Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Την ελευθερία αγαπώ. Η ελληνική κινηματογραφική κριτική και η αδυναμία κατανόησης μιας δικτατορίας

Του   Γιώργου Σιακαντάρη, ΝΕΑ
Η δεκαετία του 1980 στην Πολωνία δεν χαρακτηριζόταν μόνο από τη σύγκρουση του κινήματος της αντιπολίτευσης με το κομμουνιστικό καθεστώς, ούτε ακόμη από την ενθρόνιση του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β' και την καταλυτική επιρροή του στην ανάπτυξη του κινήματος για την ελευθερία. Υπήρξε και μια άλλη, λιγότερο γνωστή σύγκρουση. Αυτή την περίοδο στην Πολωνία τη θέληση για ελευθερία, ειδικά των νέων, αναπαρήγαγαν συγκροτήματα της ανεξάρτητης μουσικής σκηνής ροκ, πανκ και new wave. Αυτά τα συγκροτήματα δεν χώραγαν στα επίσημα μέσα ενημέρωσης, αντικατόπτριζαν όμως τα αισθήματα της κοινωνίας και κυρίως της νεολαίας. Το σάουντρακ της τελευταίας ταινίας του πολωνού σκηνοθέτη Αντρέι Βάιντα «Βαλέσα, η δύναμη της ελπίδας» αποτελείται από ροκ τραγούδια εκείνης της περιόδου. Ενα από αυτά, με το οποίο αρχίζει και ολοκληρώνεται η ταινία, περιέχει τον στίχο «την ελευθερία αγαπώ και καταλαβαίνω». Εκεί συμπυκνώνεται το νόημα της διαρκούς αναζήτησης του κοσμικού δισκοπότηρου της ελευθερίας, η κατοχή του οποίου μετατρέπει τους ανθρώπους σε ελεύθερα άτομα και τα ελεύθερα άτομα σε κοινωνίες ίσων αποτελεσμάτων. Στην αγάπη και την κατανόηση της ελευθερίας βρίσκεται το κρυφό νόημα της κοινωνίας που ξέρει ότι πρέπει είναι δημοκρατική αν θέλει να είναι φιλελεύθερη, και φιλελεύθερη αν θέλει να είναι δημοκρατική, ενώ ταυτόχρονα καταλαβαίνει ότι ούτε η δημοκρατία ούτε η ελευθερία ανασαίνουν εκεί όπου κυριαρχούν μεγάλες ανισότητες.
Αυτή η ταινία του Βάιντα, όπως και η προηγούμενή του για τη σφαγή των πολωνών αξιωματικών στο Κατίν, «θάφτηκε» από τους έλληνες κριτικούς κινηματογράφου ως «ιστορική αγιογραφία, τηλεοπτικής (γραμμικής και περιγραφικής) λογικής», «σαν ένα συγκαταβατικό παραμύθι με ηρωικούς καλούς και αδέξιους ολοκληρωτικούς» ή ως «ακαδημαϊκή» ταινία.

Δεν είμαι ειδικός στην κριτική του κινηματογράφου. Ως απλός θεατής, όμως, είδα κάτι πολύ διαφορετικό από μια γραμμική ή ακαδημαϊκή ταινία. Είδα την ιστορία ενός ανθρώπου που, παρά τις αδυναμίες του, τη μεταφυσική του πίστη, την άγνοιά του για βασικά δεδομένα της πολιτικής θεωρίας, την καχυποψία του για τους διανοούμενους, βροντοφώναξε με πάθος σε πολύ δύσκολους καιρούς «την ελευθερία αγαπώ και καταλαβαίνω».
Σε μια κοινωνία όπως η ελληνική που πολλοί, ιδίως νέοι, πιστεύουν ότι «η χούντα δεν τελείωσε το '73», η στάση των κριτικών κινηματογράφου δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Και όμως εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, θα έπρεπε να φθάσει το μήνυμα αυτής της ταινίας. Αυτοί που πιστεύουν ότι «έχουμε χούντα» θα έπρεπε να δουν την ταινία για να μάθουν τι σημαίνει χούντα. Στην ελληνική κοινωνία μπορεί να έχουμε διαφορές, και καλώς τις έχουμε, για το αν η δημοκρατία ταυτίζεται μόνο με τις ατομικές ελευθερίες ή οφείλει να στηρίζεται και στην κοινωνική δικαιοσύνη, για το αν η προτεραιότητα ανήκει στην ελεύθερη αγορά ή στο κοινωνικό κράτος, σ' ένα όμως θα μπορούσαν να συμφωνούν οι περισσότεροι: ότι η ειδοποιός διαφορά της δημοκρατίας από τη δικτατορία είναι ότι στη δημοκρατία, όπως έλεγε ο Πόπερ, «δεν χρειάζεται κανείς να καταφύγει στην αιματοχυσία για να αλλάξει την κυβέρνησή του». Ο αγώνας του Βαλέσα και του κινήματος της Αλληλεγγύης υπερέβη ακόμη και αυτό το αξίωμα. Διανοούμενοι και εργάτες της Αλληλεγγύης προσπάθησαν, σε συνθήκες ολοκληρωτισμού, να κινητοποιήσουν τους πολίτες, ώστε να ανατραπεί η δικτατορία χωρίς αιματοχυσία.  

Ο Βάιντα έκανε μια ταινία για το πώς τα κλειστά συστήματα ιδεών δεν αγαπούν και δεν κατανοούν την ελευθερία. Και όσοι δεν αγαπούν την ελευθερία δεν μπορούν να είναι παρά μόνο «αδέξιοι ολοκληρωτικοί». Ο Βάιντα δεν έκανε μια ακαδημαϊκή ταινία. Εκανε ένα έργο στο οποίο ξεχειλίζει το πάθος για την ελευθερία ως υπέρτατη ανθρώπινη αξία. Γιατί ο αγώνας για την ελευθερία είναι το πιο ορθολογικό πάθος, αυτό το πάθος που μέσα από τους δρόμους της κριτικής σκέψης εξανθρωπίζει τον άνθρωπο και διαλύει τους πολυάριθμους «εχθρούς της ελευθερίας» και του ανορθολογισμού.
Ο Βαλέσα δεν ήταν ό,τι με όρους δυτικών κοινωνιών θα περιγράφαμε ως προοδευτικό πολιτικό. Ετρεφε βαθιά καχυποψία για τους ανθρώπους του πνεύματος, όπως και εκείνοι για αυτόν. Ηταν βαθιά συντηρητικός, είχε όμως κάτι βαθιά προοδευτικό: διεκδικούσε με πάθος την ελευθερία.
Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες