Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Η Δημοκρατία δεν εκδικείται, ούτε ειρωνεύεται

 Του Γιώργου Σιακντάρη, Athens Voice
Πριν λίγες μέρες ένας φίλος, μού ανέφερε μια ανάρτηση στο facebook κάποιου ανθρώπου συμπαθούντος τη ΔΗΜΑΡ, ο οποίος υπενθύμιζε την επέτειο της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου. Ο φίλος μου με ρώτησε αν η Δημοκρατική Αριστερά αναζητεί εκεί τα σύμβολά της. Η υπόθεση του Γρηγορόπουλου αλλά και οι υποθέσεις των Κωστάρη και Ρωμανού αναδεικνύουν την ανάγκη να συζητήσουμε ως κοινωνία, χωρίς οριζόντιους και απόλυτους ή ακόμη και προκατασκευασμένους διαχωρισμούς, το τι είναι δίκαιο. Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες που όλοι ζούμε, είτε τις αποδεχόμαστε είτε όχι, υπάρχουν τρεις γενικές ιδέες για το τι είναι δίκαιο. Η μια ιδέα θεωρεί ότι δίκαιο είναι αυτό που μεγιστοποιεί την ευημερία. Βεβαίως εδώ άλλοι εννοούν την ατομική και άλλοι την κοινοτική, αλλά ο πυρήνας της προτεραιότητας της ευημερίας ως καθοριστικού παράγοντα για την προσέγγιση της δικαιοσύνης είναι κοινός. Η δεύτερη ιδέα θεωρεί ότι δικαιοσύνη είναι ο σεβασμός της ελευθερίας και των ατομικών ή των κοινοτικών δικαιωμάτων, ενώ για την τρίτη ιδέα η δικαιοσύνη είναι συνυφασμένη με την ηθική ως ατομικό καθήκον, κάτι που είναι προϋπόθεση για ένα κοινό αγαθό βίο. Οποιαδήποτε εκδοχή και να αποδέχεται κάποιος, αυτές οι ιδέες είναι πολύτιμες για τη συγκρότηση κοινωνιών κοινωνικών συμβολαίων.

Η διαμάχη για τη δολοφονία Γρηγορόπουλου όπου όποιος επαναφέρει το θέμα χαρακτηρίζεται ως συριζαίος ή ως δημαρίτης που αναζητεί σύμβολα ή πάλι η αγανάκτηση για το αίτημα των Κωστάρη και Ρωμανού να παρακολουθήσουν τα πανεπιστημιακά τους μαθήματα -ποιος είναι αυτός ο ληστής που ενώ δεν αναγνωρίζει τους νόμους τούς επικαλείται για την «πάρτι» του- ή επίσης οι ειρωνείες του τύπου πώς αυτός ένας αναρχικός θα παρακολουθεί μαθήματα που αφορούν την καλύτερη οργάνωση του κόσμου των επιχειρήσεων, προδίδουν μόνο ένα πράγμα.
Στην ελληνική κοινωνία δεν έχουμε μάθει να συζητούμε για ιδέες που διαμορφώνουν κοινωνικά συμβόλαια. Γι’ αυτό και όσοι μιλούν «αριστερά» ή υπέρ της Αριστεράς νομίζουν ότι αυτή ταυτίζεται με την περιφρόνηση του νόμου και όσοι μιλούν «φιλελεύθερα» ή υπέρ του Φιλελευθερισμού πιστεύουν ότι αυτός αδιαφορεί για την αναδιανεμητική δικαιοσύνη και την λαϊκή κυριαρχία.
Στις περιπτώσεις των τριών έχουμε να κάνουμε με ατομικά δικαιώματα, η εφαρμογή των οποίων αποτελεί το θεμέλιο κάθε φιλελεύθερου κοινωνικού συμβολαίου. Στην περίπτωση του Γρηγορόπουλου οι φιλελεύθεροι ανακαλύπτουν προσπάθεια αναβίωσης αριστερών συμβόλων και αυτό το ειρωνεύονται. Χαρίζουν έτσι στον «εχθρό» τους την προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων, του χαρίζουν τα δικά τους σύμβολα. Στην περίπτωση πάλι των Κωστάρη – Ρωμανού οι «φιλελεύθεροι» επικαλούνται την ατομική στάση και τα πιστεύω των αιτούντων για να απορρίψουν το αίτημα τους. Παραβιάζουν έτσι τη θεμελιακή τους αρχή που δεν είναι άλλη από τον σεβασμό της ατομικής αυτοτέλειας. Δεν γνωρίζω τη νομική διάσταση του αιτήματος των δυο, αλλά αν θέλει να δει κανείς αυτό το αίτημα από φιλελεύθερη πλευρά, οφείλει να αναγνωρίσει ότι ένας νόμος που δεν επιτρέπει την ατομική ευζωία, είναι νόμος που πρέπει να αλλάξει, γιατί παραβιάζει το φιλελεύθερο κοινωνικό συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο τα ατομικά δικαιώματα έχουν προτεραιότητα.
Μα αν οι αιτούντες, αναρωτηθεί κάποιος, δεν σέβονται τα δικαιώματα στην ευημερία των άλλων, αν δεν αναγνωρίζουν το νόμο, ή μάλλον τον αναγνωρίζουν μόνο όταν αυτός τους συμφέρει; Αυτό βεβαίως είναι αρνητικό για τους αιτούντες, αλλά αδιάφορο για τη δημοκρατία. Αυτή δεν εκδικείται, ούτε ειρωνεύεται τα ατομικά δικαιώματα. Η δικαιοσύνη στις δημοκρατίες, είτε είναι αναδιανεμητική είτε όχι, δεν είναι ποτέ ανταποδοτική. Η δικαιοσύνη αφορά την ελευθερία των ατόμων, η οποία ελευθερία και τα οποία άτομα αποτελούν το θεμέλιο για την ορθή λειτουργία των κοινωνικών συνόλων. Η δικαιοσύνη δεν θέτει προϋποθέσεις σεβασμού και αποδοχής της για να λειτουργήσει. Αυτή, με τα λόγια του Καντ, διδάσκει όχι πως ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό, αλλά ότι αυτό που είναι ηθικό είναι και δίκαιο και κατά συνέπεια οφείλει να γίνει και νόμιμο. Τα αιτήματα των Κωστάρη – Ρωμανού δεν μπορούν να κριθούν από το πόσο ορθοί είναι αυτοί, αλλά από το πόσο είναι δίκαια αυτά καθαυτά. Και αν είναι, τότε οφείλουν να γίνουν και νόμιμα. Τόσο απλό.
Βεβαίως υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Είναι εκείνη η «Αριστερά» και οι αριστεροί σύμφωνα με τους οποίους ο νόμος αποτελεί το εργαλείο των ισχυρών για να καταπιέζουν και να εκμεταλλεύονται τους αδύναμους. Γελιούνται οικτρά. Γιατί η δολοφονία Γρηγορόπουλου, αλλά και τα κενά του νόμου στις άλλες δυο περιπτώσεις, δείχνουν ότι οι νόμοι και η τήρησή τους είναι το όπλο των αδυνάμων. Βεβαίως καθένας έχει δικαίωμα και οφείλει να αμφισβητεί τους νόμους, όταν τους θεωρεί άδικους, γιατί ο νόμος δεν είναι αυτεπάγγελτα δίκαιος ή ορθός. Ο άδικος νόμος ακυρώνεται με ένα δίκαιο νόμο και όχι με την ανομία. Ο νόμος στις δημοκρατίες ακυρώνεται με την προσφυγή του διαφωνούντος στη δικαιοσύνη. Η ανομία είναι το μεγάλο όπλο των ισχυρών και των πλουσίων και όχι των αδύναμων και των φτωχών.
Μα θα αναρωτηθεί ο «αριστερός» φίλος, έχουμε δημοκρατία; Αν ο διάλογος κινηθεί στο πλαίσιο, το οποίο προσπάθησα να θέσω, τότε εκεί δεν χωρούν απόψεις που πρεσβεύουν ότι δεν έχουμε δημοκρατία. Χωρούν όμως απόψεις οι οποίες πρεσβεύουν ότι η δημοκρατία μας δεν στηρίζεται σ’ ένα σταθερό κοινωνικό συμβόλαιο. Ένα συμβόλαιο που θα στηρίζεται στο τρίπτυχο: ενδιαφέρον για τα δημόσια αγαθά, ηθικά όρια στην αγορά, πάλη για μείωση των ανισοτήτων.
Αυτά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, έπρεπε να συζητούμε και όχι για το πώς θα «φάμε» ή θα «θεοποιήσουμε» τον Ρωμανό. Αλλά να τα συζητήσουμε στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στα πολιτικά κόμματα, στη Βουλή, στους συνδικαλιστικούς χώρους, στις ΜΚΟ, ακόμη και στα καφενεία, κύριε Ράμφο και κύριε Θεοδωράκη, και όχι στο facebook.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες