Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Δημόσιο: σαν παλιό σινεμά


Του Παύλου Τσίμα, ΝΕΑ, 23.2.13
Τρία χρόνια τώρα, δηλαδή, θέτουμε τα λάθος ερωτήματα. Ακριβώς επειδή κανείς δεν θέλει να θέσει τα σωστά ερωτήματα. Γιατί η κορυφή της διοικητικής πυραμίδας εξακολουθεί να ταυτίζεται με την κορυφή του πελατειακού κράτους; Γιατί η ανώτατη βαθμίδα της διοίκησης επανδρώνεται από μετακλητούς, κολλητούς, φίλους του υπουργού, κομματάρχες και αποτυχόντες πολιτευτές; Και γιατί το έθιμο επιβιώνει ακόμη και επί των ημερών μιας τρικομματικής κυβέρνησης; Γιατί ο στενός δημόσιος τομέας εξακολουθεί να αποτελείται από ένα παζλ με πάνω από 12.000 νομοθετημένες αρμοδιότητες, η πλήρης άσκηση της καθεμιάς από τις οποίες εμποδίζει την άσκηση όλων των υπολοίπων; Και γιατί τα οργανογράμματα παραμένουν σκοτεινοί λαβύρινθοι ανεξιχνίαστοι, που φράζουν κάθε δίοδο επικοινωνίας, έτσι ώστε η δομή της Δημόσιας Διοίκησης να απεικονίζεται στη μελέτη του ΟΟΣΑ σαν ένα πιάτο μακαρονάδα, όπου καμία εντολή δεν μεταβιβάζεται και δεν επιστρέφει κανένας απολογισμός; Και γιατί η νομοθετική παραγωγή εξακολουθεί, και στις ημέρες της κρίσης, ακάθεκτη - στους ρυθμούς της δεκαετίας 2000-2009 (στη διάρκεια της οποίας ψηφίστηκαν 1.076 νόμοι, με κοντά 20.000 άρθρα, 5.900 τροπολογίες και εκδόθηκαν 3.250 προεδρικά διατάγματα και 53.481 υπουργικές αποφάσεις); Γιατί, δηλαδή, συντηρούμε μια κατασκευή που αποκλείει την ορθολογική παραγωγή αποτελέσματος, ώστε να μένουν η αυθαιρεσία, η κατ' εξαίρεση μεταχείριση και η παράπλευρη συναλλαγή μοναδικές οδοί προς την «αποτελεσματικότητα»;

Η ταινία είχε προβληθεί στην Ελλάδα με τίτλο «Ο υπουργός». Ηταν μια βραβευμένη γαλλική ταινία του 2011, σε ύφος πολιτικού θρίλερ, με μια ελαφρώς σαρκαστική και πολύ οξυδερκή ματιά στα ενδότερα του μικρόκοσμου της πολιτικής. Η πλοκή της ταινίας περιστρεφόταν γύρω από ένα δίδυμο. Εναν φιλόδοξο ανερχόμενο υπουργό και τον πρεσβύτερό του και ελαφρώς μέντορά του γενικό γραμματέα του υπουργείου, έναν γραφειοκράτη καριέρας, άριστο γνώστη των φακέλων του υπουργείου και των ηθών των διαδρόμων της πολιτικής, ρεαλιστή μέχρι κυνισμού, αλλά παραδόξως πιστό στις αρχές του, ο οποίος αρνείται να ακολουθήσει τον υπουργό στον τελικό του συμβιβασμό και φεύγει για να τελειώσει την καριέρα του στο ταπεινό πόστο του νομάρχη.

Αυτές τις ημέρες, κάτι το γαλλικό άρωμα της επίσκεψης Ολάντ, κάτι η επικείμενη επίσκεψη της τρόικας και τα πρωτοσέλιδα περί απολύσεων δημοσίων υπαλλήλων που την προαναγγέλλουν, θυμήθηκα την ωραία γαλλική ταινία και τον καταπληκτικό στον ρόλο του γενικού γραμματέα Μισέλ Μπλαν. Κοντός, φαλακρός, κάπως στρογγυλός, θα μπορούσε να είναι το γαλλικό αντίστοιχο του δικού μας Διονύση Παπαγιαννόπουλου, που μας άφησε ένα ανθεκτικό στον χρόνο πρότυπο «ανθρώπου του υπουργού» ως Γκρούεζας, στη χιλιοπαιγμένη ταινία του 1965 «Υπάρχει και φιλότιμο»...

Και σκέφτομαι πως, περιμένοντας την τρόικα, κάνουμε για άλλη μια φορά τη λάθος συζήτηση για το πρόβλημα του ελληνικού Δημοσίου. Βάζουμε το πρόβλημα με το κεφάλι κάτω και τα πόδια ψηλά. Συζητάμε για το πόσοι είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι, πόσοι θα φύγουν, πόσοι θα μείνουν. Ενώ το πρόβλημά μας είναι ότι η ελληνική Δημόσια Διοίκηση παραμένει πιο κοντά στην εποχή του Διονύση Παπαγιαννόπουλου παρά στην εποχή του Μισέλ Μπλαν.

Το πρόβλημα της ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης - το έχουν εξηγήσει πολλοί ειδικοί και, εγκυρότερα όλων, μια πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ που παραγγείλαμε αλλά ποτέ δεν αξιοποιήσαμε - δεν είναι θέμα μεγέθους. Με εξαίρεση τα χρόνια του τρελού εκτροχιασμού 2007-2010, ούτε ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων, σε αναλογία προς τον πληθυσμό, ούτε οι δημόσιες δαπάνες, ως ποσοστό του ΑΕΠ, απείχαν από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Εκείνο που διαφοροποιεί το ελληνικό «κράτος» από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους δεν είναι το μέγεθός του ή το κόστος του. Είναι η ακραία πελατειακή του συγκρότηση και το πλήρες διαζύγιό του με τον ορθολογισμό, τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητά και τη λογοδοσία. 

Τρία χρόνια τώρα, παίζουμε ένα κρυφτούλι με τους αριθμούς: Πόσοι είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι; Και πόσοι θες να είναι; Να είναι τόσοι; Και γιατί να είναι τόσοι; Και πώς θα μειωθούν; Με απολύσεις, διαθεσιμότητα, κινητικότητα ή κάποιο άλλο τέχνασμα; 

Τρία χρόνια τώρα, δηλαδή, θέτουμε τα λάθος ερωτήματα. Ακριβώς επειδή κανείς δεν θέλει να θέσει τα σωστά ερωτήματα.

Γιατί η κορυφή της διοικητικής πυραμίδας εξακολουθεί να ταυτίζεται με την κορυφή του πελατειακού κράτους; Γιατί η ανώτατη βαθμίδα της διοίκησης επανδρώνεται από μετακλητούς, κολλητούς, φίλους του υπουργού, κομματάρχες και αποτυχόντες πολιτευτές; Και γιατί το έθιμο επιβιώνει ακόμη και επί των ημερών μιας τρικομματικής κυβέρνησης; Γιατί ο στενός δημόσιος τομέας εξακολουθεί να αποτελείται από ένα παζλ με πάνω από 12.000 νομοθετημένες αρμοδιότητες, η πλήρης άσκηση της καθεμιάς από τις οποίες εμποδίζει την άσκηση όλων των υπολοίπων; Και γιατί τα οργανογράμματα παραμένουν σκοτεινοί λαβύρινθοι ανεξιχνίαστοι, που φράζουν κάθε δίοδο επικοινωνίας, έτσι ώστε η δομή της Δημόσιας Διοίκησης να απεικονίζεται στη μελέτη του ΟΟΣΑ σαν ένα πιάτο μακαρονάδα, όπου καμία εντολή δεν μεταβιβάζεται και δεν επιστρέφει κανένας απολογισμός; Και γιατί η νομοθετική παραγωγή εξακολουθεί, και στις ημέρες της κρίσης, ακάθεκτη - στους ρυθμούς της δεκαετίας 2000-2009 (στη διάρκεια της οποίας ψηφίστηκαν 1.076 νόμοι, με κοντά 20.000 άρθρα, 5.900 τροπολογίες και εκδόθηκαν 3.250 προεδρικά διατάγματα και 53.481 υπουργικές αποφάσεις); Γιατί, δηλαδή, συντηρούμε μια κατασκευή που αποκλείει την ορθολογική παραγωγή αποτελέσματος, ώστε να μένουν η αυθαιρεσία, η κατ' εξαίρεση μεταχείριση και η παράπλευρη συναλλαγή μοναδικές οδοί προς την «αποτελεσματικότητα»;

Το ερώτημα περικλείει, δυστυχώς, και την απάντησή του. Και γι' αυτό δεν τίθεται. Αντ' αυτού, περιμένουμε την τρόικα να κουβεντιάσουμε πώς θα φύγουν πόσοι δημόσιοι υπάλληλοι το πρώτο εξάμηνο του 2013...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες