Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Μια κοινωνία των άκρων


Του Μιχάλη Μητσού, ΝΕΑ, 15.2.13 
Οι καθημερινές συγκρούσεις στους δρόμους, στις πλατείες, στα γήπεδα. Οι «Αγανακτισμένοι», οι μούντζες, «να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή». Ο φανατισμός, ο ανοιχτός ή λανθάνων ρατσισμός, το μίσος. Πόσοι ικανοποιήθηκαν, φανερά ή κρυφά, από τη live επίθεση του Κασιδιάρη στην Κανέλλη; Πόσοι επιδοκιμάζουν, φανερά ή κρυφά, τα καθημερινά σόου των Χρυσαυγιτών στο Κοινοβούλιο εναντίον των «ανίκανων» και των «διεφθαρμένων» πολιτικών; Πώς έφτασαν κάποιοι εικοσάρηδες και εικοσιπεντάρηδες να μιλούν για την «αξιοπρεπή πρακτική των πολιτικών εκτελέσεων»; Πώς έφτασε το κράτος να παραδώσει την τήρηση της τάξης στην Ακροδεξιά; Κάτι πρέπει να κάνουμε με τη βία, όποιο χρώμα κι αν έχει, όποια ιδεολογική ετικέτα κι αν βάζει, όποια αίτια κι αν επικαλείται. Η ανεργία είναι χωρίς αμφιβολία μια μορφή βίας, η φτώχεια το ίδιο, αλλά η αντιμετώπιση αυτής της «συστημικής βίας» όπως την αποκαλεί ο Ζίζεκ δεν μπορεί να γίνει ούτε με σφαίρες ούτε με δακρυγόνα. Το σύνθημα «Βία στη βία της εξουσίας» είναι άτοπο και επικίνδυνο.
Είναι 16 ετών. Οι γονείς του είναι φιλελεύθεροι και της αντιαυταρχικής σχολής. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, τα είχε με τους μπάτσους. Τώρα, βλέποντας τις φωτογραφίες των τεσσάρων του Βελβενδού, αναφωνεί: «Και λίγο ξύλο έφαγαν». Από το ένα άκρο πήγε στο άλλο, διόλου περίεργο, στην άγρια εφηβεία βρίσκεται. Το περίεργο είναι πως σε αυτή περίπου την κατάσταση βρίσκεται μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας εθισμένης στη βία, που δεν εκπλήσσεται πια με τίποτα. Μιας κοινωνίας των άκρων.
Η χούντα και ο αντιαμερικανισμός, ισοπεδωτικός, αδιάκριτος, σαρωτικός, αξέχαστο εκείνο το «Πονάει όταν σε βομβαρδίζουν» που γράφτηκε την επομένη της 11ης Σεπτεμβρίου σε απογευματινή εφημερίδα. Η απήχηση των εγχώριων τρομοκρατικών οργανώσεων, η απουσία οποιασδήποτε αντίδρασης, οποιασδήποτε διαδήλωσης σαν εκείνες που έγιναν στην Ισπανία. Η βία των αστυνομικών, η βία των τρομοκρατών, ο Ιάκωβος, η Σταματίνα, ο Αλέξης, η Αγγελική, η Παρασκευή, ο Νώντας. Η έλλειψη σύγχρονων ειρηνικών προτύπων, η κυριαρχία των ηρώων της επανάστασης και του εμφυλίου. Η ανομία, η αυθαιρεσία, οι τραμπουκισμοί, ο επαναστατικός ανταγωνισμός, η βία ως κυρίαρχος τρόπος για τη διεκδίκηση δικαιωμάτων. Οι καθημερινές συγκρούσεις στους δρόμους, στις πλατείες, στα γήπεδα. Οι «Αγανακτισμένοι», οι μούντζες, «να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή». Ο φανατισμός, ο ανοιχτός ή λανθάνων ρατσισμός, το μίσος. Πόσοι ικανοποιήθηκαν, φανερά ή κρυφά, από τη live επίθεση του Κασιδιάρη στην Κανέλλη; Πόσοι επιδοκιμάζουν, φανερά ή κρυφά, τα καθημερινά σόου των Χρυσαυγιτών στο Κοινοβούλιο εναντίον των «ανίκανων» και των «διεφθαρμένων» πολιτικών; Πώς έφτασαν κάποιοι εικοσάρηδες και εικοσιπεντάρηδες να μιλούν για την «αξιοπρεπή πρακτική των πολιτικών εκτελέσεων»; Πώς έφτασε το κράτος να παραδώσει την τήρηση της τάξης στην Ακροδεξιά;
Κάτι πρέπει να κάνουμε με τη βία, όποιο χρώμα κι αν έχει, όποια ιδεολογική ετικέτα κι αν βάζει, όποια αίτια κι αν επικαλείται. Η ανεργία είναι χωρίς αμφιβολία μια μορφή βίας, η φτώχεια το ίδιο, αλλά η αντιμετώπιση αυτής της «συστημικής βίας» όπως την αποκαλεί ο Ζίζεκ δεν μπορεί να γίνει ούτε με σφαίρες ούτε με δακρυγόνα. Το σύνθημα «Βία στη βία της εξουσίας» είναι άτοπο και επικίνδυνο. Εκρηκτικά κοινωνικά προβλήματα αντιμετωπίζουν και άλλες χώρες, αλλά σε γενικές γραμμές υπάρχει σεβασμός για την εκλεγμένη κυβέρνηση, τους ισχύοντες νόμους και το κράτος δικαίου. Εδώ, αυτές οι έννοιες είναι κάτι σαν βρισιά.
Κι αν δοκιμάζαμε, έτσι για αλλαγή, κάποια άλλα όπλα, όπως το χιούμορ και η φαντασία; «Οταν έχεις μόνο δύο δρόμους, να διαλέγεις πάντα έναν τρίτο» προτείνει ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, που μας επιφύλαξε χθες μια δυσάρεστη έκπληξη. Από το «απαγορεύεται το απαγορεύεται», το σύνθημα αυτό ακούγεται καλύτερο, ωριμότερο, γοητευτικότερο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες