Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

Σύμβολο θεσμικής μνήμης και συνέχειας


Του Αντώνη Μανιτάκη, Καθημερινή

Ο Στεφάνου ενσάρκωσε με τρόπο παραδειγματικό για την εποχή του και την ελληνική δημόσια διοίκηση αυτό που πάντα της έλειπε και το έχει ανάγκη σήμερα όσο ποτέ: τη θεσμική μνήμη και την κρατική συνέχεια. Η ελληνική δημόσια διοίκηση δεν έχει, δυστυχώς, διοικητική συνέχεια και δεν έχει διοικητική συνέχεια γιατί δεν έχει θεσμική μνήμη, και δεν έχει θεσμική μνήμη διότι πρώτον, δεν λειτουργεί ούτε αντιμετωπίζεται από την πολιτική εξουσία ως θεματοφύλακας της διοικητικής παράδοσης και πρακτικής αλλά ούτε και του διοικητικού γίγνεσθαι. Δεύτερον, διότι ο εκάστοτε υπουργός, όταν αναλαμβάνει ένα υπουργείο είναι σαν να αρχίζει κάθε φορά από την αρχή, ράβοντας και ξηλώνοντας, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για το έργο των προκατόχων του καθώς και για τη γνώμη των γενικών διευθυντών και γενικά της Διοίκησης.

Είχα την τύχη, όταν ασκούσα καθήκοντα υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης, να έχω γενικό γραμματέα τον αλησμόνητο Δημήτρη Στεφάνου. Τον επέλεξα και τελικά κατάφερα να τον επιβάλω στη θέση αυτή, πέρα και ανεξάρτητα από τη θλιβερή κομματική διανομή των κυβερνητικών θέσεων της τρικομματικής 4-2-1. Γνώριζα φυσικά τις σπάνιες ικανότητές του από τη θητεία του σε προηγούμενα κυβερνητικά πόστα, από την εποχή που εργαζόταν στο νομικό γραφείο του πρωθυπουργού Κ. Σημίτη υπό τη διεύθυνση του αείμνηστου Γ. Παπαδημητρίου και αργότερα ως γ.γ. του ίδιου υπουργείου επί Ραγκούση. Τίμησε όσο λίγοι τα αξιώματα που ανέλαβε.
Υπηρέτησε το κράτος και τη δημόσια διοίκηση με σεμνότητα και διακριτικότητα, με απαράμιλλη εργατικότητα, κυρίως όμως με μεθοδικότητα, σύστημα, σχέδιο και αποτελεσματικότητα. Κάτι που λείπει δυστυχώς από τους εκάστοτε κυβερνώντες, που αποφασίζουν, κατά κανόνα, συγκυριακά, ευκαιριακά και αποσπασματικά, με κριτήριο την επικοινωνιακή απήχηση της απόφασής τους.

Οσοι είχαμε την ευκαιρία να συνεργαστούμε μαζί του και να ευνοηθούμε από την προσφορά του, του οφείλουμε ευγνωμοσύνη. Αλλά και η δημόσια διοίκηση του οφείλει, διότι ευεργετήθηκε και αυτή από το δημιουργικό πέρασμά του. To ίδιο και η περιπόθητη αλλά δεινοπαθούσα Διοικητική Μεταρρύθμιση, την οποία σφράγισε με αθόρυβα και ανεξίτηλα μεταρρυθμιστικά αποτυπώματα. Θα προσπαθήσω να καταγράψω τα πιο σημαντικά από αυτά που έζησα.

Ο Στεφάνου ενσάρκωσε με τρόπο παραδειγματικό για την εποχή του και την ελληνική δημόσια διοίκηση αυτό που πάντα της έλειπε και το έχει ανάγκη σήμερα όσο ποτέ: τη θεσμική μνήμη και την κρατική συνέχεια. Η ελληνική δημόσια διοίκηση δεν έχει, δυστυχώς, διοικητική συνέχεια και δεν έχει διοικητική συνέχεια γιατί δεν έχει θεσμική μνήμη, και δεν έχει θεσμική μνήμη διότι πρώτον, δεν λειτουργεί ούτε αντιμετωπίζεται από την πολιτική εξουσία ως θεματοφύλακας της διοικητικής παράδοσης και πρακτικής αλλά ούτε και του διοικητικού γίγνεσθαι. Δεύτερον, διότι ο εκάστοτε υπουργός, όταν αναλαμβάνει ένα υπουργείο είναι σαν να αρχίζει κάθε φορά από την αρχή, ράβοντας και ξηλώνοντας, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για το έργο των προκατόχων του καθώς και για τη γνώμη των γενικών διευθυντών και γενικά της Διοίκησης. Η τελευταία είναι, ωστόσο, η μόνη που γνωρίζει και μπορεί να θυμάται ζωντανά και άμεσα τι έγινε και τι δεν έγινε. Ο Δημήτρης, έχοντας θητεύσει για χρόνια ως γενικός γραμματέας στο ίδιο υπουργείο, υπηρέτησε με την ίδια πίστη και συνέπεια διαφορετικές κυβερνητικές πολιτικές, καθώς και υπουργούς με διαφορετική πολιτική φιλοσοφία, όπως τον Ραγκούση, εμένα και τον Μητσοτάκη. Εγινε έτσι στην πράξη φορέας κρατικής συνέχειας και θεσμικής μνήμης.

Το δεύτερο αποτύπωμα του Στεφάνου χαράχτηκε στην ιδιότητα του ανώτατου δημόσιου λειτουργού. Αποτέλεσε υπόδειγμα δημόσιου λειτουργού, που είναι αφοσιωμένος στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και στη δημόσια αποστολή του υπουργείου, πέρα και ανεξάρτητα από τις προσωπικές του πολιτικές επιλογές και την κομματική προέλευση του υπουργού του. Ενεργώντας εις εκτέλεση της κυβερνητικής πολιτικής και των εντολών τής δημοκρατικά νομιμοποιημένης πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου, έμενε πιστός στον εκάστοτε υπουργό. Ηξερε όμως οργανώνοντας και διεκπεραιώνοντας την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, να λειτουργεί ταυτόχρονα ως ιμάντας αρμονικής επικοινωνίας της πολιτικής εξουσίας με τη Διοίκηση.

Το τρίτο, τέλος, αποτύπωμα της θεσμικής προσφοράς του, συγγενές με το προηγούμενο, έχει να κάνει με το πρότυπο του γενικού γραμματέα ή και του γενικού διευθυντή που ενσάρκωσε. Είχε τη σπάνια ικανότητα να μπορεί να διαμορφώνει σε αγαστή συνεργασία με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου τη δημοσία πολιτική που χρειάζεται στη συγκεκριμένη συγκυρία το ίδιο το υπουργείο και κατ’ επέκτασιν η κυβέρνηση. Παράλληλα όμως με αυτήν -την ούτως ή άλλως δυσεύρετη ικανότητα διαμόρφωσης δημόσιας πολιτικής (policy making)- ήξερε να φροντίζει και για την αποτελεσματική και έγκαιρη εφαρμογή και εκτέλεσή της, κινητοποιώντας άμεσα και αποφασιστικά τόσο τη διοίκηση όσο και τους άμεσους συνεργάτες του, μετακλητούς και μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους, που ο ίδιος επέλεγε και οι οποίοι εργάζονταν εξοντωτικά, χωρίς ωράριο, για την επίτευξη των στρατηγικών στόχων του υπουργείου.

Δικό του δημιούργημα ήταν η επιτυχημένη, μέσα σε οκτώ μήνες, πρώτη φάση της κινητικότητας, 2.000 περίπου δημοσίων υπαλλήλων με αντικειμενικά κριτήρια από θέσεις πλεονάζουσες σε θέσεις που είχε διαπιστωθεί ότι υπήρχαν ανάγκες. Αυτός διηύθυνε και ολοκλήρωσε, σε διάστημα έξι μόνον μηνών, την πρωτοφανή για τη δημόσια διοίκηση διαδικασία της αξιολόγησης των δομών των υπηρεσιών όλων των υπουργείων από επιτροπές δημοσίων υπαλλήλων με τεκμηριωμένες εκθέσεις αξιολόγησης. Αυτός προετοίμασε τις επίπονες αλλά πετυχημένες διαπραγματεύσεις με την τρόικα τον Οκτώβριο του 1012 και τον Μάρτιο/Απρίλιο του 2013, που έκαναν αποδεκτό ένα συνολικό σχέδιο ριζικής αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών όλων των υπουργείων και όλων των δημόσιων οργανισμών ύστερα από αξιολόγηση δομών και ουσιαστική αποτίμηση προσόντων του προσωπικού. Ενα σχέδιο για μια διοίκηση, ευέλικτη, αποδοτική και αποτελεσματική που έμεινε, δυστυχώς, στη μέση, ανολοκλήρωτο.

H ελληνική δημόσια διοίκηση έχει άμεσα ανάγκη από τέτοιου είδους ανώτατους δημόσιους λειτουργούς, ικανούς να διαμορφώνουν και εκτελούν με τόλμη και φαντασία δημόσιες πολιτικές, πιστούς στην εκτέλεση της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής, ταπεινοί υπηρέτες του δημοσίου συμφέροντος και φύλακες της θεσμικής μνήμης και κρατικής συνέχειας, πέρα από κόμματα και ανεξάρτητα από τις προσωπικές πολιτικές τους αντιλήψεις.

Αυτά σκεπτόμουν πριν από λίγες μέρες όταν αποχαιρετούσα σιωπηρά τον Δημήτρη για τελευταία φορά. Τον είχα ορκίσει πριν από 20 περίπου χρόνια στη Θεσσαλονίκη, ως κοσμήτορας, πτυχιούχο Νομικής. Στο υπουργείο τον συνάντησα και συνεργάστηκα μαζί του ως μαθητευόμενός του. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ικανοποίηση που μπορεί να νιώσει ένας δάσκαλος: να διδαχθεί από τον μαθητή του.

* Ο κ. Αντώνης Μανιτάκης είναι πρώην υπουργός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες