημειώνονται τέτοια φαινόμενα. Η αγανάκτηση αν δεν συνοδεύεται από εποικοδομητικές αντιπροτάσεις δεν οδηγεί τελικά πουθενά, ούτε μπορούμε να επικαλούμαστε το μεσογειακό ταπεραμέντο για να αντιπαραβληθούμε στους ψυχρούς και άκαρδους Βόρειους. Οι θυμικές αντιδράσεις, όσο δικαιολογημένες και αν είναι λόγω της κρίσης, δεν βοηθούν. Απαιτούνται ψυχραιμία και διάλογος με πειστικά επιχειρήματα για να μεταστραφεί η διεθνής κοινή γνώμη. Ο εκφοβισμός των Ευρωπαίων από μια πιθανή έξοδο της Ελλάδας μπορεί να αποδώσει βραχυπρόθεσμα αλλά μακροπρόθεσμα θα αποβεί εις βάρος μας.
Ο,τι υποβοηθά τη συναίνεση στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες είναι η εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Το Βέλγιο, χωρίς κυβέρνηση για μήνες και με τεράστιο δημόσιο χρέος, τα κατάφερε μια χαρά, αντίθετα στην Ελλάδα το κράτος υπολειτουργεί και στην προεκλογική περίοδο διαλύεται (η είσπραξη φόρων παρουσίασε υστέρηση κατά 25% τον Μάιο, ενώ ακόμη και οι πανελλαδικές εξετάσεις φαίνεται να επηρεάστηκαν από την αλλαγή ηγεσίας στο υπουργείο Παιδείας και από τη συνταξιοδότηση αρμόδιου υπαλλήλου). Η σωστή λειτουργία της κρατικής μηχανής βοηθάει στο να μην αμφισβητούνται στατιστικά στοιχεία, να γίνονται πιο έγκυρες εκτιμήσεις για τα δημοσιονομικά και να μην ισχυρίζεται ο καθένας ό,τι θέλει. Θυμίζω ότι, όταν οι Συντηρητικοί και οι Φιλελεύθεροι στη Βρετανία διαπραγματεύονταν για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, ο επικεφαλής της δημόσιας διοίκησης τους είχε ετοιμάσει όλα τα δεδομένα και ενδεχόμενα και απέμενε στους πολιτικούς να πάρουν τις πολιτικές αποφάσεις σχετικά με τις επιλογές που τους είχαν εκτεθεί. Κανείς πολιτικός δεν αμφισβήτησε το ύψος του βρετανικού ελλείμματος ή άλλα δημοσιονομικά στοιχεία. Αντίθετα, στην Ελλάδα ακόμη και οι σκληροί δίσκοι από το γραφείο του Πρωθυπουργού έλειπαν με την παράδοση της διακυβέρνησης το 2009, ενώ το ίδιο το γραφείο δεν διέθετε στοιχειώδη στελέχωση. Μια κουλτούρα συναίνεσης και συνεργασίας προϋποθέτει και ανάλογη θεσμική στήριξη, η οποία δυστυχώς στην Ελλάδα λείπει. Ο καθένας επικαλείται τα δικά του στοιχεία, χωρίς τη δυνατότητα αντικειμενικού ελέγχου, που θα προσέφερε και τη βάση κάποιας σύγκλισης και εν τέλει σχηματισμού κυβερνήσεων.
Οι Ελληνες προβάλλουν στην Ευρώπη τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν το δικό τους κράτος: δηλαδή ως αντίπαλο και ως αρωγό συνάμα. Ολοι επικρίνουν την ανεπάρκεια και την αβελτηρία του κράτους και πολλοί περιμένουν τα πάντα από αυτό ή παραπονούνται γιατί δεν κάνει κάτι. Νομίζω ότι μια τέτοια ψυχολογική αντιμετάθεση είναι ατελέσφορη, γιατί δεν μπορούμε αφενός να επενδύουμε στο να τρομάξουμε την Ευρώπη με την πιθανή κατάρρευσή μας και αφετέρου να παρουσιαζόμαστε ως τα θύματά της. Μια τέτοια τακτική αργά ή γρήγορα θα μας αφήσει οριστικά εκτός Ευρώπης. Γιατί Ευρώπη τελικά δεν είναι μόνο οικονομία και πολιτική, αλλά και κουλτούρα συνεννόησης και modus vivendi.

O κ. Δημήτρης Tζιόβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ της Aγγλίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες