Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Το Μνημόνιο, οι «δωσίλογοι» και οι ανορθολογιστές της αγοράς


Του Γιώργου Σιακαντάρη, www.metarithmisi.gr/
Σε πολύ παλαιές εποχές, τότε που ο ορθός λόγος προσπαθούσε να εξέλθει από τις φυλακές που τον είχαν κλείσει οι εξουσίες της μοναρχικής ή της εκκλησιαστικής αυθεντίας και τα στερεότυπα των παραδοσιακών συμπεριφορών, υπήρχαν κάποιοι στοχαστές που τολμούσαν να υποστηρίζουν ότι «η ορθοφροσύνη είναι στον κόσµο το πράγµα το καλύτερα µοιρασµένο»(1). Αν ζούσαν στη σηµερινή Ελλάδα της εποχής του διλήµµατος Μνηµόνιο- Αντιµνηµόνιο, του κλεισίµατος της ΕΡΤ, της απόλυτης αποδόµησης του κράτους πρόνοιας, της κίνησης του πολιτικού εκκρεµούς από το ένα άκρο στο άλλο, χωρίς καµία ισορροπία στο κέντρο και µε ελάχιστα δείγµατα µετριοπάθειας και προσπάθειας κατανόησης του αντίθετου λόγου, θα καταριούνταν την ώρα και τη στιγµή που ξεστόµισαν µια τέτοια φράση. Γιατί το µόνο πράγµα που δεν είναι καλύτερα µοιρασµένο στην Ελλάδα της κρίσης, είναι η ορθοφροσύνη. Η χώρα έχει χωριστεί σε «δωσίλογους» και «ανορθολογιστές». «Δωσίλογοι» αποκαλούνται αυτοί που θεώρησαν πως η χώρα χρειαζόταν χρηµατοδότηση για να συνεχίσει να υπάρχει. Το μείζον γι’ αυτούς ήταν, το 2010, η χώρα να βρει τρόπους να χρηµατοδοτήσει τη λειτουργία της, έστω και αν αυτοί οι τρόποι δεν ήσαν οι πιο κατάλληλοι για τη θεραπεία του προβλήµατός της. Η Ελλάδα, το 2010 είχε την ανάγκη ενός Μνηµονίου. Ακόµη και αυτό το τρισάθλιο Μνηµόνιο που υπογράφηκε τότε, ήταν πολύ καλύτερη λύση από τη χρεοκοπία.

Δεν θα επεκταθώ όµως εδώ στο θέµα των «δωσίλογων». Με ενδιαφέρουν οι «ανορθολογιστές». Αυτοί είναι δύο ειδών, οι «αριστεροί» και οι «φιλελεύθεροι».

Το πρώτο είδος, αυτό των αριστερών «ανορθολογιστών», τον Απρίλιο του 2010, θεωρούσε πως η χώρα θα µπορούσε να λειτουργήσει σαν να µην είχε συµβεί τίποτα και να αναζητήσει τα χρήµατα που της έλλειπαν για να πληρώσει µισθούς και συντάξεις, στα «ισοδύναµα» του Ζαππείου, στην αυτοχρηµατοδότηση, αφού πάψουµε να πληρώνουµε τα χρέη και τους τόκους (ειπώθηκε και αυτή η ανοησία, λες και ζούµε σε κάποια αυτάρκη νησίδα, που δεν επηρεάζεται από το διεθνές περιβάλλον), ή στα πετρέλαια του Τσάβες. Το ίδιο λένε και σήµερα (δες ομιλία Τσίπρα στο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ), αν και δεν το πιστεύουν, όπως δεν το πίστευαν και τότε. Άρα, δεν είναι τόσο ανορθολογιστές, αλλά ψεύτες στο όνοµα της πολιτικής. Συνεπώς, δεν είναι και τόσο «αριστεροί».

Το δεύτερο είδος, αυτό των «φιλελεύθερων» ανορθολογιστών (sic), οµνύουν διαρκώς στο όνοµα του ορθολογισµού των αγορών. Μάλλον, πιο σωστά, υποστηρίζουν «ορθολογικά» τον ανορθολογισµό των αγορών. Αυτοί πίστεψαν πως το Μνηµόνιο και οι προτεινόµενες απ’ αυτό µεταρρυθµίσεις ήσαν τα κατάλληλα µέσα για να δηµιουργήσουν νέο παραγωγικό µοντέλο. Γι’ αυτούς, δηλαδή, το πρόβληµα της χώρας είναι απλώς η µη εφαρµογή των προτεινόµενων από την τρόικα µεταρρυθµίσεων. Αν –υποστηρίζουν– τις εφαρµόσουµε κατά γράµµα (κυρίως τις απολύσεις), τότε, στο µέλλον θα έρθει και η ανάπτυξη. Με τούτα και με τα άλλα, αυτοί δεν είναι ψεύτες, όπως οι πρώτοι, είναι όμως καθαροί ανορθολογιστές. Συνεπώς, τούτοι δεν είναι και τόσο φιλελεύθεροι.

Το 2010, η χώρα δεν µπορούσε να επιβιώσει χωρίς το Μνηµόνιο και την ίδια στιγµή, οι δεσµεύσεις αυτού του Μνηµονίου ήσαν η χειρότερη καλή λύση. Ο τότε πρωθυπουργός, Γιώργος Παπανδρέου, κατανόησε, έστω και αργά, την αναγκαιότητα του µνηµονίου, ποτέ όµως δεν κατανόησε τον µονοµερή του χαρακτήρα. Έτσι, αντί η κυβέρνηση να απαιτήσει µεταρρυθµίσεις στον τρόπο λειτουργίας των αγορών (σε Ελλάδα και Ε.Ε.), στον τρόπο κίνησης του χρηµατοπιστωτικού κεφαλαίου, ως αναγκαία συµπληρώµατα των µεταρρυθµίσεων στον τρόπο λειτουργίας του δηµόσιου τοµέα, αναλώθηκε σε κρυφτούλι τύπου: «Εσύ τρόικα θα µιλάς για µεταρρυθµίσεις, εγώ θα κάνω πως σ’ ακούω, αλλά δεν θα κάνω τίποτα» – ή µάλλον… «Θα περικόπτω µισθούς και συντάξεις». Έτσι, οι µόνες «µεταρρυθµίσεις» που έγιναν είχαν σχέση µε τη µείωση του εισοδήµατος των περισσότερων Ελλήνων.

Η χώρα, ήδη από τότε, χρειαζόταν Μνηµόνιο – ένα Μνηµόνιο διπλό. Το πρώτο θα ζητούσε µεταρρυθµίσεις στο κράτος, το άλλο θα επιδίωκε µεταρρυθµίσεις στην αγορά και στις κινήσεις του παγκόσµιου, του ευρωπαϊκού και του ελληνικού χρηµατο-πιστωτικού συστήµατος. Η τρόικα υποστήριζε ότι κάθε χώρα µπορεί να έχει µισθούς και κοινωνικό κράτος που να αντιστοιχεί στην πραγµατική της παραγωγή. Αυτό είναι µισή αλήθεια. Ο Βόλφγκανγκ Σόιµπλε και η Άνγκελα Μέρκελ, δεν λένε ότι γι’ αυτήν την αναντιστοιχία δεν φταίνε µόνο το Δηµόσιο και το κράτος, αλλά και οι αγορές. Γι’ αυτό, ενώ δεν φείδονται προτάσεων για µεταρρυθµίσεις στο κράτος και στις εργασιακές σχέσεις, ξεχνούν εντελώς να θίξουν το ζήτηµα των µεταρρυθµίσεων στον τρόπο λειτουργίας του χρηµατοπιστωτικού κεφαλαίου και των αγορών. Αυτό, δεν νοµίζω πως είναι δείγµα µιας «προτεσταντικής» αντίληψης για την οικονοµία, ούτε έκφραση µιας τιµωρητικής αντίληψης. Είναι κάτι πολύ χειρότερο. Είναι δείγµα µιας συγκεκριµένης ταξικής αντίληψης, που θεωρεί ότι οι κοινωνίες αναπτύσσονται καλύτερα όταν τα βάρη δεν µοιράζονται αναλογικά, σύμφωνα με τις δυνατότητες του καθενός, αλλά δίνονται περισσότερες ευκαιρίες στο κεφάλαιο για ανάπτυξη, απ’ όσες δίνονται στην εργασία και στους µισθούς. Οι πολιτικές Μέρκελ, επίσης, δεν αναγνωρίζουν ότι το διάστηµα 1999-2009, ενώ σηµειώθηκαν υπερβολικές αυξήσεις µισθών σε πολλές χώρες του Νότου, οι μισθοί στη Γερμανία έμειναν πολύ πίσω από την πρόοδο της παραγωγικότητας σ’ αυτή τη χώρα. Οι αυξήσεις µισθών στο Νότο, έγιναν µε τη σιωπηρή συναίνεση της γερµανικής ηγεσίας. Αν το διαβάσουµε αυτό σωστά, θα δούµε πού βρίσκεται µία από τις βαθύτερες αιτίες των ελλειµµάτων του Νότου.

Δεν υπάρχει βεβαίως σοβαρός αναλυτής που να αρνείται ότι ο Νότος ζούσε πάνω από τις παραγωγικές δυνατότητές του. Αυτό όµως δεν σηµαίνει ότι, εξαιτίας αυτού, η ορθή απάντηση βρίσκεται στις δήθεν εκδικητικές, αλλά στην ουσία ταξικές πολιτικές, που αυξάνουν, αντί να µειώνουν, τα ελλείµµατα του Νότου. Ο οικονοµικός φιλελευθερισµός δεν είναι ρηχός, ούτε απλώς διαβάζει µονοµερώς τα στοιχεία. Δυστυχώς για µερικούς από τους υποστηρικτές του, είναι βαθύτατα ταξική πολιτική και ιδεολογία. Ο Τάσος Γιαννίτσης(2) αλλά και ο Πέτερ Μπόφινγκερ(3), απαντούν στον ανορθολογισµό του «ορθολογισµού» των αγορών, σύµφωνα µε τον οποίο για τα ελλείµµατα και την ανεργία, φταίει µόνο ο υπερδιογκωµένος δηµόσιος τοµέας. Οι δύο συγγραφείς συµφωνούν πως η Ελλάδα πάσχει από το χάσµα µεταξύ εσόδων και δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ και όχι από τις δήθεν υπερβολικές της δαπάνες. Αυτές, πριν από την κρίση, κυµαίνονταν κοντά στον µέσο ευρωπαϊκό όρο. Ο Γιαννίτσης επισηµαίνει τις τεράστιες ανισότητες που γεννά το φορολογικό µας σύστηµα (σηµαντικά µικρότερο βάρος της φορολογίας ως ποσοστού του ΑΕΠ, χαµηλότερο βάρος των άµεσων φόρων, χαµηλότερο ύψος σ’ όλη την Ευρώπη των εργοδοτικών εισφορών και ιδιαίτερα µικρή συνεισφορά των ελεύθερων επαγγελματιών στα ασφαλιστικά τους ταµεία) (4). Ο Μπόφινγκερ, µε τη σειρά του, υποστηρίζει πως η Ελλάδα έχει πετύχει µεγάλη δηµοσιονοµική εξυγίανση και αυτό που την εµποδίζει να προχωρήσει στην ανάπτυξη δεν είναι η µη εφαρµογή των µεταρρυθµίσεων, αλλά το ακριβώς αντίθετο: ο µονοδιάστατος χαρακτήρας τους. Η Ελλάδα, υποστηρίζει, παρά τις κοινοτοπίες που κάποιοι διαδίδουν, έχει εργαζόµενους που δουλεύουν πολύ περισσότερο από τους εργαζόµενους άλλων χωρών και εργαζόµενους που συνταξιοδοτούνται πολύ αργότερα από τους εργαζόµενους άλλων κρατών (5).

Μια σοσιαλδημοκρατική διέξοδος στο πρόβληµα όχι µόνο της Ελλάδας, αλλά και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης γενικότερα, θα έβλεπε πως αυτό που εµποδίζει τις χρεωμένες χώρες να βγουν από τα αδιέξοδά τους, δεν είναι ότι σήμερα καταναλώνουν περισσότερα απ’ όσα παράγουν. Είναι οι πολιτικές λιτότητας που υποχρεώνονται να ακολουθήσουν, αυτές που δεν τους επιτρέπουν να παραγάγουν περισσότερα απ’ όσα καταναλώνουν. Στη φροντίδα κάποιων να δημιουργηθεί ένας συνασπισμός της λογικής, παρέβλεψαν πως τέτοιος συνασπισμός δεν μπορεί να γίνει µε τους «ανορθολογιστές» της αγοράς, όσο και να συμφωνούν µε αυτούς σε ζητήματα ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων.

Το ελληνικό «μέτωπο της λογικής» κάνει συχνά παράλογες επιλογές.




(1) Καρτέσιος, Λόγος περί της Μεθόδου, µετάφραση: Χρ. Χρηστίδης, Παπαζήση, Αθήνα 1976.
(2) Τάσος Γιαννίτσης, Η Ελλάδα σε κρίση, Πόλις, Αθήνα 2013.
(3) Πέτερ Μπόφινγκερ, Επιστροφή στο µάρκο;, Μετάφραση: Ελίζα Παπαδάκη, Πόλις, Αθήνα 2013.
(4) Τάσος Γιαννίτσης, ό.π., σσ. 74-83.
(5) Πέτερ Μπόφινγκερ, ό.π., σσ. 78-79 και 86.

Δημοσιεύτηκε στο  Books Journal

Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, επιστημονικός διευθυντής στο ΙΣΤΑΜΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες