Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Κρίση, ανεργία και αρνητική ανάπτυξη: τι κάνουμε λάθος εδώ και 40 χρόνια;

Του Γιάννη Τσίρμπα, Εφημερίδα των Συντακτών
PHILIPPE ASKENAZY
«Οι τυφλές δεκαετίες. Απασχόληση και ανάπτυξη (1970-2010)»
Μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου, Πόλις 2013, 326 σελ.
Η οικονομική κρίση και η αύξηση του αντίστοιχου ενδιαφέροντος έχει οδηγήσει στον πολλαπλασιασμό της παραγωγής βιβλίων οικονομικού περιεχομένου, προσιτών στο ευρύ κοινό. «Οι τυφλές δεκαετίες» είναι το τέταρτο βιβλίο του Φιλίπ Ασκεναζί που κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις«Πόλις». Ο Ασκεναζί, καθηγητής στην Οικονομική Σχολή του Παρισιού και μέλος του Σώματος Διευθυντών του Γαλλικού Κέντρου Επιστημονικής Ερευνας, με το συγκεκριμένο βιβλίο επιχειρεί να σχολιάσει κριτικά, με επίκεντρο τη Γαλλία, τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες στην Ευρώπη και οι οποίες, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, απέτυχαν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της ανεργίας και της αναιμικής ή αρνητικής ανάπτυξης. Η ανάλυση ξεκινά αμέσως μετά την κρίση του 1973, η οποία ουσιαστικά διήρκεσε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, προσδίδοντας στην περίοδο γενικευμένη ανασφάλεια, ελλείμματα και ύφεση. Η απάντηση των ευρωπαϊκών οικονομιών σε εκείνη την κρίση δεν διαφέρει ιδιαίτερα από τη σημερινή, γεγονός στο οποίο βασίζεται το κεντρικό επιχείρημα του Ασκεναζί, ότι δηλαδή οι συνταγές που ακολουθούνται σήμερα στερούνται σύγχρονης θεώρησης. Χαρακτηρίζει τις πολιτικές της δεκαετίας του 1970 ως ένα σύνολο στρεβλώσεων, με λιτότητα, έκρηξη φόρων, αναποτελεσματικές επιδοτήσεις επιχειρήσεων και, πρώτη φορά, στοχοποίηση των μεταναστών ως υπεύθυνων για τα οικονομικά δεινά.
Η επόμενη πενταετία, 1981-1986, σηματοδοτήθηκε από τη διεθνή νεοφιλελεύθερη στροφή, με τις πολιτικές της περιόδου να οδηγούν σε δραστική ανακατανομή του πλούτου και αλλαγή του κοινωνικού μοντέλου, αλλά να αποτυγχάνουν να λύσουν βασικά δομικά προβλήματα. Η ανεργία, ιδιαίτερα των νέων, παρέμενε υψηλή, ενώ οι οικονομίες φαίνονταν ανά πάσα στιγμή επιρρεπείς στην ύφεση. Τότε ήταν που εισήχθη στην Ευρώπη, ξεκινώντας από τη Μ. Βρετανία, και το σημερινό χρηματοοικονομικό μοντέλο.

 Στη συνέχεια, μέχρι το 1993, καταγράφηκε οικονομική ακινησία, για να έρθει η θετική δεκαετία, μέχρι το 2002. Τότε, πέρα από ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, σημειώθηκε αύξηση της απασχόλησης, εισαγωγή του ελπιδοφόρου τριανταπεντάωρου στη Γαλλία, αλλά και ανάπτυξη της «οικονομίας της γνώσης», με τις ΗΠΑ να δίνουν τον τόνο και «άξιους» ακολουθητές τη Βρετανία και τη Γερμανία. Ομως, η ευφορία που δημιουργήθηκε από την πιθανότητα οι νέες τεχνολογίες να είναι η λύση τερματίστηκε απότομα, μια που δεν καταγράφονταν κάποια εμφανής επίδραση στην παραγωγικότητα, ενώ λίγο αργότερα σημειώθηκε και η κατάρρευση του δείκτη Nasdaq. Πέρασε έτσι η ευρωπαϊκή οικονομία στην περίοδο μέχρι το 2007, κατά την οποία «κορέστηκαν» δύο επιλογές: η ελαχιστοποίηση του εργατικού κόστους, ιδίως στη Γαλλία, και η περαιτέρω ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, με προεξάρχον παράδειγμα τις mini-jobs της Γερμανίας του Σοσιαλδημοκράτη Σρέντερ. Παρ” όλα αυτά, και αυτές οι πολιτικές απέτυχαν στο μέτωπο της ανεργίας, αν και το 2007 η παγκόσμια οικονομία κινούνταν με ρυθμό ανάπτυξης 5%, δηλαδή τον υψηλότερο των τελευταίων τριάντα χρόνων.

Το ξέσπασμα της χρηματοοικονομικής κρίσης στις ΗΠΑ τον αμέσως επόμενο χρόνο και όσα ακολούθησαν στην Ευρώπη απέδειξαν με κατηγορηματικό τρόπο την ανεπάρκεια των ακολουθούμενων πολιτικών. Παρόλο που, όπως γράφει ο Ασκεναζί, τομείς ολόκληροι της οικονομικής επιστήμης πρέπει να ανακατασκευαστούν για να αναλυθεί η κρίση από το 2008 και μετά, ο ίδιος επιχειρεί να δώσει μερικές εξηγήσεις. Κατ” αρχάς ενοχοποιεί, χωρίς να πρωτοτυπεί, την αυτονομία και την αλληλεξάρτηση των χρηματοοικονομικών συστημάτων. Η απότομη συρρίκνωση της πίστωσης οδήγησε στη μετάδοση της κρίσης από τη χρηματοοικονομία στην πραγματική οικονομία, με τα γνωστά επακόλουθα. Το πρόβλημα για τον Ασκεναζί είναι ότι το χρηματοοικονομικό σύστημα είναι σύμφυτο με την κερδοσκοπία, από τη στιγμή που δεν υπακούει σε έναν «κανονικό» νόμο προσφοράς και ζήτησης, όπου η ζήτηση πέφτει όταν αυξάνονται οι τιμές. Ταυτόχρονα, το ιδιωτικό κόστος των επενδυτικών δραστηριοτήτων είναι πολύ μικρότερο από το κοινωνικό κόστος. Από αυτή την άποψη, οι επενδυτές λειτουργούν ορθολογικά. Γνωρίζουν το διαρκές ρίσκο της κατάρρευσης, αλλά ουσιαστικά το μεταφέρουν στους φορολογούμενους-αποταμιευτές και στα κράτη, όντας βέβαιοι ότι τα τελευταία θα παρέμβουν αναγκάζοντας τους πρώτους να πληρώσουν, όπως και έγινε.

Ο συγγραφέας θεωρεί ότι για την επανασταθεροποίηση του οικονομικού συστήματος χρειάζεται μια επαναθεμελίωση των φορολογικών εργαλείων και μια παρέμβαση στην κατανομή των εισοδημάτων, ενισχύοντας τη θέση των εργαζομένων. Θεωρεί, επίσης, ότι η Ευρώπη πρέπει να αποβάλει τον «ψευδή» δημοσιονομικό καταναγκασμό και να εγκαταλείψει τη λογική των «μοντέλων». Τα παραπάνω πόρω απέχουν βέβαια από τη διατύπωση ενός συγκεκριμένου σχεδίου. Μπορεί ο Ασκεναζί να μην προτείνει κάποια σαφή λύση, αναλύει όμως εύστοχα τις χρόνιες στρεβλώσεις των ευρωπαϊκών οικονομικών πολιτικών, οι οποίες, εκτός από το να αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν την κρίση, αποτυγχάνουν, και αυτό είναι ίσως πιο σημαντικό, να θωρακίσουν τις ευρωπαϊκές οικονομίες και κοινωνίες από βαθύτερες κρίσεις στο εγγύς μέλλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες