Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Ιβ Μενί: Ωρα για αλλαγή στην Ευρώπη


Από τον Θανάση Γιαλκέτση, Εφημερίδα των Συντκτών

Ο Ιβ Μενί είναι καθηγητής πολιτικής επιστήμης και έχει διδάξει σε πολλά πανεπιστήμια στην Ευρώπη (Παρίσι, Μαδρίτη, Ρώμη, Μπολόνια) και στην Αμερική. Από το 2002 ώς το 2009 διηύθυνε το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας. Το ακόλουθο κείμενό του δημοσιεύτηκε στην ιταλική περιοδική επιθεώρηση «Il Mulino»:
Οι προοπτικές της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν είναι ενθαρρυντικές. Δύο κολοσσιαία μειονεκτήματα αθροίζονται και ενισχύουν το ένα το άλλο. Ενα μειονέκτημα ουσίας, αφού όλοι διαφωνούν με όλους σε έναν αυξανόμενο αριθμό θεμάτων. Και ένα μειονέκτημα μέσων, αφού το πολιτικό-θεσμικό σύστημα είναι θωρακισμένο και δεν αφήνει χώρο σε όποιον θέλει να φέρει σε πέρας μια οποιαδήποτε πρωτοβουλία. Ηδη το 2003 είχα διαπιστώσει ότι η Ενωση φαινόταν να ξαναζωντανεύει μόνον όταν βρισκόταν στο χείλος της αβύσσου, παρατήρηση που σήμερα φαίνεται να επιβεβαιώνεται. Κατά τα φαινόμενα, λειτουργεί μόνον η υπηρεσία ελάχιστης κοινής διάσωσης, η οποία υλοποιεί πολύπλοκα τεχνάσματα, παρακάμπτοντας εν μέρει τις συνθήκες. Ο Αμερικανός πολιτειολόγος Ρόμπερτ Νταλ έχει περιγράψει τις σχέσεις μεταξύ της αγοράς και της πολιτικής ως σχέσεις ενός «δυστυχισμένου ζευγαριού». Η κρίση προμήθευσε ένα διαφωτιστικό παράδειγμα αυτής της αμφίσημης σχέσης, που χαρακτηρίζεται ουσιαστικά από την απίστευτη επικυριαρχία των αγορών, ακόμα και όταν η αποτυχία τους είναι σχεδόν ολική ή ίσως ακριβώς επειδή είναι ολική.
Οι αγορές κατόρθωσαν να μετατρέψουν σε δημόσιο χρέος τα πελώρια ιδιωτικά χρέη, υπαγορεύοντας τους όρους του διακανονισμού και ταυτόχρονα δυσκολεύοντας τους πυροσβέστες που έσπευσαν για να προσπαθήσουν να σβήσουν την πυρκαγιά. Η επιχείρηση παροχής βοήθειας είναι γεμάτη ελαττώματα: αφήνει άθικτα τα κουσούρια του συστήματος, την παραλυτική δυσκινησία του, τις ακαμψίες του, την έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης. Η γραφειοκρατική ρουτίνα των Βρυξελλών θα μπορούσε όμως να συνεχίζεται. Το παρατηρήσαμε στη διάρκεια της κρίσης: νέα κράτη προσχωρούν στην Ενωση παρά τα προβλήματά της, άλλα εντάσσονται στην ευρωζώνη.

Η ώθηση, όταν υπάρχει, δεν προέρχεται από την πολιτική, όπως θα ήταν ορθό στις δημοκρατικές κοινωνίες, αλλά από μη εκλεγμένες τεχνοκρατικές και γραφειοκρατικές δομές: την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και τα ανώτατα δικαστήρια των κρατών-μελών. Αυτό το σενάριο είναι γεμάτο αβεβαιότητες. Για δύο αντιτιθέμενους λόγους. Ο πρώτος εξαρτάται από τις αγορές, οι οποίες θα μπορούσαν να κουραστούν από μια τέτοια ανικανότητα δράσης και να ρίξουν ένα δυνητικά μοιραίο προειδοποιητικό πλήγμα. Στην περίπτωση μιας σοβαρής διεθνούς κρίσης, θα μπορούσαν και να καταληφθούν από πανικό και να συμπαρασύρουν στην πτώση το εύθραυστο σώμα της Ενωσης. Αυτό αναφορικά με το πρώτο στοιχείο του «δυστυχισμένου ζευγαριού».

Ενα πλήγμα διαφορετικού χαρακτήρα θα μπορούσε να προέλθει από το δεύτερο στοιχείο του ζευγαριού: την πολιτική ή καλύτερα τον λαό, που είναι όλο και περισσότερο απογοητευμένος και δυσαρεστημένος. Πολλές ενδείξεις συγκλίνουν στην προαναγγελία ενός σεισμού στις ευρωεκλογές: ενός μείγματος πολιτικής ανομίας και σφοδρών διαμαρτυριών που πιθανότατα θα κάνουν όλο το οικοδόμημα να τρέμει. Θα ήταν ωστόσο σοβαρό λάθος να περιοριστούμε στο να ελεεινολογούμε την άγνοια των απλών ανθρώπων, την τύφλωσή τους, την ανικανότητά τους να κατανοήσουν τα πολύπλοκα ζητήματα.

Οι από καθέδρας καταδίκες είναι άστοχες και κινδυνεύουν να γίνουν αντιπαραγωγικές, αν δεν συνοδεύονται από μια αφύπνιση των ευρωπαϊκών ελίτ. Αν τελικά προκαλούνταν αυτή η αφύπνιση και η Ευρώπη συνειδητοποιούσε ότι είναι ώρα να αλλάξει, τότε θα έπρεπε να ευχαριστήσουμε τους λαϊκιστές. Ακόμα και οι πιο πεισμένοι φεντεραλιστές οφείλουν να παραδεχτούν ότι η ομοσπονδιακή προοπτική στην Ευρώπη δεν προκαλεί ενθουσιασμούς, ίσως επειδή φαίνεται ανέφικτη ή ίσως επειδή δεν έχει εκλείψει η βαθιά πεποίθηση ότι το έθνος-κράτος παραμένει η βάση κάθε πολιτικής οργάνωσης. Σήμερα καμιά κυβέρνηση δεν υποστηρίζει την ομοσπονδιακή προοπτική.

Τα «ομοσπονδιακά» στοιχεία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, όπως η Επιτροπή των Βρυξελλών, έχουν γίνει ο προτιμώμενος στόχος όλων των επικρίσεων. Η ίδια η κοινή γνώμη ασκεί ριζική κριτική. Η ομοσπονδιακή προοπτική είναι ο εχθρός που πρέπει να καταπολεμηθεί, όχι μόνον επειδή θα καθιστούσε δυνατή μια μεγαλύτερη ολοκλήρωση, αλλά και επειδή θα αποδυνάμωνε σημαντικά το έθνος-κράτος. Αυτή τη στιγμή οι ελπίδες επιτυχίας του φεντεραλισμού τείνουν προς το μηδέν! Ωστόσο, η κατάσταση είναι λιγότερο απλή από όσο φαίνεται. Μέσα σε αυτό το κλίμα σχεδόν γενικευμένης εχθρότητας υλοποιείται, εν αγνοία όλων, ένα είδος τεχνοκρατικής ομοσπονδιοποίησης.

Σε αυτήν την κατεύθυνση τρεις πρόσφατες εξελίξεις είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες. Η υιοθέτηση του Συμφώνου Σταθερότητας, το οποίο προβλεπόταν ότι θα ισχύσει μετά την επικύρωση από μέρους 12 κρατών-μελών από τα 17 της ευρωζώνης, αντιπροσωπεύει μια πρωτόγνωρη ρήξη σε σχέση με τον κανόνα της ομοφωνίας που κυριαρχεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Είναι αλήθεια ότι πρόκειται για μια πρακτική που υιοθετείται συχνά σε διεθνές επίπεδο προκειμένου να ξεπεραστεί το εμπόδιο ενός γενικευμένου δικαιώματος βέτο.

Ταυτόχρονα όμως, αντιπροσωπεύει την αποδοχή του κανόνα που επέτρεψε στην αμερικανική συνομοσπονδία να γίνει ομοσπονδία. Ορισμένα κράτη δεν έχουν προσχωρήσει με μεγάλη προθυμία, αλλά η αναγκαιότητα να αντιμετωπιστεί η κρίση παραμέρισε τους δισταγμούς. Ο διαδικαστικός νεωτερισμός, που έγινε αποδεκτός υπό την πίεση της αναγκαιότητας, προορίζεται να παραμείνει μια εξαίρεση ή, αν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, θα μπορούσε να γίνει η αρχή μιας «επανάστασης»;

Και η υιοθέτηση των κανόνων που αφορούν την τραπεζική ένωση και την εποπτεία των τραπεζών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό «τεχνοκρατικό» βήμα στον δρόμο της ομοσπονδιοποίησης. Μια τρίτη απρόσμενη πρόοδος ξάφνιασε τους παρατηρητές: για πρώτη φορά ο βλοσυρός φύλακας του γερμανικού Συντάγματος, το Δικαστήριο της Καρλσρούης, ζήτησε την προδικαστική γνωμοδότηση του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου. Για να βγει με εύσχημο τρόπο από μια δύσκολη κατάσταση, σύμφωνοι… Αλλά ήδη το βήμα έγινε. Αυτές οι πρόοδοι, αδιανόητες πριν από την κρίση, είναι δίκοπο μαχαίρι, επειδή όχι μόνον δεν επιλύουν το ζήτημα της νομιμοποίησης, που αποτελεί σοβαρό κενό των ευρωπαϊκών πολιτικών, αλλά αναδεικνύουν το φλέγον ζήτημα της δημοκρατίας. Πράγματι, για την Ευρωπαϊκή Ενωση, το ζήτημα της δημοκρατίας αντιπροσωπεύει το κατεξοχήν πρόβλημα. Ολα τα άλλα ζητήματα εξαρτώνται από αυτό και η όξυνσή τους φανερώνει την απαράδεκτη κατάσταση στην οποία εγκλωβίζονται οι ευρωπαϊκές ελίτ, χωρίς ποτέ να προσπαθούν να βρουν και να προτείνουν μια λύση.

Οσο περισσότερο το ευρωπαϊκό σχέδιο αναπτύσσεται και, εκ των πραγμάτων, παρά την κρίση ή εξαιτίας της κρίσης, η ισχύς της Ευρώπης αυξάνεται σε βάρος των εθνικών θεσμών τόσο περισσότερο αυξάνεται και η απόκλιση ανάμεσα στον ευκταίο και τον εφικτό εκδημοκρατισμό. Οι φεντεραλιστές επιμένουν να λένε ότι μόνο μια ομοσπονδιακή συγκρότηση μπορεί να σώσει την Ευρώπη. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι μόνον το ομοσπονδιακό σχέδιο και οι βρετανικές ευρωσκεπτικιστικές θέσεις εμφανίζουν συνοχή σε διανοητικό και πρακτικό επίπεδο.

Ολες οι άλλες λύσεις αποκαλύπτονται υβριδικές και ελάχιστα εφαρμόσιμες. Οι ευρωεκλογές του Μαΐου 2014 θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια ευκαιρία για να κινητοποιηθούν οι ευρωπαϊκοί λαοί γύρω από ένα σχέδιο για το μέλλον, αλλά πιθανότατα θα είναι μια χαμένη ευκαιρία αν βγουν ενισχυμένοι οι αντιευρωπαίοι λαϊκιστές. Ισως η κατάκτηση της Ευρώπης θα μπορούσε να ξεκινήσει ακριβώς από αυτό το προειδοποιητικό πλήγμα. Υπό τον όρο όμως ότι θα πάρουν το μήνυμα οι ευρωπαϊκές ελίτ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες