Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Δεξιοί και «προοδευτικοί»: ένα επικίνδυνο αμάλγαμα

Συμβαίνει έτσι το παράδοξο να μην μπορεί να ξεχωρίσει τους φίλους του κ. Καμμένου από τους οπαδούς του κ. Τσίπρα

Του Νίκου Κ. Αλιβιζάτου*, Καθημερινή, 8.12.13

Τον τελευταίο καιρό, στον ευρύτερο κύκλο των νομικών και των δημοσιολόγων, οικοδομείται μια αναπάντεχη συμμαχία: ακραίοι και παραδοσιακοί δεξιοί συμπλέουν όλο και πιο ανοιχτά με «προοδευτικούς» ομοτέχνους, για να καταγγείλουν την κυβέρνηση και την πολιτική των Μνημονίων. Γι’ αυτούς, η χώρα δεν ζει απλώς υπό καθεστώς έκτακτης ανάγκης: με τις συνεχείς παραβιάσεις του Συντάγματος (πράξεις νομοθετικού περιεχομένου) και της κοινοβουλευτικής διαδικασίας (ψήφιση νόμων με ένα και μοναδικό άρθρο 350 σελίδων) βιώνει ένα «διαρκές πραξικόπημα», από το οποίο θα απαλλαγεί μόνο με μια ριζική ανατροπή. Χαρακτηρισμοί όπως «απολογητές της υποτέλειας» ή «συστημικοί συνταγματολόγοι» είναι από τους ηπιότερους που εκτοξεύουν εναντίον όσων διαφωνούν μαζί τους, ακόμη και σε επιστημονικές ημερίδες. Για κάποιον που δεν ξέρει πρόσωπα και πράγματα, συμβαίνει έτσι το παράδοξο να μην μπορεί να ξεχωρίσει τον χρυσαυγίτη από τον νεοκομμουνιστή και τους φίλους του κ. Καμμένου από τους οπαδούς του κ. Τσίπρα. Δεν θα υποστηρίξω βέβαια ότι, από το 2010, το Σύνταγμα εφαρμόζεται άψογα. Ούτε ότι η κυβέρνηση εξάντλησε πάντοτε όλα τα περιθώρια που διέθετε στις διαπραγματεύσεις της με την τρόικα. Μακριά από μένα, εξ άλλου, η υπεράσπιση της πολιτικής της κ. Μέρκελ και του ανάλγητα προκλητικού ύφους πολλών συνεργατών της. Θα προσπαθήσω, αντίθετα, να δείξω γιατί η σύγχυση που προκαλεί η «αντιμνημονιακή» σύμπλευση ακροδεξιών, δεξιών και «αριστερών» (συνήθως όψιμων) εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία. Κινδύνους που μόνον πολιτικά ανυποψίαστα και νομικά αφελή άτομα δικαιούνται να αγνοούν.
Κοινή αφετηρία των δημοσιολόγων του αντιμνημονιακού «μετώπου» είναι, βέβαια, η έννοια της εθνικής κυριαρχίας: από το Καστελλόριζο, υποστηρίζουν, η χώρα έχει εξανδραποδιστεί αφού, για το παραμικρό ζήτημα, η κυβέρνηση δεν μπορεί να αποφασίσει χωρίς προηγουμένως να συναινέσουν ΔΝΤ, Ε.Ε. και ΕΚΤ.
Εκ πρώτης όψεως, η διαπίστωση είναι ορθή. Ουδέποτε από την εποχή του σχεδίου Μάρσαλ –αν όχι και του διεθνούς οικονομικού ελέγχου του 1897– εκπρόσωποι των δανειστών μας είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα, με δικαίωμα βέτο όχι μόνον στα βασικά, αλλά και στις λεπτομέρειες. Η αντίρρησή μου δεν εντοπίζεται στην περιγραφή του γεγονότος, που είναι ακριβής, όσο στην ιδεαλιστική αντίληψη της εθνικής κυριαρχίας στην οποία αυτή στηρίζεται.
Γιατί οι νεοπαγείς αυτοί «πατριώτες» λησμονούν ότι η έννοια της εθνικής κυριαρχίας προϋποθέτει ένα διπλό πλάσμα: στην αρχή της ισότητας των κρατών-εθνών, είτε αυτά είναι μικρά και αδύναμα είτε μεγάλα και ισχυρά. Και στην αρχή της μη επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλου κράτους. Ομως ούτε η πρώτη ούτε και η δεύτερη ανταποκρίνονται σε πραγματικές καταστάσεις, αλλά ισχύουν μόνο στον ιδεατό κόσμο των αφηρημένων εννοιών. Ξεχνούν, με άλλα λόγια, ότι στις μέρες μας, «η εθνική μονάδα, κάθε εθνική μονάδα εντάσσεται ολοένα και πιο βαθιά μέσα σ’ αυτό το πλέγμα που ονομάζουμε κόσμο» (Δ. Ευρυγένης).
Πάνω απ’ όλα, εν τούτοις, διερωτάται κανείς πώς είναι δυνατό, ειδικά στην Ελλάδα του Ναβαρίνου και των «προστάτιδων» δυνάμεων, μορφωμένοι άνθρωποι να αναπολούν με αξιώσεις σοβαρότητας μια κυριαρχία που δεν είχαμε ποτέ. Πώς μπορούν να παραβλέπουν τους στενούς δεσμούς που από πολύ παλιά μας συνδέουν με την Ευρώπη, σε ένα διαρκές οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό πηγαινέλα. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, η Ελλάδα δεν περιόρισε την κυριαρχία της το 2010, όταν υπέγραψε το πρώτο Μνημόνιο, αλλά το 1979, όταν αποφάσισε να ενταχθεί στην τότε ΕΟΚ, και το 2001, όταν εγκατέλειψε, επίσης οικειοθελώς, το εθνικό νόμισμά της.
Κοντολογίς, μπορεί οι περιορισμοί που δεχόμαστε στην εθνική μας κυριαρχία να είναι δυσβάσταχτοι και δυστυχώς κάποτε εξευτελιστικοί. Αποτελούν εν τούτοις το τίμημα της συμμετοχής μας στην Ε.Ε. Αν δεν την επιθυμούμε, δεν έχουμε παρά να τραβήξουμε τον δικό μας δρόμο. Το θέλουμε;
Εξ ίσου ανιστορικό είναι και το άλλο αφετηριακό επιχείρημα της αντιμνημονιακής συμμαχίας: η απαξίωση της Μεταπολίτευσης.
Η «βελούδινη» μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία, το 1974-75, σήμανε για την Ελλάδα το πέρασμα στη θεσμική νεωτερικότητα. Ελευθερία, ισότητα και δημοκρατία αναγνωρίστηκαν πανηγυρικά ως θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος. Ποτέ άλλοτε στην Ελλάδα τόσο πολλοί δεν γεύθηκαν τα αγαθά μιας αξιοπρεπούς ζωής, απαλλαγμένης από το άγχος των διώξεων και της επιβίωσης.
Ωσπου η οικονομική κρίση του 2009 και τα Μνημόνια έθεσαν το αμείλικτο ερώτημα: μήπως η ευημερία της μεταπολιτευτικής τριακονταετίας ήταν εικονική, αφού με την πρώτη αναποδιά εξατμίστηκε;
Μετά το 2004, οι ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας της χώρας είναι μεγάλες. Κατώτερες των περιστάσεων, δεν προέβλεψαν την επερχόμενη θύελλα και, αφ’ ότου αυτή ξέσπασε, δεν μπόρεσαν να πάρουν τα κατάλληλα μέτρα για να περιορίσουν τις επιπτώσεις της. Οφείλοντας την άνοδό τους προπάντων στο οικογενειακό όνομα παρά στις ικανότητές τους, Κώστας Καραμανλής και Γιώργος Παπανδρέου ανέλαβαν την πρωθυπουργία το 2004 και το 2009, με ολέθριες επιδόσεις. Αν και αναλογεί στον καθένα διαφορετικό μερίδιο ευθύνης, φάνηκαν και οι δύο ανεπαρκείς. Και στάθηκαν μοιραίοι για τον τόπο.
Από την άλλη, θα ήταν άδικο να αποσιωπηθούν οι ευθύνες που βαρύνουν και άλλους παράγοντες της δημόσιας ζωής. Κάποτε, για παράδειγμα, θα πρέπει να γραφεί η ιστορία για το πόσο εύκολα οι Ελληνες δικαστές, ενδίδοντας σε έναν εύκολο εξισωτισμό, επεξέτειναν σε ευρύτατες κατηγορίες προσώπων, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού τους, παροχές και ευεργετήματα που ο νομοθέτης δεν είχε θεσπίσει γι’ αυτές. Για το πώς οι καθηγητές πανεπιστημίου συνδιαλέγονταν επί χρόνια με υποστηρικτές της ωμότερης βίας για να καταλάβουν και να διατηρήσουν πανεπιστημιακά αξιώματα. (Το σημερινό αδιέξοδο στο ΕΚΠΑ είναι απλώς η κορύφωση του δράματος.) Και για το πώς, μέσω των συνδικάτων, οι συντεχνίες, ειδικά του Δημοσίου, μπόρεσαν να εξασφαλίσουν αθέμιτα προνόμια για τα μέλη τους, κατορθώνοντας να συνδιοικούν μεγάλες δημόσιες επιχειρήσεις και υπηρεσίες.
Δεν φταίνε λοιπόν οι θεσμοί για τη χρεοκοπία. Φταίνε οι άνθρωποι, ο άκρατος κομματισμός και η διάχυτη ατομικιστική νοοτροπία του «δεν βαριέσαι».
Το να φορτώνονται λοιπόν στη Μεταπολίτευση ευθύνες που δεν της ανήκουν δεν είναι απλώς ιστορικό λάθος. Ισοδυναμεί με καταγγελία του κοινοβουλευτισμού και της δημοκρατίας και ανοίγει διάπλατα τον δρόμο σε εκκολαπτόμενους μεσσίες. Το θέλουμε;
* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Θα συμφωνήσω απόλυτα με τον κ. καθηγητή σε όλα σχεδόν τα σημεία του άρθρου του,και κυρίως όσον αφορά το θέμα της εθνικής κυριαρχίας ,που στο κάτω-κάτω της γραφής γιατί νάχομε αφού από το 21 και μετά είχαμε οσφυοκάμπτες ηγέτες και ανάλογες πολιτικές και λαό που εξαρτούσε τη ζωή του , κι'αυτή των παιδιών του, από τα κόμματα.Σκέφτομαι βεβαια, ότι για τον απλό πολίτη "εθνική κυριαρχία " σημαίνει το σπιτάκι Του,το χωράφι Του,το χωριό Του,που δεν θέλει να του τα πάρει καμμία τρόικα είτε με πλειστηριασμό είτε με φορολογία και δεν θα καταλάβει πως με το να ενταχθούμε στην ΕΟΚ και στην ΟΝΕ η ζωή του ,η περιουσία και το μέλλον των παιδιών του τινάχτηκαν στον αέρα ....
Εκείνο ,όμως ,που με προβληματίζει είναι ο τίτλος του άρθρου δηλ. πως μπορεί ο ανίδεος πολίτης να συγχέει πολιτικές και πρόσωπα ακροδεξιών,δεξιών και Συριζαίων. Εχουν καμμία σχέση μεταξύ τους αυτά τα 3 κόμματα ; και ποιά είναι αυτή ; Το παρελθόν του κάθε κόμματος
είναι γνωστό.
Πως ,λοιπόν οπρωτοεμφανιζόμενος ΣΥΡΙΖΑ που ουδέποτε κυβέρνησε,θα συγκριθεί με το γνωστό παρελθόν τou ΑΝΕΛ και άλλων ακροδεξιών κομμάτων Μήπως τη σύγχυση θα δημιουργήσει η αντίθεση όλων στην αντιμνημονιακή πολιτική ; αν αυτό και μόνο τους εξομοιώνει πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει ...μνημονιακός !!!! εκτός και αν πειστεί ο ανίδεος πολίτης να διαβάσει προσεκτικά το πρόγραμμα του κόμματος.και να ....ερευνήσει το παρελθόν του αλλοιώς ας ψηφίσει τους υπάρχοντες ταγούς μας.

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες