Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Επί στίλβοντος δίσκου μπακιρένιου

Του Νίκου Γ. Ξυδάκη, Καθημερινή, 4.1.14
«Είχα προσπαθήσει να απαντήσω στο ερώτημα “πώς γίνεται η Ελλάδα να εμφανίζεται τόσο ιδιαίτερη” ήδη τον 19ο αιώνα. [...] Επιχειρούσα να εξηγήσω τις θεαματικές στατιστικές και αποκλίσεις της Ελλάδας σε σχέση τόσο με τις χώρες της Ευρώπης όσο και με τα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή με απτά υλικούς όρους. Το απίστευτα υψηλό ποσοστό των εκπαιδευμένων, ένας καταμερισμός της εργασίας που χαρακτηριζόταν από θεματική αύξηση των υπηρεσιών και ιδιαίτερα του δημόσιου τομέα, μια χαρακτηριστική πολιτική σταθερότητα που συνάπτεται με τα πελατειακά συστήματα και κυρίως η εντελώς ιδιαίτερη εξέλιξη του νεοελληνικού Κράτους για έναν ολόκληρο αιώνα μου δημιουργούσαν απορίες».
Στην Αθήνα, παραμονές του 2014, επάλληλα και ταυτοχρόνως: εσπρέσο Κεντρικής Αμερικής, νταούλια και ζουρνάδες ισλαμοβαλκάνια, συμφόρηση αυτοκινήτων, συζητήσεις για μέλλον Ευρώπης, θεολογία εικόνας, συναίρεση παράδοσης και συγχρονίας, αυθαίρετα άλματα από τον εβραϊκό μυστικισμό στη μεταμοντέρνα συνθήκη, περιδιαβάσεις στις μητροπόλεις του κόσμου, μικροανατομίες της οικογένειας και των προσωπικών προσδοκιών, διαρκείς επιστροφές στο ρευστό παρόν, στις τροπές του πολιτικού, στο έτος που ανατέλλει, πώς θα είμαστε, πώς ιστορούμε τις ζωές μας.
Ολα συμβαίνουν ταυτοχρόνως, σε μια δίνη που νομίζουμε ότι την ορίζουμε εμείς, οι συνομιλητές, αλλά που ουσιαστικά την ορίζουν το περιβάλλον και ο καιρός, ο χώρος και ο χρόνος, σαν να μας αρπάζουν και μας βάζουν στην επιφάνεια ενός στίλβοντος δίσκου μπακιρένιου, κινούμενου γύρω από όλους τους άξονες. Κι εμείς παρ’ όλ’ αυτά ισορροπούμε, σαν ακροβάτες ασκημένοι μέσα από πόνους και αγωνία, εξωτερικά ήρεμοι αλλά με την καρδιά πάντα να αγρυπνά.
Ιδιαίτερη χώρα, ιδιαίτεροι άνθρωποι. Με τον απόηχο του ζουρνά στ’ αυτιά διαβάζω τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά να περιγράφει πώς συνέθεσε την πρώτη μεγάλη μελέτη του για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, «Εξάρτηση και αναπαραγωγή, 1830-1922», τη διατριβή υπό την καθοδήγηση του Νίκου Σβορώνου: «Είχα προσπαθήσει να απαντήσω στο ερώτημα “πώς γίνεται η Ελλάδα να εμφανίζεται τόσο ιδιαίτερη” ήδη τον 19ο αιώνα. [...] Επιχειρούσα να εξηγήσω τις θεαματικές στατιστικές και αποκλίσεις της Ελλάδας σε σχέση τόσο με τις χώρες της Ευρώπης όσο και με τα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή με απτά υλικούς όρους. Το απίστευτα υψηλό ποσοστό των εκπαιδευμένων, ένας καταμερισμός της εργασίας που χαρακτηριζόταν από θεματική αύξηση των υπηρεσιών και ιδιαίτερα του δημόσιου τομέα, μια χαρακτηριστική πολιτική σταθερότητα που συνάπτεται με τα πελατειακά συστήματα και κυρίως η εντελώς ιδιαίτερη εξέλιξη του νεοελληνικού Κράτους για έναν ολόκληρο αιώνα μου δημιουργούσαν απορίες». (Μορφές συνέχειας και ασυνέχειας. Από την ιστορική εθνεγερσία στην οικουμενική δυσφορία. Εκδ. Θεμέλιο.)
Η οιδιπόδεια περιέργεια του Τσουκαλά, που γέννησε αυτή τη μελέτη, παραμένει ακόρεστη και σήμερα, για τον ίδιο, για μας τους αναγνώστες του, σαράντα-τόσα χρόνια από τότε που πρωτοδιατυπώθηκε, πάνω στη ράχη της ασυνέχειας που βιώνουμε, και τώρα όχι πια μόνο με όρους εθνικούς αλλά και με όρους μιας παγκοσμιοποιημένης δυσφορίας. Από το αυτοβιογραφικό κείμενο του κοινωνιολόγου ωστόσο αυτό που κράτησα ήταν τρεις παρατηρήσεις ανθρωπολογικού-κοινωνιολογικού προσανατολισμού, με διαχρονική αξία, στα μάτια μου τουλάχιστον: πρώτον, το «απίστευτα υψηλό ποσοστό των εκπαιδευμένων», δεύτερον, ο «καταμερισμός της εργασίας που χαρακτηριζόταν από θεματική αύξηση των υπηρεσιών και ιδιαίτερα του δημόσιου τομέα», τρίτον, το «πολυσθενές» κοινωνικό υποκείμενο, δηλαδή οι Ελληνες του ύστερου 20ού αιώνα που επιβιώνουν «ταυτόχρονα ως δημόσιοι υπάλληλοι, ως κληρούχοι αγρότες, ως ευκαιριακοί μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, ως ανεξάρτητοι επιτηδευματίες και ως εποχιακοί επιχειρηματίες».
Ξαναθυμήθηκα όσα είχα διαβάσει στον Τσουκαλά και τους συνομηλίκους του, τον Κωστή Μοσκώφ, τον Κώστα Βεργόπουλο και άλλους, για τη συγκρότηση της νεοελληνικής κοινωνίας, του κράτους, της οικονομίας· όταν τα διάβαζα στη δεκαετία ’80, τα προσέγγιζα σαν αφηρημένα σχήματα, σαν θεωρία, σαν απορροφητέα ύλη· τώρα, μέσα απ’ τα χείλη του ιστορικού ρήγματος, τα βλέπω να αναδύονται πάλι σαν εμπειρικά επαληθευόμενη ανθρωπολογία, επικουρούμενα από τον εκπληρωμένο κασσανδρισμό του Παναγιώτη Κονδύλη, τις ποιητικές διεισδύσεις του Χρήστου Βακαλόπουλου, τις λοξές αναγνώσεις του Κωστή Παπαγιώργη, τέτοια σκόρπια και έκκεντρα, τέτοια που δεν προσφέρουν έναν ενιαίο μαγικό μίτο για να προσπελάσουμε την Ιστορία, αλλά πολλές επιμέρους αφηγήσεις, πολύτιμες η καθεμιά γι’ αυτό που ιστορούν, γι’ αυτό που ζωγραφίζουν, κι όλες μαζί να συνθέτουν έναν θραυσμένο πολυσχιδή ιστό με χάσματα και μισοκρυμμένα πατήματα.
Ο,τι βιώνουμε οδυνηρά ως ασυνέχεια, ό,τι καλούμε κρίση, μάς οδηγεί να σκεφτούμε την πορεία μας, τους εαυτούς μους, μέσα από μικρότερες αφηγήσεις, με πολλά μικρά ποτάμια αδύναμης σκέψης, χωρίς μια μεγάλη κεντρική πίστη, χωρίς ένα τέλος, έναν μεγάλο σκοπό. Ομως μια υπόγεια θέρμη μας παρακινεί διαρκώς σε εντοπισμό μερικών αληθειών, που μας επιτρέπουν να συντάσσουμε ευέλικτες στρατηγικές επιβίωσης, πολύτροπες, πολυμήχανες, ακόμη και αντινομικές, πάντα δραστικές, λυσιτελείς.
Αυτός ο πολύμιτος ιστός ο σχισμένος, με τα χάσματα και τις λαβές, τους παραπόταμους και τα φυκόγεντρα ρυάκια, είναι το παρ’ ημίν μεταίχμιο απ’ το οποίο θα κρατηθούμε για να του φύγουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες