Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Το ιδεολογικό έλλειμμα των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων

The Books' Journal τχ. 35, Σεπτέμβριος 2013
Η ανάλυση του Κώστα Σημίτη στην εκδήλωση του ΙΣΤΑΜΕ συζητήθηκε πολύ. Λογικό. Ένας πολιτικός παρέδωσε ένα πυκνό κείμενο που δεν έβριθε από προκάτ τσιτάτα αλλά, αναλύοντας την κατάσταση, επεσήμαινε έναν ιδιαίτερα σοβαρό κίνδυνο: μήπως, στη δίνη της κρίσης, ακόμα και οι πολίτες που συζητούν πολιτικά εγκλωβιστούν σε μια δυστοπία στην οποία η σιωπή θα είναι εκ των πραγμάτων υπαγορευμένη. Η επισήμανση από τον πρώην πρωθυπουργό του διάχυτου φόβου μήπως η χώρα συνεχίσει να πορεύεται σταθερά προς την άρνηση της ελευθερίας της σκέψης και της αναζήτησης, μήπως στο μέλλον θα κυριαρχούν «όλο και µεγαλύτερη εχθρότητα, φόβος και σιωπή» έχει βάσεις. Εξ ίσου βάσιμη είναι η ανάλυσή του για το «επικίνδυνο αµάλγαµα από “αγανακτισµένους”» που «κινδυνεύουν τα συντεχνιακά τους προνόµια και οι πρόσοδοί τους», για την τακτική των συστηματικών απεργιών από όσους μπορούν να εκμεταλλεύονται τη δημόσια ισχύ τους προκειμένου να διεκδικούν προνόμια σε βάρος της κοινωνίας, για την επιχειρηματικότητα της δραχμής και της σχέσης των επιχειρηματιών αυτού του τύπου με τους πολιτικούς με τους οποίους ανταλλάσσουν εκδουλεύσεις.

Ο Κώστας Σημίτης παρότρυνε το στενό ακροατήριό του, τους ιδεολόγους που επιδιώκουν τη σύγκλιση των δυνάμεων στη διαδρομή για μια νέα μεγάλη κομματική έκφραση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας να μιλήσουν για πεποιθήσεις. Και όντως, ένα από τα μεγαλύτερα ελλείμματα της εποχής μας είναι η συγκροτημένη έκφραση του ιδεολογικού ρεύματος που είναι διατεθειμένο να εκφραστεί υπέρ της Ευρώπης και της ευρωπαϊκής στρατηγικής της ανάκαμψης. Αντίθετα, οι δυνάμεις της μεταρρύθμισης και του εκσυγχρονισμού της κοινωνίας, περιθωριοποιημένες, συνθλίβονται ανάμεσα στη στρατηγική του παλιού πολιτικού συστήματος να συντηρηθεί και να αναπαραχθεί και τις διάχυτες εστίες του κάθετου «αντιμνημονιακού» λόγου που, κυρίως, είναι δεξιός και αριστερός εθνικολαϊκισμός.
Αναφερόμενος στη μεταπολίτευση, ο Κώστας Σημίτης επισήμανε ότι, τότε, «αυτοί που προκάλεσαν την πανωλεθρία του 1967 επανήλθαν στο προσκήνιο, σαν να µη συνέβη τίποτα, για να επαναφέρουν στη ζωή τα ίδια παλιά µαγαζιά». Αυτό που δεν τόνισε ήταν ότι, αφού οι εκπρόσωποι των παλιών εκείνων «μαγαζιών» πάτησαν στα πόδια τους, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, έπιασαν το νήμα από εκεί όπου το είχαν αφήσει: οχυρώθηκαν πίσω από τον ελληνικό εξαιρετισμό και ανακαίνισαν τη χρεοκοπημένη ιδεολογία την οποία ήρθαν να ανατρέψουν. Η ιδεολογία της «Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών», διευρυμένη με την επίκληση της λαϊκότητας, εν τέλει, έχτισε τα νέα τείχη της μεταπολίτευσης. Όσο τα χαρακτηριστικά εκείνης της εθνικοφροσύνης βρίσκονταν ασφαλώς χωνεμένα στα μεγάλα κόμματα εξουσίας, η χώρα πορευόταν δέσμια της ευρωπαϊκής πορείας της, που άλλωστε της εξασφάλιζε τη βασική χρηματοδότηση. Ωστόσο, όλες οι μεγάλες ανορθογραφίες της μεταπολίτευσης, από τη δολοφονική τρομοκρατία της 17 Νοέμβρη μέχρι τη δημιουργία του Μακεδονικού ζητήματος, από την παραλίγο καταστροφική για την ασφάλεια της χώρας εξέλιξη της υπόθεσης Οτσαλάν μέχρι την ιδεολογική μάχη του επίδοξου εθνάρχη Χριστόδουλου υπέρ μιας κλειστής ταυτότητας, στη βάση τους υπερασπίζονταν μια Ελλάδα αγοραφοβική, κλειστή, περιχαρακωμένη, την Ελλάδα μιας φανταστικής πνευματικής, πολιτικής και πολιτιστικής υπεροχής που έρχεται από τα βάθη ενός μυθικού παρελθόντος, αδυνατώντας να αναγνωρίσει την πραγματικότητα και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της.
Εδώ εδράζεται και ο μεγαλύτερος φόβος για τις εξελίξεις που έρχονται: στην εκ νέου οχύρωση της χώρας πίσω από τον εθνικολαϊκισμό και τη δεξιά ή αριστερή εναλλαγή του. Υπάρχει πάντα η απειλή, οι όποιες μεταρρυθμίσεις (που ουσιαστικά γίνονται διά της βίας) πετύχουν φέρνοντας μακροπρόθεσμα οφέλη στη χώρα, να διεκδικηθούν από τις ίδιες δυνάμεις που μας έφεραν ώς εδώ. Είναι δυνάμεις με τεράστια ισχύ. Διεκδικούν την αδράνεια στα πανεπιστήμια, την αποδιάρθρωση στη δημόσια διοίκηση που ευνοεί την παραδοσιακή κρατική νομενκλατούρα, την εθνικοφροσύνη στην πολιτική αγορά (ο Αντώνης Σαμαράς, π.χ., ουδέποτε έκρυψε την ιδεολογική κατεύθυνση των πολιτικών που μπορεί να διαμορφώνει ο ίδιος και το στενό επιτελείο του), την κατάρρευση ενός αξιοπρεπούς Τύπου υπέρ μιας φτηνής, αδιαφανούς και χυδαίας, αγοραίας δημοσιογραφίας που χειραγωγεί και διαπλάθει οπαδούς του εθνικολαϊκισμού. 
Και το δυστύχημα είναι ότι ο πολιτικός και ιδεολογικός χώρος που αντιστρατεύεται αυτό το κυρίαρχο ιδεολογικό και πολιτικό τσουνάμι είναι πολιτικά πολυδιασπασμένος, ανίσχυρος, ασαφής, με λόγο υστερόβουλα «στρογγυλεμένο», χωρίς σφαίρα ευρύτερης επιρροής, με ελάχιστους εκπροσώπους στην περιοχή της καλλιτεχνικής έκφρασης και, το κυριότερο, χωρίς οικονομικούς πόρους και χωρίς λαϊκή απήχηση. 
Μπορούν οι δυνάμεις της εξωστρέφειας, υπό αυτές τις προϋποθέσεις, να συμβάλουν στην αλλαγή της φοράς των πραγμάτων; Στο ερώτημα δεν υπάρχει απάντηση. Με δεδομένο ωστόσο ότι η χώρα συνεχίζει να πορεύεται στη δίνη της κρίσης της, που είναι πολύ ευρύτερη της οικονομικής κατάρρευσής της, δεν υπάρχουν πολλές επιλογές. «Αγάπα το κελί σου, τρώγε το φαΐ σου, διάβαζε πολύ» (αφιερώσου δηλαδή στο στόχο) – και μίλα για πεποιθήσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες