Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Γιατί το ΕΣΠΑ δεν βοηθά στην Ανάπτυξη; Το επόμενο «ΕΣΠΑ»;


Του Αντώνη Μαρκόπουλου, Athens Voice
Η χώρα μας έχει ήδη σχεδόν απορροφήσει το 50% του ΕΣΠΑ, δηλαδή περίπου 10 δις ευρώ έχουν ήδη οδηγηθεί σε επιχειρήσεις, πολίτες και σε ταμεία. Η ανεργία, όταν η απορρόφηση του ΕΣΠΑ βρισκόταν ακόμα στο ελάχιστο ποσοστό του 3%, ήταν περίπου 9,5% και σήμερα στο δυσθεώρητο 27%. Η ύφεση των επιχειρήσεων μεγαλώνει και η ρευστότητα συρρικνώνεται εκθετικά. Η ανταγωνιστικότητα της χώρας μάλιστα παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, όπως έδειξε και η τελευταία μελέτη «Παγκόσμιος Δείκτης Ανταγωνιστικότητας Βιομηχανικού Κλάδου 2013», που μας φέρνει στην 38η θέση μεταξύ 38 χωρών. Τι συμβαίνει λοιπόν και με το ΕΣΠΑ των κατά 50% εκταμιευμένων ποσών παρουσιάζεται μια τέτοια συνολική εικόνα; Γιατί δεν μπορεί το ΕΣΠΑ μέχρι σήμερα να στηρίξει την ανάπτυξη; Θα μπορέσει μέσω του υπόλοιπου 50%;

Eυρωπαϊκή Ένωση, υπουργεία, Task Force, media, επιχειρήσεις, φορείς κάθε είδους και βέβαια η «κοινή γνώμη» συζητούν και αγωνιούν ως ένα βαθμό για το ρυθμό απορρόφησης των ευρωπαϊκών κονδυλίων, που κυρίως αφορούν το γνωστό σε όλους μας ΕΣΠΑ, θα φέρει αυτόματα και την πολυθρύλητη «ανάπτυξη»; Ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το θέμα και να αποδομήσουμε έναν από τους πολλούς μύθους που μας περιβάλλουν.…
Τεχνικά μιλώντας, απορρόφηση καταγράφεται όταν σημειώνεται εκταμίευση ενός ποσού από πλευράς ελληνικού δημοσίου προς «τρίτους», μέσα από μια πρόσκληση του προγράμματος ΕΣΠΑ. Τα «τρίτα» μέρη στην περίπτωση του ΕΣΠΑ μπορεί να είναι...
α) Επιχειρήσεις, οι οποίες είτε προβαίνουν σε ιδιωτικές επενδύσεις, που ενισχύονται εν μέρει (κρατικές ενισχύσεις), είτε γίνονται ανάδοχοι δημοσίων έργων ή αποδέκτες συμβάσεων έργου μέσω των λεγόμενων αυτεπιστασιών
β) Πολίτες (προγράμματα Εκπαίδευσης, Κατάρτισης κ.λπ.) και
γ) Ταμεία (ΕΤΕΑΝ, Jeremie κ.λπ.)
Πριν δούμε τι συμβαίνει πίσω από τις «κουρτίνες της απορρόφησης», ας δούμε κάποια κρίσιμα νούμερα. Η χώρα μας έχει ήδη σχεδόν απορροφήσει το 50% του ΕΣΠΑ, δηλαδή περίπου 10 δις ευρώ έχουν ήδη οδηγηθεί σε επιχειρήσεις, πολίτες και σε ταμεία. Η ανεργία, όταν η απορρόφηση του ΕΣΠΑ βρισκόταν ακόμα στο ελάχιστο ποσοστό του 3%, ήταν περίπου 9,5% και σήμερα στο δυσθεώρητο 27%. Η ύφεση των επιχειρήσεων μεγαλώνει και η ρευστότητα συρρικνώνεται εκθετικά. Η ανταγωνιστικότητα της χώρας μάλιστα παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, όπως έδειξε και η τελευταία μελέτη «Παγκόσμιος Δείκτης Ανταγωνιστικότητας Βιομηχανικού Κλάδου 2013», που μας φέρνει στην 38η θέση μεταξύ 38 χωρών.
Τι συμβαίνει λοιπόν και με το ΕΣΠΑ των κατά 50% εκταμιευμένων ποσών παρουσιάζεται μια τέτοια συνολική εικόνα; Γιατί δεν μπορεί το ΕΣΠΑ μέχρι σήμερα να στηρίξει την ανάπτυξη; Θα μπορέσει μέσω του υπόλοιπου 50%; Κατόπιν αυτών των διαπιστώσεων, ας ανοίξουμε την κουρτίνα της απορρόφησης κοινοτικών κονδυλίων και ας δούμε τα δεδομένα που κρύβονται από πίσω:
  • Η τοποθέτηση χρημάτων σε Ταμεία μπορεί να βοηθά λογιστικά την απορρόφηση, αλλά σίγουρα δε σημαίνει ότι τα χρήματα αυτά φθάνουν στην πραγματική οικονομία.
  • Όταν φθάνουν, συνήθως φθάνουν ως κεφάλαιο κίνησης, επιλέξιμο πλέον από τα ταμεία και εξαιρετικά σημαντικό για τη λειτουργία μιας επιχείρησης, πλην, όμως, αυτό σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναπτυξιακό εργαλείο, αφού δεν αφορά επενδύσεις ή νέες θέσεις εργασίας.
  • Οι επιχειρήσεις αδυνατούν να καλύψουν τις ανάγκες/προϋποθέσεις για ίδια κεφάλαια που απαιτούνται από τους κοινοτικούς κανονισμούς και έτσι δεν συμμετέχουν σε προγράμματα.
  • Οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν και λαμβάνουν έγκριση, τις περισσότερες των περιπτώσεων αδυνατούν τελικά να εκτελέσουν την επένδυση, αφού δεν έχουν την κατάλληλη ρευστότητα για την έναρξη εργασιών.
  • Οι επιχειρήσεις αδυνατούν στην πράξη να εκδώσουν εγγυητικές επιστολές και μάλιστα έντοκες και ισόποσες για τη λήψη προκαταβολής από συμβάσεις με το δημόσιο, όπως ορίζει η κείμενη νομοθεσία.
  • Τα προγράμματα του ΕΣΠΑ συνήθως ενισχύουν την αγορά παγίων στοιχείων σε μια επένδυση. Τα πάγια αυτά στη μεγάλη τους πλειοψηφία είναι εισαγόμενα προϊόντα (ενδεικτικά: υπολογιστές, έτοιμο λογισμικό, βιομηχανικά μηχανήματα, Φ/Β panels κλιματιστικά κ.ά.) και έτσι το μόνο που πετυχαίνουμε στην ουσία μέσω αυτών των ενισχύσεων είναι να επιβαρύνουμε το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αξίζει κανείς να αναφέρει ότι 700 εκ. ευρώ κοινοτικών κονδυλίων από το Γ΄ ΚΠΣ επενδύθηκαν σε hardware, από το οποίο ποσό αφαιρώντας κανείς το κέρδος των αντιπροσώπων το υπόλοιπο επέστρεψε όλο στο εξωτερικό.
  • Σχεδόν το σύνολο των χρηματοδοτήσεων προς επιχειρήσεις γίνεται με ex-ante αξιολόγηση του επιχειρηματικού σχεδίου. Ποτέ δεν έχει συνδεθεί μια ex-post αξιολόγηση της επιχείρησης με τη χρηματοδότηση της. Αποτέλεσμα; Άδεια κουφάρια επενδύσεων που εισέπραξαν δις από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων τα τελευταία 20 χρόνια.
  • Η «αναγκαστική» πολλές φορές αγορά παγίων στοιχείων μέσα από τα προγράμματα οδηγεί τις επιχειρήσεις και την αγορά στη γνωστή πλέον οδό της υπερτιμολόγησης, η οποία όχι μόνο επιβαρύνει πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις, αφού στην κυριολεξία τις πνίγει το υπερβάλλον αυτό κόστος μέχρι την πληρωμή από το δημόσιο, αλλά δεν εισφέρει και τίποτα παραπάνω στα ταμεία του κράτους, αφού η αγορά ρυθμίζει ανάλογα τις ισορροπίες έτσι ώστε να αποφεύγεται η πληρωμή ΦΠΑ και φόρου.
  • To ΕΣΠΑ, όπως και ο Επενδυτικός Νόμος, ποτέ δεν έθεσαν ως προτεραιότητα την ανάγκη για δημιουργία θέσεων εργασίας. Και αν κανείς σκεφτεί τα προγράμματα του Κοινωνικού Ταμείου για τους ανέργους μέσω ΟΑΕΔ θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι θέσεις εργασίας δεν δημιουργούνται μόνο εκ του μηδενός σε μια επιχείρηση, αλλά και μέσω κινητικότητας των εργαζομένων.
  • Τα χρήματα που διοχετεύονται μέσα από αυτά τα πλαίσια με σκοπό την παραγωγή και προαγωγή της καινοτομίας είναι ελάχιστα. Η πρωταρχική ευθύνη του Ευρωπαϊκού Περιφερειακού ταμείου εδώ είναι εμφανής. Οι παραδοσιακού τύπου υποδομές έχουν ακόμα τον πρώτο λόγο στη χρηματοδότηση: δρόμοι, λιμάνια, ΑΠΕ, αποχετεύσεις, ΧΥΤΑ, διαχείριση υδάτων. Μα, θα αντιτείνει κάποιος, δεν είναι σημαντικές οι υποδομές για την ανάπτυξη μιας χώρας; Βεβαίως και είναι, αλλά για να δημιουργήσεις βιώσιμη ανάπτυξη σήμερα οφείλεις ως χώρα, αν όχι να προτάξεις την παραγωγή καινοτομίας και την εργασία έντασης γνώσης πάνω σε αυτούς του τομείς, τουλάχιστον να επενδύεις ισόρροπα και με μια ματιά στο μέλλον.
  • Το νομοθετικό πλαίσιο περί Δημοσίων Προμηθειών οφείλει να ανατραπεί όχι μόνο γιατί θέτει εμπόδια στην ταχύτητα προόδου των σχετικών διαδικασιών εν ονόματι της (απαραίτητης) διαφάνειας, αλλά και γιατί δεν επιτρέπει μια ουσιαστικά αξιοκρατική και ανοιχτή διαδικασία προς τον εγχώριο αλλά κυριότερα τον διεθνή ανταγωνισμό. Στη χώρα μας για να ολοκληρωθεί μια δημόσια επένδυση, από τη σύλληψη της ιδέας μέχρι την παράδοση του έργου, απαιτείται διάστημα που ξεπερνά τα 10 χρόνια. Σχεδιασμός, χρηματοδότηση, μελέτη, χρηματοδότηση για κυρίως έργο, προκήρυξη, διαγωνισμός, συμβασιοποίηση, εκτέλεση, παράδοση, για να δούμε σε μια λέξη όλα τα βήματα. Αξίζει κανείς να αναζητήσει την Ιστορία του έργου των Ηλεκτρονικών Προμηθειών (είμαστε η τελευταία χώρα από τις 27 που δεν διαθέτουμε ακόμα τέτοιο σύστημα) το οποίο σχεδιάστηκε το 2002(!) και δεν έχει ακόμα παραδοθεί στο ελληνικό Δημόσιο.
  • Δημόσιες επενδύσεις απαξιώνονται στη λειτουργία τους, αφού μετά τη σύμβαση υλοποίησης και κατασκευής το Δημόσιο αδυνατεί να τις συντηρήσει! (δείτε τα 3 ΚΠΣ που έχουν σπαταληθεί για τα Πληροφοριακά Συστήματα).
Όλα τα παραπάνω δεν αφορούν βέβαια μόνο τη χώρα μας. Πολλά από τα προβλήματα αυτά είναι και προβλήματα συνολικά της ΕΕ –κυρίως των βόρειων χωρών–, η οποία δείχνει να «βολεύεται» στην απλή απορρόφηση κονδυλίων, χωρίς να νοιάζεται για την ουσία και την υφή των παρεμβάσεων των κρατών μελών. Εξάλλου, όπως προείπαμε, η κυρίως ενίσχυση αγοράς πρώτων υλών, αγαθών και παγίων στοιχείων από τις επιχειρήσεις που χρηματοδοτούνται μέσα από τα συγκεκριμένα κονδύλια, επιστρέφουν στις χώρες αυτές και στις επιχειρήσεις τους, οι οποίες και κρατούν στα χέρια τους την παραγωγή. Αλήθεια πόσες φορές είδε κάποιος παρέμβαση της ΕΕ για την αναδιάταξη του ΕΣΠΑ προς μια παραγωγική και όχι καταναλωτική κατεύθυνση;
Το θέμα για το 5ο πλαίσιο στήριξης δεν είναι λοιπόν αν στη χώρα θα έρθουν 11, 14 ή 18 δις. Το καίριο και κεντρικό ζήτημα είναι το τι έχουμε σκοπό να κάνουμε τα χρήματα αυτά. Με ποιο σχεδιασμό και προς ποια κατεύθυνση κατά προτεραιότητα. Και για την «ταμπακιέρα» ουδείς (διά)λογος.

*Ο Αντώνης Μαρκόπουλος είναι στελέχος επιχείρησης, μέλος της Πολιτικής Κοινότητας Μπροστά

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

διαφωτιστικό άρθρο γιά όλους εμάς που ακούμε λαγούς με πετραχήλια από την ΕΕ ...

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες