Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Γιατί κυριαρχεί ο νεοφιλελευθερισμός;

Του Γιώργου Σιακαντάρη, www.bookpress.gr
 Ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού
Κόλιν Κράουτς, Μτφρ. Α. Κιουπκιολής, Εκδόσεις Εκκρεμές 2014
Ο Colin Crouch (γεν. 1944) ξεκίνησε την ακαδημαϊκή καριέρα του ως Λέκτορας στο London School of Economics, ενώ μέχρι πρόσφατα ήταν καθηγητής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Διοίκησης στο Warwick Business School, όπου παραμένει ως Ομότιμος Καθηγητής. Στην Ελλάδα έγινε γνωστός με την μετάφραση ενός άλλου πολύ σημαντικού του έργου, τη Μεταδημοκρατία, που εκδόθηκε πάλι από τις εκδόσεις Εκκρεμές (μτφ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, 2006).
Στη Μεταδημοκρατία παρατηρούσε την απίσχναση του ρόλου του κράτους, την αφαίρεση βασικών κοινωνικών αρμοδιοτήτων του, την εξάρτηση και συμπόρευση του κράτους και των πολιτικών με τις μεγάλες εταιρείες. Η ακύρωση του λαϊκού και κοινωνικού στοιχείου, που συγκροτούσε τον πυρήνα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αποτελεί την ουσία της Μεταδημοκρατίας. Ο Νεοφιλελευθερισμός συνθέτει το σώμα των ιδεών πάνω στο οποίο στηρίζεται η νομιμοποίηση της Μεταδημοκρατίας.    
Το παρουσιαζόμενο βιβλίο πιάνει την σκυτάλη από το σημείο στο οποίο την είχε αφήσει ο συγγραφέας στη Μεταδημοκρατία. Εδώ αναλύεται το σώμα εκείνων των ιδεών οι οποίες τις τελευταίες δεκαετίες αποτελούν την κυρίαρχη πολιτική ορθοδοξία για ευρύτερες οικονομικές, πολιτικές, αλλά και διανοητικές δυνάμεις. Ο συγγραφέας αναδεικνύει τις παραδοξότητες της δήθεν καθαρής αγοράς, η οποία αποτελεί και τον ιδεότυπο του Νεοφιλελευθερισμού. Το μεγάλο παράδοξο όμως δεν είναι οι εσωτερικές αντιφάσεις της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, αλλά το γεγονός πως αυτή, παρά την αποτυχία της, εξακολουθεί να είναι κυρίαρχο δόγμα.

Όταν οι συνθήκες παραμέρισαν το κλασικό σοσιαλδημοκρατικό πρόταγμα, όταν δηλαδή μειώθηκε ο ρόλος του έθνους-κράτους, η δύναμη της εργατικής τάξης και η ισχύς των συνδικάτων, η Σοσιαλδημοκρατία έχασε τον κυρίαρχο ρόλο της. Σήμερα που ο κόσμος βγαίνει, στο βαθμό που βγαίνει, από τη χρηματοοικονομική κατάρρευση, το δόγμα που καθοδήγησε αυτή την εξέλιξη είναι πολιτικά ισχυρότερο παρά ποτέ.
Πώς εξηγείται αυτό; Ο Κράουτς ισχυρίζεται ότι ο Νεοφιλελευθερισμός ουσιαστικά δεν υποστηρίζει την προτεραιότητα των αγορών έναντι του κράτους, αλλά την επιβολή της εταιρείας-γίγαντα έναντι τόσο του κράτους όσο και των αγορών. Ο Νεοφιλελευθερισμός, αντίθετα απ' ό,τι παρουσιάζεται, δεν είναι ταγμένος υπέρ της ελεύθερης αγοράς, αλλά υπέρ των μεγάλων εταιρειών και του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου.
Ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς
Πώς όμως σήμερα παραμένει κυρίαρχος, ενώ οι βασικές αρχές του κατέρρευσαν; Ο συγγραφέας παραθέτει στοιχεία και αναλύσεις σύμφωνα με τις οποίες η συνέχιση της ιδεολογικής κυριαρχίας του Νεοφιλελευθερισμού οφείλεται στο ότι παρόλη την κατάρρευση των δυτικών οικονομιών, τα κράτη και η πολιτική(οι) δεν επέτρεψαν να καταρρεύσουν τα κοινωνικά και ταξικά στηρίγματα των νεοφιλελεύθερων ιδεών, δηλαδή οι μεγάλες εταιρείες και κυρίως οι τράπεζες. Η συνέχεια των πολιτικών του Νεοφιλελευθερισμού είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ αναγκαία για τη διατήρηση της ισχύος των μεγάλων εταιρειών και κυρίως των μεγάλων τραπεζών. Σ' αντίθεση με τα ταξικά στηρίγματα της Σοσιαλδημοκρατίας που εξασθένησαν στο δυτικό κόσμο, τα ταξικά στηρίγματα του Νεοφιλελευθερισμού εξακολουθούν να κατέχουν δεσπόζουσα θέση.
bail-us-out
   Απολυμμένος τραπεζικός υπάλληλος έξω από διασωθείσα τράπεζα.
   «Διασώστε κι εμάς», γράφει στο πανό του.
 
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο συγγραφέας, παρακολουθώντας την ιστορία γέννησης του Νεοφιλελευθερισμού, υποστηρίζει πως το κύριο αξίωμά του είναι ότι τα βέλτιστα αποτελέσματα γι' όλους –γι' άλλους περισσότερο και γι' άλλους λιγότερο– επιτυγχάνονται αν η ζήτηση και η προσφορά για αγαθά και υπηρεσίες αφεθούν ελεύθερες να προσαρμόζονται η μια στην άλλη μέσω του μηχανισμού των τιμών, χωρίς καμία κυβερνητική παρέμβαση. Γι' αυτό και ο Νεοφιλελευθερισμός είναι αντίθετος σε κάθε προστατευτική εργατική νομοθεσία, αλλά και ενάντια στις δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης για τους εργαζόμενους.
Όλα αυτά θα μπορούσαν, υπό μια προϋπόθεση, να είναι λειτουργικά και η περίφημη αύξηση του προϊόντος που προκύπτει από την απρόσκοπτη λειτουργία των αγορών θα μπορούσε να διαχέεται προς τα κάτω, έστω όχι με ίσο και δίκαιο τρόπο. Ο Κράουτς όμως τονίζει ότι τέτοια προϋπόθεση, που δεν είναι άλλη από την ελεύθερη χωρίς περιορισμούς αγορά, δεν υπάρχει. Γιατί ακόμη και σε συνθήκες ακραίου Νεοφιλελευθερισμού, χωρίς καμία κυβερνητική παρέμβαση η αγορά έχει τους δικούς της εσωτερικούς και εξωτερικούς περιορισμούς. Κατά τον Κράουτς στις συνθήκες του Νεο-φιλελευθερισμού υποφέρουν τόσο τα κράτη όσο και οι αγορές.
Ο συγγραφέας δεν είναι ένας επιδερμικός επικριτής του Νεοφιλελευθερισμού. Δεν διστάζει να αναγνωρίζει την πολύτιμη συμβολή των νεοφιλελεύθερων πρακτικών στην αποφυγή της κυριαρχίας των κυβερνήσεων επί των ατόμων, στη δημιουργία ευρύτερων επιλογών για τους πολίτες, στην αντιμετώπιση των προβλημάτων συγκεντρωτισμού. Εκεί όμως που αποτυγχάνει ο Νεοφιλελευθερισμός είναι στην κατανόηση των περιορισμών της ίδιας της αγοράς. Ενώ ο Νεοφιλελευθερισμός εκθέτει τις προϋποθέσεις των καθαρών αγορών, είναι ανήμπορος στο να κατανοήσει τις αποτυχίες των «καθαρών» αγορών, όπως είναι η αδυναμία της αγοράς να αντιμετωπίσει τους εξωτερικούς σ' αυτήν παράγοντες, τα προβλήματα που θέτει η ύπαρξη των δημόσιων αγαθών, οι φραγμοί που θέτουν οι συμμετέχοντες στις αγορές σ' όσους επιχειρούν να διεισδύσουν σ' αυτές, η άνιση πρόσβαση στην πληροφόρηση, οι συσσωρευμένες ανισότητες και πολλές άλλες τέτοιες παρενέργειες. Οι αγορές ακόμη και χωρίς καμία κυβερνητική παρέμβαση έχουν δικούς τους φραγμούς εισόδου και εξόδου. Οι αγορές χρειάζονται την κυβερνητική παρέμβαση για να μπορούν να υπερβαίνουν τους φραγμούς εισόδου-εξόδου τους οποίους θέτουν όσοι κυριαρχούν σ' αυτές έναντι όσων επιχειρούν να εισέλθουν.
Εξάλλου -όπως τονίζει ο Κράουτς- ο Νεοφιλελευθερισμός, με το πρόσχημα ότι κάποιες εταιρείες και τράπεζες είναι πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν (too-big-to-fail, όπως επικράτησε να λέγεται), ζητάει την κρατική παρέμβαση για να μη συμβεί αυτό. Αυτό είναι και το μεγάλο μάθημα που μας έδωσε η τελευταία κρίση. Εδώ έχουμε μια ιδεολογία σύμφωνα με την οποία το μείζον είναι να έχουμε αγορές εκεί που γίνεται λόγος για τα κέρδη των μετόχων και κράτη όπου προκύπτουν ζημιές για τους ίδιους μετόχους.
too-big-to-fail
Ο κυρίαρχος ρόλος των μετόχων των μεγάλων εταιρειών βρίσκεται στη βάση της πρόσφατης αλλά και των προηγούμενων χρηματοοικονομικών κρίσεων. Το μοντέλο του διευθυντικού καπιταλισμού αντικαταστάθηκε τις τελευταίες δεκαετίες από την άνοδο του μοντέλου της εταιρικής άλωσης των αγορών από τα συμφέροντα των μετόχων. Στην ουσία, ο σημερινός Νεοφιλελευθερισμός -όχι αυτός της σχολής του Σικάγου- ανταποκρίνεται στα συμφέροντα και τις απαιτήσεις των μετόχων και όχι των παραγωγών ή ακόμη και των ιδιοκτητών. Αυτός δεν εκπροσωπεί τις δήθεν ελεύθερες αγορές, αλλά την ανάδυση των αγορών παραγώγων και των προθεσμιακών τοποθετήσεων των πολύ πλουσίων.
Πρώτα οι μέτοχοι
Το μοντέλο των μετόχων εγκατέλειψε τον κυρίαρχο ρόλο της παραγωγής και της κατανάλωσης ως βάση για τον προσδιορισμό της οικονομικής ανάπτυξης. Στο μοντέλο της κατανάλωσης. οι αυξήσεις των μισθών, το κράτος πρόνοιας και η διαχείριση της ζήτησης από την κυβέρνηση θεωρούνταν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την εξασφάλιση της εμπιστοσύνης στη λειτουργία του νόμου της ζήτησης και προσφοράς. Εκεί οι τιμές των μετοχών αντικατόπτριζαν τις εμπορικές προοπτικές μιας εταιρείας και εμπεριείχαν σημαντικές πληροφορίες για τις προοπτικές της. Τα συμφέροντα των μετόχων αποτελούσαν το τελευταίο κριτήριο για τη διαμόρφωση της αξίας μιας εταιρείας. Σήμερα υπάρχει η πλήρης αντιστροφή όλων αυτών, αφού οι τιμές των μετοχών εξαρτώνται πρώτα από τα συμφέροντα των προσωρινών μετόχων και στη συνέχεια από την ίδια την παραγωγή.
Είναι εξαιρετικό το κεφάλαιο «Ιδιωτικοποιημένος Κεϊνσιανισμός», στο οποίο ο συγγραφέας περιγράφει τους μηχανισμούς διαμόρφωσης της διαρκούς εμπιστοσύνης στις δευτερογενείς αγορές, μέσω των οποίων κτίστηκε η χρηματοοικονομική φούσκα του 2008. Στο νεοφιλελεύθερο χρηματοοικονομικό μοντέλο κυρίαρχο ρόλο για τη διαμόρφωση των μετοχών παίζουν όχι τα θεμελιώδη μεγέθη των εταιρειών αλλά τα συμφέροντα των μετόχων όπως αυτά προωθούνται στις δευτερογενείς αγορές. Η δυνατότητα γρήγορης πώλησης και μεταπώλησης των μετοχών, κάτι που ανταμειβόταν με μπόνους για τα μεγαλοστελέχη των τραπεζών, καλλιεργούσε ένα ψεύτικο κλίμα εμπιστοσύνης. Ένα κλίμα που επέτρεπε την ανάμειξη στα παράγωγα πραγματικών οικονομικών αξιών με ανύπαρκτες παραγωγικές αξίες, οι οποίες μπορούσαν να πωλούνται και να μεταπωλούνται σε άτομα με μέτρια ή και με ανύπαρκτα εισοδήματα. Κάτι τέτοιο στηριζόταν μόνο στην πίστη στις κυριαρχία της ανόδου των μετοχών και όχι στην αξία των βασικών παραγωγικών συντελεστών των εταιριών.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και διδάκτωρ κοινωνιολογίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες