Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Ρευστό τοπίο με τρεις κρίσιμους παράγοντες

Του Νίκου Μαραντζίδη, Καθημερινή
Το βράδυ της περασμένης Κυριακής θα μείνει χαραγμένο στη μνήμη μας για τις συναισθηματικές διακυμάνσεις που προκάλεσαν στα επιτελεία των κομμάτων τα exit polls. Η αρχική χαρά που ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα των εκπροσώπων του ΣΥΡΙΖΑ μετατράπηκε σε αμηχανία λίγες ώρες αργότερα, ενώ η ανησυχία που είχε κυριεύσει τα στελέχη του κυβερνητικού συνασπισμού εξελίχθηκε σε ανακούφιση. Η τελική έκβαση διαμόρφωσε μια σύνθετη εικόνα, που επιτρέπει διαφορετικές ερμηνείες, αλλά σε κάθε περίπτωση υποχρέωσε το κομματικό προσωπικό όλου του πολιτικού φάσματος να χαμηλώσει τους τόνους και να εκτονώσει την ένταση ενόψει της αναμέτρησης της δεύτερης Κυριακής. Το αποτέλεσμα δεν υπήρξε ούτε αμιγώς αυτοδιοικητικό ούτε αμιγώς πολιτικό. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί, από τη μια, πως μπορεί να αποτιμήσει την επιρροή των πολιτικών κομμάτων καταμετρώντας αποκλειστικά την επίδοση των ψηφοδελτίων που αυτά στήριξαν. Για παράδειγμα, οι συνδυασμοί που υποστηρίχθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ έλαβαν πανελλαδικά το 17,8%. Είναι προφανές πως αυτό το ποσοστό δεν εκφράζει τη δύναμη του κόμματος, που σε όλες τις μετρήσεις αποτυπώθηκε αρκετά υψηλότερα. Δεν πρέπει, όμως από την άλλη, να υποτιμήσουμε τις πολιτικές διαστάσεις του αποτελέσματος. Για παράδειγμα, η κατάρρευση της Ν.Δ. στην Αττική, η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να ενσωματώσει στα ψηφοδέλτιά του μεγάλο κομμάτι των εκ του ΠΑΣΟΚ προερχομένων ψηφοφόρων του ή η επιτυχία των υποψηφίων της Χ.Α. στην Αττική είναι πέραν πάσης αμφιβολίας δεδομένα που υπερβαίνουν τα τοπικά όρια.

Οι τρεις διαφορετικές κάλπες των δύο Κυριακών συνιστούν «αχαρτογράφητα ύδατα» για όλους. Κανείς δεν γνωρίζει αν και πώς θα επηρεάσει την κάλπη των ευρωεκλογών η πρώτη Κυριακή των περιφερειακών και δημοτικών εκλογών. Σύμφωνα με τις έρευνες γνώμης, εξάλλου, ένας μεγάλος αριθμός πολιτών έχει πλήρως διαχωρισμένες στο μυαλό του τις τρεις αυτές διαδικασίες, ενώ περίπου ένας στους τέσσερις θα ψηφίσει αύριο ό,τι είχε αποφασίσει να ψηφίσει από καιρό, ανεξαρτήτως πολιτικών συσχετισμών ή διλημμάτων.

Μια σειρά από ερωτήματα που σχετίζονται με τη συμμετοχή, την ηλικιακή και την ταξική σύνθεση του εκλογικού σώματος, καθώς και με τον τρόπο που τα παραπάνω θα επηρεάσουν την τελική έκβαση, πρέπει να περιμένουν το άνοιγμα της κάλπης για να απαντηθούν με ακρίβεια. Προς το παρόν, μπορούν να γίνουν μόνον κάποιες υποθέσεις.
1. Η συμμετοχή

Ενώ το κομματικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό αντιμετωπίζεται με έντονη απαξίωση από τους πολίτες, και παρότι είχαν εκφραστεί φόβοι για μεγάλη αποχή, εν τέλει η συμμετοχή στις εκλογές της πρώτης Κυριακής υπήρξε ικανοποιητική (60%) και κυμάνθηκε στα ίδια επίπεδα με τις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές του 2010. Σε αυτό συνέβαλε, βέβαια, και ο μεγάλος αριθμός συνδυασμών και υποψηφίων. Τι θα συμβεί, ωστόσο, τη δεύτερη Κυριακή, η οποία παραδοσιακά παρουσιάζει σημαντικά μειωμένη συμμετοχή (στις προηγούμενες περιφερειακές εκλογές, τη δεύτερη Κυριακή είχαν ψηφίσει περίπου ένα εκατομμύριο διακόσιες τριάντα χιλιάδες λιγότεροι πολίτες), κανείς δεν γνωρίζει. Είναι βέβαιο πως λόγω των ευρωεκλογών θα προσέλθουν στην κάλπη ψηφοφόροι, οι οποίοι υπό άλλες συνθήκες δεν θα προσέρχονταν, αλλά το πόσοι είναι αυτοί δεν είναι προβλέψιμο.
2. Η ηλικιακή τομή και η συμμετοχή

Ολες οι έρευνες γνώμης του προηγούμενου διαστήματος αναδεικνύουν την ηλικία ως έναν από τους πιο ισχυρούς παράγοντες εκλογικής διαφοροποίησης. Κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και ακόμη περισσότερο η Χρυσή Αυγή και το «Ποτάμι» παρουσιάζουν μεγαλύτερη επιρροή στους νέους ψηφοφόρους, ενώ, αντίθετα, η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ έχουν ισχυρή επιρροή στους ψηφοφόρους άνω των 50 και η εκλογική τους επιρροή περιορίζεται σημαντικά στους νεότερους. Το βάθος αυτής της τομής είναι εντυπωσιακό για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα των τελευταίων είκοσι χρόνων.

Στην ουσία, η ηλικιακή διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνει τον αντιφατικό τρόπο που βιώνεται η κρίση και τις διαφορετικές προσδοκίες εξόδου από αυτήν, ανάλογα την ηλικία. Από τη μια, οι μεγαλύτεροι και ιδιαίτερα οι συνταξιούχοι ή όσοι είναι κοντά στη σύνταξη, που έχουν σταθερά εισοδήματα και κάποια χρήματα στην άκρη, επιδιώκουν πρωτίστως τη σταθερότητα και αντιμετωπίζουν με ανασφάλεια και επιφύλαξη μια πιθανή διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη, οι νέοι, που αποτελούν τα μεγαλύτερα θύματα της κρίσης, χωρίς εργασία και οικονομικά αποθέματα, δείχνουν πως στην πλειοψηφία τους έχουν απομακρυνθεί από το κομματικό σύστημα που κυριάρχησε κατά τη μεταπολίτευση. Θα έλεγε κανείς πως διαμορφώνουν μια κοινωνική ψυχολογία «desperados», απελπισμένων δηλαδή, που εκφράζεται προς όλες τις πολιτικές κατευθύνσεις.

Είναι βέβαιο, λοιπόν, πως ο βαθμός της συμμετοχής των νέων θα επηρεάσει το τελικό αποτέλεσμα προς όφελος κάποιων κομμάτων και εις βάρος κάποιων άλλων, αλλά πόσοι εν τέλει από αυτούς τους νέους θα φτάσουν ώς το εκλογικό τμήμα; Η απάντηση είναι δύσκολο να δοθεί με ακρίβεια. Η εμπειρία μας λέει πως οι νέοι υπο-αντιπροσωπεύονται στην κάλπη, καθώς ο βαθμός ενδιαφέροντος που δείχνουν για την πολιτική και η κομματική ταύτιση, παράγοντες που κινητοποιούν τους ψηφοφόρους, είναι λιγότερο έντονα στις μικρότερες ηλικίες των ψηφοφόρων.

3. Η ταξική διαίρεση και η πολιτική πόλωση

Το 2012, η ταξική τομή είχε αποτυπωθεί έντονα στο αποτέλεσμα. Οι λαϊκές γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά είχαν εκτοξεύσει τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ προς τα πάνω. Αντίθετα, τα μεσαία και ανώτερα στρώματα στήριξαν περισσότερο τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ. Στις εκλογές της προηγούμενης Κυριακής, οι περιοχές «πέρα από το ποτάμι» έδωσαν ένα σημαντικό προβάδισμα στην κ. Δούρου, αλλά και πολύ σημαντικά ποσοστά στον υποψήφιο του ΚΚΕ κ. Παφίλη και στη Χρυσή Αυγή.

Η ταξική τομή συσχετίζεται με όλες τις εκδοχές του οργισμένου αντισυστημικού και αντιμνημονιακού ψηφοφόρου: από τις πλέον μετριοπαθείς ώς τις πλέον ριζοσπαστικές της άκρας Δεξιάς και άκρας Αριστεράς. Οι πιο φτωχοί πληθυσμοί, αυτοί που έχουν πληγεί εντονότερα από την κρίση και δεν τα βγάζουν πέρα είναι εκείνοι που είναι πιο οργισμένοι και αποφασισμένοι να καταψηφίσουν την κυβέρνηση.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η κοινωνική πόλωση θα μετατραπεί σε πολιτική πόλωση, οδηγώντας τους αντιμνημονιακούς ψηφοφόρους στην επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ για την Ευρωβουλή, αλλά και τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές. Με άλλα λόγια, το ζήτημα είναι πώς θα συμπεριφερθούν οι πολίτες που υποστήριξαν τα ψηφοδέλτια του ΚΚΕ, των ΑΝΕΛ, αλλά ακόμη και της Χρυσής Αυγής. Θα υποστείλουν τις διαφορές τους με τον ΣΥΡΙΖΑ έχοντας ως βασικό κριτήριο την αντιμνημονιακή συμπόρευση και τη διάθεση αποδοκιμασίας της κυβέρνησης; Αν συμβεί κάτι τέτοιο, ο ΣΥΡΙΖΑ θα αγγίξει ή και θα ξεπεράσει τα ποσοστά του 2012, αν όχι θα περιοριστεί σε χαμηλότερα επίπεδα.

Συμπερασματικά, η κρίση αντιπροσώπευσης και η απαξίωση του κομματικού συστήματος, σε συνδυασμό με τη δυσαρέσκεια των πολιτών για τη μακροχρόνια ύφεση, έχουν διαμορφώσει ένα ρευστό τοπίο, στο οποίο η αγανάκτηση και ο θυμός συμβαδίζουν με τον φόβο για το αύριο και τις συγκρατημένες προσδοκίες για το μέλλον. Το εκλογικό σώμα παρουσιάζει δύο ισχυρές διαιρέσεις, μία ηλικιακή και μία ταξική, που το διαπερνούν βαθιά. Πώς όλα αυτά θα αποτυπωθούν στην κάλπη είναι αβέβαιο. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως κανένα αποτέλεσμα δεν πρέπει να μας εκπλήξει.
Ο Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες