Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Η Ελλάδα ίσως γίνει η επόμενη Βαϊμάρη

Tου Αριστείδη Χατζή*The Financial Times, www.euro2day.gr/
Οι περισσότεροι Έλληνες παρακολουθούμε τα τρομαχτικά γεγονότα που εκτυλίσσονται σαν να βλέπουμε ποδοσφαιρικό αγώνα. Και κάνουμε στην άκρη καθώς οι πυλώνες της κοινωνίας μας καταρρέουν.  Από τις εκλογές το καλοκαίρι του 2012 και μετά, στην Ελλάδα βροντά η ηχώ της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Δεν υπήρξε αμφιβολία ότι η σύνθεση της ελληνικής βουλής ήταν η χειρότερη στη Σύγχρονη Ιστορία. Το κοινοβούλιο περιλαμβάνει σήμερα όλο τα φάσμα απολυταρχισμού: νεοναζιστές, σταλινιστές και μαοϊστές μαζί με ριζοσπαστικούς αριστερούς, λαϊκιστές δεξιούς και μια σειρά θιασώτες παρανοϊκών θεωριών συνωμοσίας. Παρ' όλα αυτά, επί έναν χρόνο και πλέον, η κατάσταση έμοιαζε τεχνητά ανεκτή. Η Ελλάδα έχει μια ισχυρή κυβέρνηση συνασπισμού, που προσπαθεί να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις, να μειώσει τις κρατικές δαπάνες και να αποκαταστήσει την οικονομία μας. Αλλά για τον πιο οξυδερκή παρατηρητή, οι αποτυχίες είναι περισσότερες από τις επιτυχίες. Πρώτον, οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις απέτυχαν ή δεν ξεκίνησαν ποτέ ουσιαστικά. Οι λίγες που πέτυχαν είναι εύθραυστες. Τα περισσότερα μέλη της κυβέρνησης φοβούνται το πολιτικό κόστος και δεν επιθυμούν να συγκρουστούν με τα διαπλεκόμενα συμφέροντα. Πολλές καίριες κυβερνητικές θέσεις τις καταλαμβάνουν ανεπαρκείς κομματικοί αχυράνθρωποι.


Παράλληλα, η αντιπολίτευση έχει σπάσει κάθε ρεκόρ δημαγωγίας και λαϊκισμού. Ο ισχυρός συνδυασμός από οικονομικό αναλφαβητισμό, τοπικισμό, ιδεοληψία και καιροσκοπία αποκλείει κάθε άλλη βιώσιμη εναλλακτική, πέρα από τη μέτρια σημερινή κυβέρνηση. Οπότε μέσα σε αυτό το περιβάλλον ύφεσης και απογοήτευσης, ο εξτρεμισμός ανθεί.

Η πολιτική βία δεν είναι κάτι νέο στην Ελλάδα. Η τρομοκρατία, οι διαδηλώσεις, οι βίαιες συγκρούσεις μεταξύ διαφόρων πολιτικών κομμάτων ή μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας αποτελούν κομμάτι της εθνικής ιστορίας από το 1974.

Όμως αυτήν τη φορά η Ελλάδα ξεπέρασε και τον χειρότερο εαυτό της. Οι Έλληνες ψηφοφόροι όχι μόνο εμπιστεύτηκαν σε ένα νεοναζιστικό κόμμα, τη Χρυσή Αυγή, σημαντική εκπροσώπηση στην ελληνική βουλή.

Εξέλεξαν ένα κόμμα του οποίου τα μέλη (περιλαμβανομένων των ηγετών) ούτε καν προσπάθησαν να μεταμφιεστούν σε ειρηνικούς ακροδεξιούς. Αντιθέτως, η Χρυσή Αυγή άρχισε να τραμπουκίζει τους πολιτικούς της αντιπάλους, αποκαλύπτοντας τα πραγματικά της χρώματα. Κι αυτό δεν τους πείραξε καθόλου. Τα ποσοστά αποδοχής στις δημοσκοπήσεις εκτινάχθηκαν, πλησιάζοντας το 15%.

Η επιτυχία εκείνη ήταν το αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Το κόμμα αυτοπαρουσιάστηκε ως κόμμα κατά του συστήματος. Οι εμφανίσεις στα μέσα ενημέρωσης κατέστησαν οικεία τα πρόσωπα των μελών του, εξομαλύνοντας τις απόψεις τους. Οι Αρχές ήταν πολύ χαλαρές μαζί τους: κάποιοι αξιωματούχοι ένιωθαν τελείως μπερδεμένοι στο πώς να αντιμετωπίσουν κοινοβουλευτικούς ταραξίες και άλλοι ένιωθαν κάποια ταύτιση.

Τα μέλη της Χρυσής Αυγής θεώρησαν ότι η πολιτική επιρροή τους προσφέρει ασυλία. Όμως οι βιαιότητές τους δεν ήταν εφικτό να γίνουν ανεκτές για πολύ.

Πέρασαν τη γραμμή όταν ένας από αυτούς σκότωσε αντιφασίστα ράπερ σε μια καφετέρια, μπροστά στους πελάτες και τους ολιγωρούντες αστυνομικούς.

Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν αποφασιστική και αδέξια. Ήταν αποφασιστική γιατί αποφάσισε να εφαρμόσει τον νόμο και να ασκήσει διώξεις στους ηγέτες, περιλαμβανομένων των βουλευτών. Ήταν αδέξια γιατί υπήρξαν πολλές δυσλειτουργίες στην εφαρμογή των βασικών αρχών του νόμου (διαδικασίες προσαγωγής, τεκμήριο αθωότητας, αδικαιολόγητες έρευνες). Και κατέστη εμφανές ότι αρκετοί υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι ήταν συμπαθούντες της Χρυσής Αυγής.

Σε κάθε περίπτωση, η ταχεία κυβερνητική αντίδραση και το κυνήγι μαγισσών που ακολούθησε έδειξαν ότι εκτόνωσαν την κατάσταση. Ακόμη και η ριζοσπαστική αντιπολίτευση έσπευσε να παραβλέψει τις νομικές λεπτομέρειες και να επικροτήσει.

Όμως τα ευχάριστα τελείωσαν την περασμένη Παρασκευή. Με ένα μαφιόζικο χτύπημα, δύο επαγγελματίες εκτελεστές σκότωσαν δύο μέλη της Χρυσής Αυγής μπροστά από τα γραφεία του κόμματος στην Αθήνα. Ήταν τρομοκρατική επίθεση, σε εκδίκηση για τη δολοφονία του ράπερ; Ή ήταν πραγματικά ένα χτύπημα της μαφίας, που δεν είχε καμία σχέση με την πολιτική;

Ο αναγνώστης αυτού του άρθρου που δεν μένει στην Ελλάδα θα πρέπει να έχει τρομοκρατηθεί μέχρι τώρα. Αυτά δεν είναι συνηθισμένα περιστατικά για μια ευρωπαϊκή δημοκρατία. Όμως, αν επισκεφθείτε την Ελλάδα, θα σας αποκοιμίσει η νηφαλιότητα των πολιτών. Οι περισσότεροι από εμάς παρακολουθούμε αυτά τα τρομαχτικά γεγονότα ως θεατές ποδοσφαιρικού αγώνα. Και κάνουμε στην άκρη την ώρα που οι πυλώνες της κοινωνίας μας ραγίζουν.

Για παράδειγμα, θα αναφερθώ σε μια περίπτωση που με χτυπάει στην καρδιά: Η αδικαιολόγητη προσπάθεια κάθετης μείωσης των δαπανών στην ανώτατη εκπαίδευση έχει προκαλέσει απεργίες που έβαλαν λουκέτο σε δύο κορυφαία πανεπιστήμια (εκ των οποίων εκείνο των Αθηνών, εργοδότη μου και αρχαιότερο και ηγετικό πανεπιστημιακό της Ελλάδας.) Η κατάσταση εκδηλώνεται εδώ και δύο μήνες. Το ακαδημαϊκό έτος δεν έχει καν ξεκινήσει ακόμη.

Το διοικητικό προσωπικό έχει κλείσει όλα τα κτίρια κι έχει απαγορεύσει κάθε δραστηριότητα - όχι μόνο διοικητική αλλά και ακαδημαϊκή. Οι εξετάσεις και τα μαθήματα έχουν ακυρωθεί, δεν επιτρέπεται στους καθηγητές να δουλέψουν στα γραφεία τους ή να συναντήσουν τους μαθητές τους. Ομάδες απεργών, ριζοσπαστών φοιτητών και «αφυπνισμένων» αριστερών πολιτών εποπτεύουν τις εγκαταστάσεις.

Οι φοιτητές είναι απελπισμένοι και τρομαγμένοι, όπως και τα περισσότερα μέλη των πρυτανειών. Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση και οι απεργοί είναι αποφασισμένοι να μην κάνουν πίσω. Η λέξη συμβιβασμός στα ελληνικά έχει υποτιμητική έννοια. Και ποιες είναι οι επιπτώσεις; Κανένας δεν νοιάζεται πραγματικά. Υπάρχουν άλλα, πιο σημαντικά γεγονότα στις βραδινές ειδήσεις: πολιτικές δολοφονίες.

*Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες