Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Το success story ενός καιροσκόπου.

Δημήτρης Ψαρράς, Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη. 
Η τηλεοπτική αναγέννηση της ελληνικής ακροδεξιάς,
 Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010, 294 σελ.
Της  Ελίνας Τζανουδάκη,  [The Books' Journal, τχ.15]
Το ότι ο Γιώργος Καρατζαφέρης με τον κόμμα του, τον Λαικό Ορθόδοξο Συναγερμό (ΛΑΟΣ) κινείται στο χώρο της Ακροδεξιάς, δεν θέλει πολλή φιλοσοφία να το διαπιστώσει κανείς. Το παράξενο είναι, ωστόσο, ότι με την κίνησή του να συμμετάσχει με τέσσερα στελέχη του στην κυβέρνηση Παπαδήμου, ο αρχηγός του κόμματος διεκδίκησε θεσμικό ρόλο – τον οποίον, για καιρό, απεμπολούσε ο υποτιθέμενος θεσμικός Αντώνης Σαμαράς. Η Αριστερά επέκρινε και συνεχίζει να επικρίνει το κυβερνητικό βήμα του κόμματος, θεωρεί ότι έτσι το πολιτικό σύστημα νομιμοποιεί τον φασισμό. Υπ’αυτή την έννοια, έχει ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς ένα βιβλίο που γράφτηκε πριν την υπουργοποίηση του Μάκη Βορίδη και του Άδωνι Γεωργιάδη – το οποίο τροφοδοτεί την Αριστερά με ορισμένα επιχειρήματα τα οποία χρησιμοποιούνται σήμερα.
Ίσως δεν είναι η καλύτερη στιγμή για να διαβάσει κανείς το βιβλίο του Δημήτρη Ψαρρά, δημοσιογράφου ιδιαίτερα γνωστού από την πολυετή δουλειά του με την ερευνητική ομάδα «Ο Ιός της Κυριακής» στην Ελευθεροτυπία. Ίσως πάλι και να είναι. Η συμμετοχή τεσσάρων βουλευτών του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού (ΛΑΟΣ) στην κυβέρνηση συνεργασίας του Λουκά Παπαδήμου καθιστά το βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2010, πριν ο ΛΑΟΣ βρεθεί στην εξουσία, χωρίς αμφιβολία, επίκαιρο. Πρόκειται για μια διεξοδική μελέτη της δημόσιας παρουσίας και του λόγου του Γιώργου Καρατζαφέρη και του κόμματος που ίδρυσε το 2000, μετά τη διαγραφή του από τη Νέα Δημοκρατία. Η έρευνα του συγγραφέα βασίζεται σε ένα πλούσιο αρχείο κειμένων, εκπομπών, συνεντεύξεων και δηλώσεων, τόσο του προέδρου του κόμματος όσο και των πρωτοκλασάτων στελεχών του, ενώ συνοδεύεται και από πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Βασική θέση του συγγραφέα, όπως εύκολα μπορεί να συμπεράνει κάποιος από τον τίτλο του βιβλίου, είναι ότι το κόμμα Καρατζαφέρη είναι ένα γνήσιο ακροδεξιό κόμμα όπως αποδεικνύει το «αμαρτωλό» παρελθόν των στελεχών του. Επιπλέον, θεωρεί ότι το ΛΑΟΣ και τα στελέχη του είναι εξ ολοκλήρου μιντιακά κατασκευάσματα που ακολουθούν αυτό που αποκαλεί «τακτική του διπλού λόγου».

Δύο είναι οι πιθανές αναγνώσεις του βιβλίου. Και οι δύο δεν μπορούν παρά να γίνουν υπό το πρίσμα του σημερινού statusτου ΛΑΟΣ. Είτε ο αναγνώστης θα φρίξει με όσα θα διαβάσει και θα αναρωτηθεί πώς είναι δυνατόν αυτό το κόμμα σήμερα να συγκυβερνά είτε θα χαρακτηρίσει τον ΛΑΟΣ και τον αρχηγό του «success story» που, παρά το φιλοβασιλικό του παρελθόν, τις κατά καιρούς πολιτικές μετατοπίσεις, την έμφαση στα κλισέ της ελληνορθοδοξίας, τη συνωμοσιολογία, τον (κάποιες φορές γραφικό) εθνικισμό, τον ρατσιστικό και αντισημιτικό λόγο του κατάφερε όχι μόνο να σταθεροποιήσει την κοινοβουλευτική του παρουσία, αλλά να βρεθεί και στην κυβέρνηση σε μια ιδιαιτέρως κρίσιμη συγκυρία.

Ο ΛΑΟΣ, ανεξάρτητα από την ταμπέλα που θα του κολλήσει κάποιος, είναι το μόνο κόμμα που κατάφερε να διαψεύσει τη γνωστή ρήση του παλιού ηγέτη της Νέας Δημοκρατίας, του Ευαγγέλου Αβέρωφ, ότι τα πρόβατα που φεύγουν από το μαντρί τα τρώει ο λύκος, και να καταστεί σταθεροποιητικός παράγοντας στην κεντρική πολιτική σκηνή. Τηρουμένων των αναλογιών, κάτι παραπλήσιο, αλλά και διαφορετικό, πέτυχε εκ των έσω και ο Αντώνης Σαμαράς, μετατρέποντας την πολυσυλλεκτική στον συντηρητικό χώρο ΝΔ σε Πολιτική Άνοιξη, στο ακραιφνώς λαϊκό δεξιό κόμμα δηλαδή που ο ίδιος είχε ιδρύσει το 1993.

Ο ΛΑΟΣ μέσα σε πέντε χρόνια (από το 2002 οπότε και εμφανίστηκε στην ελληνική πολιτική σκηνή) κατάφερε να υπερδιπλασιάσει το εκλογικό του ποσοστό. Από το 3,8% και τις δέκα έδρες του 2007, το 2009 ο ΛΑΟΣ κερδίζει 5,63% και δεκαπέντε έδρες. Ο Ψαρράς φαίνεται να υποτιμά αυτή τη διάσταση αποδίδοντας την εδραίωση του κόμματος Καρατζαφέρη σε μια τηλεοπτική φούσκα: στην προβολή των στελεχών του τόσο μέσα από τα μεγάλα κανάλια εθνικής εμβέλειας που συνέβαλαν στη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος αποδοχής όσο και από τον προπαγανδιστικό μηχανισμό του Τηλεάστυ (πρώην Telecity), του ιδιόκτητου τηλεοπτικού καναλιού του Γ. Καρατζαφέρη, από το 1990 και μετά. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, αυτοί είναι οι δύο παράλληλοι τηλεοπτικοί κόσμοι στους οποίους λειτουργούν τα στελέχη του ΛΑΟΣ. Ανάλογα με το ακροατήριο στο οποίο απευθύνονται προσαρμόζουν τη γλώσσα και το ύφος τους: στα μεγάλα κανάλια χρησιμοποιούν μια γλώσσα περισσότερο στρογγυλεμένη και μετριοπαθή, στο Τηλεάστυ «απελευθερώνονται», σύμφωνα με την ερμηνεία του Ψαρρά, και ξεδιπλώνουν τις συνωμοσιολογικές και ρατσιστικές τους θέσεις προκειμένου να συσπειρώσουν τους οπαδούς τους.

Κατανοώ τη στράτευση του συγγραφέα στον αντίποδα των καρατζαφερικών ιδεών, όμως το επιχείρημα για την τηλεοπτική κατασκευή δεν ισχύει μόνο για τον ΛΑΟΣ και τον Καρατζαφέρη. Όλα τα γνωστά κόμματα, αν λάβουμε υπ’ όψη μας τους όρους με τους οποίους διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση σήμερα, αποτελούν σε ένα βαθμό μιντιακά δημιουργήματα. Πού θα ήταν άραγε σήμερα, π.χ., η Λιάνα Κανέλλη του ΚΚΕ αν δεν είχε προϋπάρξει ως πετυχημένη τηλεοπτική προσωπικότητα πριν επιλέξει το δρόμο της επαγγελματικής πολιτικής σταδιοδρομίας;  Το επιχείρημα της τηλεοπτικής έκθεσης είναι ένα καλό άλλοθι, όμως δεν εξηγεί επαρκώς το φαινόμενο ΛΑΟΣ. Δεν έχουμε μιντιοκρατία. Αλλά ακόμα και αν είχαμε, δεν θα μπορούσε να ισχύει επιλεκτικά και να αφορά μόνο τους «κακούς».

Το κόμμα του Γ. Καρατζαφέρη δεν το καθιέρωσε ούτε η τηλεόραση ούτε μόνο η φθορά του «δικομματισμού» σε συνδυασμό με τα σκάνδαλα των δύο μεγάλων κομμάτων, όπως επίσης ισχυρίζεται ο συγγραφέας. Ο ΛΑΟΣ καθιερώθηκε επειδή κατάφερε να πείσει, όσο και αν αυτό δεν αρέσει σε όσους ψάχνουν να βρουν τρόπο να εντοπίσουν μια εστιασμένη παθολογία του πολιτικού συστήματος για να μην αναγνωρίσουν ότι οι παθολογίες του είναι γενικές και δεν κάνουν ιδεολογικές διακρίσεις. Στην κυβέρνηση βρέθηκε εξ αιτίας της κοινοβουλευτικής του δύναμης και, πολύ περισσότερο, εξ αιτίας της στρατηγικής επιλογής του να στηρίξει την πολιτική που είχε προκρίνει η Ευρώπη, παρά τις όποιες παλινωδίες του, τη διγλωσσία και τις συχνά αντιφατικές πολιτικές κινήσεις του. Ψήφισε το πρώτο μνημόνιο, στην πορεία προσπάθησε να μη χρεωθεί πολιτικό κόστος, ενώ στην ψηφοφορία του Ιουλίου για το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δεν στήριξε την πλειοψηφία.[1] Ωστόσο, παρά την πολιτική ρητορική του, ο Καρατζαφέρης ουδέποτε επέτρεψε στο θυμικό του να αντικαταστήσει τα πραγματικά δεδομένα.  Εντοπίζοντας εγκαίρως την κύρια διαίρεση του πολιτικού μας συστήματος τάχθηκε, σε αντίθεση με την ελληνική αριστέρα, υπέρ του οικονομικού ρεαλισμού, του ευρώ και της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας.

Ο ΛΑΟΣ δεν είναι ένα τυπικό ευρωπαικό ακροδεξιό κόμμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στον αντίποδα του ΛΑΟΣ, το γαλλικό ακροδεξιό κόμμα παλαιότερα του Ζαν-Μαρί Λεπέν, εσχάτως της κόρης του Μαρίν, έχει υιοθετήσει μια άκρως αντιευρωπαική ρητορική. Έχει κάνει σημαία του την έξοδο από το ευρώ που «προκαλεί ασφυξία στις ευρωπαϊκές οικονομίες» και την επιστροφή στο φράγκο ενώ ασκεί έντονη κριτική στους «αντιδημοκρατικούς» ευρωπαικούς θεσμούς καλώντας τους Γάλλους να «πάρουν επιτέλους την χώρα στα χέρια τους»[2]. Με την εξαίρεση του μεταναστευτικού ζητήματος, η γαλλική Ακροδεξιά επομένως, συγκλίνει περισσότερο με την εγχώρια ριζοσπαστική και κομμουνιστική Αριστερά, παρά με τον ΛΑΟΣ. Η ανάγνωση της πραγματικότητας με τον τρόπο «της πιάτσας» διαφοροποιεί το κόμμα Καρατζαφέρη από την ανάγνωση του Ψαρρά που αντιμετωπίζει τον ΛΑΟΣ ως ένα ιδεολογικά γνήσιο και σκληροπυρηνικά ακροδεξιό κόμμα. Οδηγείται από το λαϊκισμό, ψαρεύει κοινό, στελέχη και ψηφοφόρους στην περιοχή του κιτς εθνικισμού, εκμεταλλεύεται τις φοβίες των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων αλλά ο όποιος εξτρεμισμός του σταματάει στα λόγια, στις διακηρύξεις, στην αισθητική.

Στον καιρό του Μνημονίου ο ΛΑΟΣ επέλεξε να μην επενδύσει στην γενικευμένη δυσαρέσκεια, αλλά να ρισκάρει ψηφίζοντάς το και ποντάροντας περισσότερα σε μια υπεύθυνη στάση, αποτέλεσμα, κατά πάσα πιθανότητα, καιροσκοπικών υπολογισμών. Αν, δηλαδή, αρχηγός της ΝΔ δεν ήταν ο Αντώνης Σαμαράς, αλλά η Ντόρα Μπακογιάννη, ο ΛΑΟΣ θα εμφανιζόταν μάλλον φανατικά αντιμνημονιακός. Αν και ο Καρατζαφέρης φάνηκε να στηρίζει εξ αρχής την λύση Παπαδήμου, πόσοι άραγε θυμούνται ότι όχι πολύ παλιά, μόλις στις 15/6/2011, είχε αναρωτηθεί καλεσμένος σε κεντρικό δελτίο μεγάλου καναλιού «Ποιος τον ξέρει τον Παπαδήμο;», προτείνοντας για πρωθυπουργό τον Κωστή Στεφανόπουλο;[3]Προφανώς, λοιπόν, είναι ο άνθρωπος που έχει πει κατά καιρούς τα πάντα και τα αντίθετά τους. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό, τα λόγια και οι ιδεολογικές αναγνώσεις τους δεν αρκούν για την ακριβή προσέγγιση ούτε του Καρατζαφέρη ούτε του κόμματός του. Γεγονός παραμένει ωστόσο, ότι το ΛΑΟΣ την κρίσιμη στιγμή αποφάσισε «να λερώσει τα χέρια του» και να αναλάβει το κόστος της λήψης πολιτικών αποφάσεων.

Ο Καρατζαφέρης ποτέ δεν αναλώθηκε σε μαξιμαλιστικές αφηγήσεις και μεγαλοστομίες ούτε περιορίστηκε στη στείρα διαμαρτυρία και στον ανέξοδο, γι’ αυτό και εύκολο, καταγγελτικό λόγο. Δεν απαξίωσε ούτε υποτίμησε τα προβλήματα της καθημερινότητας, π.χ. την αυξημένη εγκληματικότητα – κι αν η πτυχή αυτή του λόγου του γεννά και υποθάλπει ρατσισμό, αυτό το επέτρεψε η Αριστερά που σε τέτοια θέματα πολιτεύεται είτε με τον τρόπο που πολιτεύθηκε στην υπόθεση των μεταναστών της Υπατίας είτε γενικότερα στο όνομα οραμάτων που θέτουν ως προϋπόθεση την «ανατροπή» και την «αντίσταση».[4] Δεν συμβάλλουν οι ακραίες πρακτικές που εμφανώς στηρίζει, ειδικά στα κρίσιμα θέματα του «νόμου και της τάξης», η συνήθης πρακτική της κατάληψης δρόμων και δημοσίων κτιρίων και η ανοχή στη βία π.χ., στη συντηρητική αναδίπλωση της κοινωνίας από την οποία κερδισμένος βγαίνει ο ΛΑΟΣ; Και πέραν αυτού, είναι αυτονόητο ότι η στοχοποίηση του ΛΑΟΣ και η εμμονική ρητορεία περί φασιστών που αναπαράγει η αριστερά την ωφελεί καθώς θέτει αυτομάτως στο απυρόβλητο κάθε ολοκληρωτικής φύσης πρακτική με αριστερό επικάλυμμα (το κλείσιμο των δρόμων, ο αποκλεισμός των διοδίων, το χτίσιμο των καθηγητών στα γραφεία τους κ.α.)

Η αντίληψη του Ψαρρά και κατ’επέκταση της ελληνικής αριστεράς ότι ο ΛΑΟΣ είναι ένα τυπικό ακροδεξιό κόμμα επικίνδυνων φασιστών που προκαλούν ή θα έπρεπε να προκαλούν βδελυγμία στην ελληνική κοινωνία ήταν η βάση πάνω στην οποία όλες οι πολιτικές εκδοχές της αριστεράς αποδοκίμασαν την συμμετοχή του στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Στο εισαγωγικό σημείωμα σχετικού αφιερώματος στο ένθετο «Ενθέματα» της  εφημερίδας Αυγή, διατυπώνεται, μεταξύ άλλων, και το παρακάτω ερώτημα: «πώς είναι δυνατόν να τιμάται η επέτειος του Πολυτεχνείου με την “ακροδεξιά” στην κυβέρνηση και την υπουργοποίηση του ρατσισμού, του φασισμού, του ακραίου εθνικισμού και του σεξισμού, ενώ ώς τώρα ο δρόμος των φασιστών προς την εξουσία θεωρούνταν αυτονόητα (!) κλειστός;».[5] Στο ίδιο αφιέρωμα, η καθηγήτρια Μαριάννα Δήτσα παρατηρεί: «Το νέου τύπου πραξικόπημα (μιντιακό και σκοτεινό) θέτει στην πολιτική νομιμότητα στοιχεία κραυγαλέα φασιστικά, και λυπάμαι που δεν τολμούμε να πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, ίσως επειδή φοβόμαστε μη βάλει ο Βορίδης κάποιον να μας βαρέσει με τσεκούρι ή ο Άδωνις να μας κάνει μήνυση. Μάλλον χαμπάρι δεν πήραμε πού πάμε, γιατί κατάφεραν τα μυαλά μας να μας τα πάρουν από το κεφάλι και να τα βάλουν στην τσέπη μας».[6] Το καλύτερο όμως το έχει γράψει μια εβδομάδα πριν, εν θερμώ, η Ιωάννα Μεϊτάνη, που αντιμετωπίζει το ΛΑΟΣ σαν τον Σατανά με τις εφτά ουρές: «Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους: Οι φασίστες, εκτός από τη Βουλή, μπήκαν και στην κυβέρνηση. Οι φασίστες θα συγκυβερνήσουν τη χώρα. Και εμείς ακόμα δεν έχουμε κατέβει στον δρόμο;»[7]

Με τη γενική γραμμή αποδοκιμασίας συντάχθηκαν, σχεδόν ομοθύμως, και πολλοί διανοούμενοι. Ο Κωστής  Παπαϊωάννου, σε κείμενό του που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Τα Νέα, κάνει λόγο για «θεμελιακή αστοχία υλικού στη σύνθεση της κυβέρνησης» και για «ακροδεξιό στίγμα που δεν μπορεί να σβήσει καμία δημοκρατική παντομίμα»[8]. Στην επίσημη ανακοίνωση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου υπάρχει αναφορά στο νομοσχέδιο για την εχθροπάθεια (hatespeech) που είχε εισαγάγει ο Χάρης Καστανίδης και θα συζητούσε το υπουργικό συμβούλιο αν δεν είχε αλλάξει η κυβέρνηση, τονίζοντας ότι αν είχε ψηφιστεί και τα τέσσερα στελέχη του ΛΑΟΣ που συμμετέχουν στην κυβέρνηση θα διώκονταν ποινικά. Συγκεκριμένα αναφέρεται: «Αυτό που υποτίθεται πως ποινικά έπρεπε να κολάζεται, πολιτικά επιβραβεύεται με τη συμμετοχή στην κυβέρνηση. […] Τέτοια συναίνεση να μας λείπει»[9].

Είναι απορίας άξιον, ωστόσο, πώς δεν είχε προκαλέσει το ίδιο σοκ στην Αριστερά η προϋπάρξασα συνύπαρξη αριστερών και ακροδεξιών στο κίνημα «Δεν πληρώνω», στην «εξέγερση» των Αγανακτισμένων το περασμένο καλοκαίρι στη πλατεία Συντάγματος ή στα επεισόδια των παρελάσεων για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, κατά την διάρκεια των οποίων μάλιστα ο ΣΥΡΙΖΑ είχε διαπιστώσει «παλλαϊκή έκρηξη».[10] Αλλά, για να παραφράσω τον Αντώνη Σαμαρά, φαίνεται ότι, εκτός από άθεους, στα χαρακώματα δεν υπάρχουν ούτε φασίστες.

Όμως, ο ηθικός στιγματισμός του ΛΑΟΣ εκ μέρους της αριστεράς αντικαθιστά τον ουσιαστικό πολιτικό αντίλογο επί συγκεκριμένων ζητημάτων. Η όποια πολιτική, επομένως, των στελεχών του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Παπαδήμου έχει κριθείa priori εφόσον τα ίδια έχουν απαξιωθεί με όρους ηθικολογίας. Δεν είναι τυχαία η αμηχανία που αισθάνονται όσοι έσπευσαν να απαξιώσουν τον Βορίδη άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του τώρα που δήλωσε ότι στηρίζει και αυτός (όπως και ο Σύριζα) τα αιτήματα των ταξιτζήδων. Και είναι λογικό. Τι μπορούν να πουν;  «Συμφωνούμε με τον τσεκουράτο φασίστα»; Σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις και με δεδομένες τις πολιτικές μετατοπίσεις στη δεξιά πολυκατοικία ένα πιθανό σενάριο είναι η συγκυβέρνηση ΝΔ-Δικτύου21 και ΛΑΟΣ. Τι θα κάνει η αριστερά στην περίπτωση που η ακροδεξιά ιδεολογία βρεθεί στην κυβέρνηση και η ηθική απαξίωση ως αντίβαρο δεν θα αρκεί; 

Η απλουστευτική αντιμετώπιση του ΛΑΟΣ λειτουργεί αποπροσανατολιστικά και γιατί υποτιμά τις μετατοπίσεις που συντελούνται τα τελευταία δυο χρόνια στη «δεξιά πολυκατοικία» κατά τον μέχρι πρόσφατα προσφιλή όρο του προέδρου του ΛΑΟΣ. Σήμερα είναι προφανές ότι η ακροδεξιά ιδεολογία δεν εντοπίζεται μόνο στον ΛΑΟΣ, αλλά και στη ΝΔ που επιχειρεί να διεμβολίσει από τα δεξιά τον εθνικοπατριωτικό χώρο με όλο και πιο συχνές αναφορές σε εχθρούς της Ελληνικότητας και των εθνικών παραδόσεων. Έχει ενδιαφέρον ως προς αυτό και πάλι υπό το πρίσμα των σημερινών εξελίξεων το κομμάτι στο βιβλίο του Ψαρρά που αναφέρεται στα τέλη της δεκαετίας του 1990, περίοδο κατά την οποία η ΝΔ επιχειρεί άνοιγμα στον μεσαίο χώρο με το οποίο ο Γιώργος Καρατζαφέρης, βουλευτής ακόμα της ΝΔ, διαφωνεί έντονα. Τότε, από το κανάλι του εκφράζει ανοιχτά την αντίθεσή του στην τακτική αυτή ενώ, παράλληλα, κλείνει το μάτι στο κοινό ώστε να τον ακολουθήσει στην ανεξάρτητη από τη ΝΔ πορεία του, που προσεκτικά ετοιμάζει. Έχοντας μάλιστα βρει στο πρόσωπο του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου έναν άτυπο σύμμαχο, απειλεί από το κανάλι του την ΝΔ με διάσπαση αν δεν προσχωρήσει στις θέσεις της ομάδας του:

"Η ομάδα που αποτελεί αυτή τη φωνή, αυτή τη συνείδηση, αυτή την κοινή περπατησιά θέλουμε απλά πράγματα. Πιο ψηλά την πατρίδα, πιο ψηλά τη θρησκεία. Αν το καταλάβουν αυτό μέσα στη ΝΔ θα περπατήσουμε μια χαρά. Αν κάποια στιγμή πρωταγωνιστήσουν άλλες βουλές, ε, τότε δεν θα μπορούμε να συμπλέουμε." (σελ. 93)

Από όταν έγιναν αυτές οι δηλώσεις δεν έχει περάσει ούτε δεκαετία.  Υπό το πρίσμα, λοιπόν, της σημερινής κατάστασης είναι εμφανές ότι η ρητορική και η στόχευση του ΛΑΟΣ εκείνης της εποχής έχουν μετατοπισθεί. Αντίθετα, τις απόψεις αυτές φαίνεται ότι ενστερνίζεται η σημερινή ηγετική ομάδα της ΝΔ.[11] Το κόμμα που φαίνεται να στρέφεται προς τον μεσαίο χώρο και να κινείται στη γραμμή αναζήτησης λύσεων σε υπαρκτά προβλήματα σήμερα είναι το ΛΑΟΣ. Αντίθετα, η ΝΔ είναι εκείνη που προσπαθεί να αντιγράψει την παραδοσιακή πολιτική ατζέντα του Καρατζαφέρη. Θαρρείς και έχει ανάγκη το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης τα εύσημα της εθνικοπατριωτικής Δεξιάς –και κυρίως των έξαλλων εκδοχών της. Μια γεύση της ιδεολογικής μετατόπισης της ΝΔ πήραμε από τις προγραμματικές δηλώσεις του Αντώνη Σαμαρά στην 76η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης:

"Η Ιστορία διδάσκεται στα παιδιά μας, χωρίς να καλλιεργεί ούτε την υπερηφάνεια για την πατρίδα τους ούτε την κριτική σκέψη. Σαν να διδάσκεται όχι σε Ελληνόπουλα, αλλά σε “μαθητευόμενους διεθνιστές” άλλων καιρών και άλλων καθεστώτων! Ακόμα, εξαφανίστηκαν ή υποβαθμίστηκαν από τα σχολικά βιβλία έλληνες στοχαστές: όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Κωστής Παλαμάς, ο Βιζυηνός, ο Παπαντωνίου, ο Θεοτοκάς, ολόκληρη η Γενιά του Τριάντα. […] Σαν ένα αόρατο χέρι να έσβησε κάθε αναφορά στην εθνική ιδιοπροσωπεία, στην εθνική παράδοση του τόπου αυτού. Σαν να μη θέλουμε τα παιδιά μας να νιώσουν την ελληνικότητα και να γίνουν μέτοχοι της πολιτιστικής μας παράδοσης. Τη στιγμή μάλιστα που όλοι οι άλλοι λαοί προχωρούν αντίστροφα: τη στιγμή που οι Βρετανοί ανακαλύπτουν τη “βρετανικότητα” και οι Ισπανοί την “ισπανικότητα”. Για να μη μιλήσουμε για Γερμανούς, Αυστριακούς, Δανούς, Σουηδούς και Ολλανδούς. Πάμε ανάποδα απ’ όλους τους άλλους. […] Αυτό θα το τελειώσω! Και το περιεχόμενο των διδακτικών βιβλίων –όλων των βιβλίων– θα αναθεωρηθεί από επιτροπές που θα λειτουργήσουν υπό την εποπτεία της Ακαδημίας Αθηνών."

Το παραπάνω είναι επίσημο κείμενο ακροδεξιάς ιδεολογίας. Σε ανάλογες ιδεολογικές εξομολογήσεις έχουν προβεί κι άλλα πολιτικά στελέχη του ευρύτερου χώρου της λεγόμενης πατριωτικής Δεξιάς που, σήμερα, στεγάζονται στις παρυφές της ηγετικής ομάδας της ΝΔ. Αξιομνημόνευτο είναι το απόσπασμα κειμένου, που έγραψε το 2009 ο σημερινός σύμβουλος του Αντώνη Σαμαρά, Φαήλος Κρανιδιώτης, υπό τον τίτλο «Το σπίτι μας», και θίγει ένα θέμα που, αν ίσχυε το κλισέ που αναπαράγει η Αριστερά, θα ανήκε αποκλειστικά (ή σχεδόν αποκλειστικά) στον Καρατζαφέρη, στον ΛΑΟΣ και στα στελέχη του. Το θέμα, όπως θα καταλάβετε, είναι η μετανάστευση. Αναφέρει ο Φαήλος Κρανιδιώτης:

"Η χώρα μας είναι το σπίτι μας. Ο λαός μας, το Έθνος μας είναι η οικογένειά μας. Στο σπίτι μας μπορούμε να φιλοξενήσουμε έναν ορισμένο αριθμό ανθρώπων, όσων μας επιτρέπουν οι δυνάμεις μας. Όταν χρειαστεί το κάνουμε. Από παράδοση φιλοξενίας, πολιτισμό, χριστιανικό πνεύμα, από τη φυσική συμπάθειά μας προς τον αδύνατο. Όμως δεν θα ριψοκινδυνέψουμε την ασφάλεια των παιδιών μας, δεν θα επιτρέψουμε στον φιλοξενούμενο ν' ανεβεί στο κρεβάτι μας, να μας αλλάξει συνήθειες, να φορέσει φερετζέ στις γυναίκες μας, δεν θα του επιτρέψουμε να θεωρήσει ότι μπορεί ν' ανάψει φωτιά μες το σαλόνι μας, δεν θα του επιτρέψουμε να μας ζητήσει και τα ρέστα."[12]

Την ώρα που η ΝΔ κάνει ιδεολογική προσπάθεια να διεκδικήσει από την ακροδεξιά εκλογική βάση ψηφοφόρους, ο ΛΑΟΣ κάνει σλάλομ προς τον λεγόμενο μεσαίο χώρο. Ευκαιριακή ή όχι, η μετατόπιση ενός κιτς κόμματος που έχει θεωρηθεί ακροδεξιό προς την περιοχή του παραδοσιακού κέντρου είναι βέβαιο ότι θα ανησυχήσει, αν μη τι άλλο, στελέχη της ΝΔ που απευθύνονται σε αυτό το κοινό. Θα δεχτούν τα στελέχη αυτά την υποκατάσταση της ιδεολογίας της ΝΔ, του κοινωνικού φιλελευθερισμού, όπως έστω στρεβλά, κατά καιρούς ερμηνεύεται ο συγκεκριμένος όρος από λογής παράγοντες στο κόμμα, από μια εθνοπατριωτική ρητορική που συγγενεύει με τον εθνολαικισμό; Όταν το ερώτημα απαντηθεί από τις εξελίξεις θα ξέρουμε αν η ΝΔ έχει διατηρήσει την συνοχή της – αλλά πάντως, είναι εξαιρετικά δύσκολο να το κάνει αν συνεχίσει να κυριαρχεί ο λόγος της Άκρας Δεξιάς, αυτός που έως πριν από λίγο καιρό κατείχε προνομιακά ο Καρατζαφέρης και από τον οποίο κάνει πλέον προσπάθεια να πάρει αποστάσεις.

Θα πείτε: Δεν τα καταφέρνει πάντοτε. Προφανώς. Διότι ο ακροδεξιός λόγος είναι, πρωτίστως, λόγος που συντίθεται από κλισέ για την πατρίδα, το έθνος, την εθνική υπεροχή, την ιστορία κ.λπ. Και ιδίως σε τέτοιου είδους κόμματα, η σχέση του πολιτικού προσωπικού τους με την ιδεολογική και πολιτική έκφραση γίνεται μόνο μέσα από εμπεδωμένα κλισέ, από συχνά επαναλαμβανόμενους κοινούς τόπους.



[1]Στις 29 Ιουνίου 2011, ο ΛΑΟΣ καταψήφισε στην ψηφοφορία για το Μεσοπρόθεσμο, μαζί με τη ΝΔ, το ΚΚΕ, το ΛΑΟΣ, τον ΣΥΡΙΖΑ και τον βουλευτή, έως τότε του ΠΑΣΟΚ, Π. Κουρουμπλή, που διαγράφτηκε. Η Δημοκρατική Συμμαχία είχε ψηφίσει παρών, ενώ υπέρ είχαν ψηφίσει οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και η Έλσα Παπαδημητρίου, βουλευτής της ΝΔ που εξαιτίας της επιλογής της διαγράφτηκε. Είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι, παρά την περικύκλωση της Βουλής από χιλιάδες διαδηλωτές που διεκδικούσαν μαχητικά, ορισμένοι και απειλώντας να ασκήσουν βία κατά βουλευτών, το Όχι, είχε διαφανεί ότι το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δύσκολα θα καταψηφιζόταν. Ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός και ο υπολογισμός ήταν, ανέκαθεν, στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ο Καρατζαφέρης. Αλλά, ταυτόχρονα, έστω και για κυνικά υπολογιστικούς λόγους, στα κρίσιμα, οι προσεγγίσεις του διακρίνονταν από ρεαλισμό.  
[2] Το σύνθημα της Μαρί Λεπέν είναι ταυτόσημο του οικείου στους Έλληνες μπααθικής έμπνευσης συνθήματος με το οποίο κολάκευσε το δικό του ακροατήριο ο Ανδρέας Παπανδρέου, «Η Ελλάδα στους Έλληνες».
[3] http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=64sCqnLkBE0

[4] Αν και δεν είναι του παρόντος, η Αριστερά σε γενικές γραμμές αδυνατεί να απεγκλωβιστεί από τις ιδεολογικές της αγκυλώσεις και την πίστη περί ηθικής υπεροχής λόγω ιδεολογίας – που συχνά συμπληρώνεται, ακόμα και σήμερα, με την επισήμανση του δίκιου που έχουν τα θύματα, επειδή στο παρελθόν οι αριστεροί είχαν διωχθεί από το μετεμφυλιακό δεξιό κράτος. Μ’ αυτό τον τρόπο, πάντως, η Αριστερά συνεχίζει να πορεύεται έναν αδιέξοδο δρόμο αυταρέσκειας και, ταυτόχρονα, εσωστρέφειας.

[5] «Τα λερωμένα, τ’ άπλυτα, τα παραξεπλυμένα», στα «Ενθέματα» της εφημ. Αυγή, 20/11/2011.
[6] «Πήραμε χαμπάρι;», στα «Ενθέματα» της εφημ. Αυγή, 20/11/2011.
[7] «Λεπτομέρειες (με νύχια γαμψά)», στα «Ενθέματα» της εφημ. Αυγή, 13/11/2011.
[8] Κωστής Παπαϊωάννου, «Η ακροδεξιά στο πλυντήριο», εφημ. Τα Νέα, 18/11/2011.
[9] «Ο ρατσισμός στο σαλόνι, ο ΛΑΟΣ στην εξουσία»: ανακοίνωση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, 14/11/2011, http://www.hlhr.gr/details.php?id=584
[10] Ανακοίνωση ΣΥΡΙΖΑ για τα επεισόδια της 28ης Οκτωβρίου, 29/10/2011.

[11] «Λίγες μέρες αφότου ανέλαβε τα καθήκοντά του ο νέος αναπληρωτής υπουργός Παιδείας, Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, διακήρυξε ότι πρώτο μέλημά του είναι η επαναφορά ως υποχρεωτικού του μαθήματος των Θρησκευτικών», σημείωνε η Ξένια Κουναλάκη στην εφημ. Καθημερινή («Ρόδα, τσάντα και Θρησκευτικά», 24/11/2011), η οποία, ενώ σημείωνε ότι ο κ. Αρβανιτόπουλος απευθύνεται  «στο εκλογικό ακροατήριο που αμφιταλαντεύεται μεταξύ ΝΔ και ΛΑΟΣ», στη συνέχεια γενίκευε θεωρώντας ότι η διακήρυξη αυτή «μαρτυρεί μια γενικότερη τάση λαϊκισμού και οπισθοδρόμησης της νέας κυβέρνησης, ειδικά σε κοινωνικά θέματα».  
[12] «Το σπίτι μας», του Φαήλου Κρανιδιώτη, πρωτοεμφανίστηκε δημοσιευμένο στις 25-7-2009, βλ. http://krisaion.pblogs.gr/2009/06/489972.html (τελευταία επίσκεψη: 26/11/2011).

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

πολύ ενδιαφέρον άρθρο.
law 4

http://www.metarithmisi.gr/imgAds/epikentro_1.gif

Αναγνώστες