Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Τσβετάν Τοντορόφ: Η δημιουργία υπό διωγμόν

Από τον Θανάση Γιαλκέτση, Εφημερίδα των Συντακτών
  Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα ομιλίας που εκφώνησε ο Τσβετάν Τοντορόφ τον Ιούλιο του 2013 στο Μιλάνο, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του πολιτιστικού φεστιβάλ Milanesiana.
Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, που εξαπλώθηκαν στην Ευρώπη στη διάρκεια του 20ού αιώνα, εμπόδιζαν τους λαούς τους να αναζητούν από μόνοι τους την αλήθεια· την αλήθεια τη σχετική με την κοινωνία στην οποία ζούσαν, την αλήθεια που κρύβεται στον εσωτερικό κόσμο του καθένα ή ακόμη και εκείνη που αφορά τον περιβάλλοντα φυσικό κόσμο. Στη θέση της ελεύθερης και αυτόνομης αναζήτησης της αλήθειας, επικρατούσε η πειθήνια υποταγή στις εντολές του κόμματος που βρισκόταν στην εξουσία. Θύματα ενός τέτοιου καταπιεστικού συστήματος, οι καλλιτέχνες και οι συγγραφείς υπήκοοι των ολοκληρωτικών κρατών υποχρεώνονταν να επιλέξουν μεταξύ διαφορετικών τρόπων συμπεριφοράς. Ορισμένοι υιοθέτησαν το επίσημο δόγμα, σαν αυτό να αντιστοιχούσε στις βαθύτερες πεποιθήσεις τους στα θέματα της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Αλλοι επέλεξαν τη σιωπή, δηλαδή αρνήθηκαν οποιονδήποτε τύπο ελεύθερης έκφρασης. Αλλοι ακόμα επέλεξαν την εξορία. Τέλος, μια σχετικά ολιγάριθμη ομάδα συγγραφέων και καλλιτεχνών προσπάθησε να βαδίσει σε έναν διαφορετικό δρόμο, εκείνον που έγκειται στο να ζει μια διπλή ζωή: μια δημόσια ύπαρξη που να εναρμονίζεται με τις επίσημες υποχρεώσεις και μιαν άλλη εντελώς ιδιωτική, κρυφή, αφιερωμένη στην παραγωγή ενός έργου απελευθερωμένου από κάθε εξωτερική εξάρτηση.


Υπάρχουν τρία γνωστά σοβιετικά μυθιστορήματα που γράφτηκαν σε αυτές τις συνθήκες: «Ο μετρ και η Μαργαρίτα» του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, «Δόκτωρ Ζιβάγκο» του Μπορίς Παστερνάκ, «Ζωή και πεπρωμένο» του Βασίλι Γκρόσμαν. Και οι τρεις αυτοί συγγραφείς αποδέχονται την πιθανότητα να απαγορευτεί η δημοσίευση του έργου τους ή να τιμωρηθούν για την τόλμη που έδειξαν αφιερώνοντας σ’ αυτό τη ζωή τους. Ο Μπουλγκάκοφ συλλαμβάνει την ιδέα του μυθιστορήματός του γύρω στο 1928. Γράφει μια πρώτη αποσπασματική εκδοχή και τη διαβάζει αμέσως σε μια ομάδα φίλων –μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με έναν στατιστικό νόμο της ΕΣΣΔ, είναι παρών τουλάχιστον ένας χαφιές. Και πράγματι, την ίδια χρονιά (το 1928), μια λεπτομερής αναφορά για τις αντιδράσεις των ακροατών στην ανάγνωση του Μπουλγκάκοφ φτάνει στα γραφεία της πολιτικής αστυνομίας.

Οι παρόντες είχαν αντιληφθεί αμέσως ότι το βιβλίο δεν μπορεί να δημοσιευτεί σε αυτή τη μορφή και ότι οι επιθέσεις εναντίον της σοβιετικής κοινωνίας που περιέχονταν σε αυτό ήταν πολύ σκληρές. Ο Μπουλγκάκοφ συνεχίζει να διορθώνει το μυθιστόρημα μέχρι τον θάνατό του, το 1940. Είκοσι έξι χρόνια αργότερα, στα 1966-1967, οι ελπίδες του θα υλοποιηθούν. Η χήρα του κατορθώνει να υπερνικήσει τις αντιστάσεις και να εκδώσει το μυθιστόρημα «Ο μετρ και η Μαργαρίτα», έστω με κάποιες περικοπές, στην ίδια τη Σοβιετική Ενωση. Το βιβλίο είναι τόσο αντίθετο με όλες τις επίσημες δημοσιεύσεις ώστε το αποτέλεσμα είναι εκρηκτικό. Γράφοντας μυστικά, χωρίς να αποβλέπει στην άμεση δημοσίευση, ο συγγραφέας δημιούργησε ένα έργο πιο αληθινό από όλα τα έργα των ομοτέχνων του.

Ο Παστερνάκ ονειρεύεται να γράψει ένα πεζογράφημα αφιερωμένο στην ιστορία της γενιάς του, της γενιάς των χρόνων πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά μόνον την επαύριον της νίκης επί του ναζισμού και της συνειδητοποίησης ότι αυτός ο θρίαμβος δεν έφερε καμιά βελτίωση στις συνθήκες ζωής του σοβιετικού πληθυσμού, ενεργοποιείται για την υλοποίηση του αγαπημένου σχεδίου του.

Περισσότερο και από τον Μπουλγκάκοφ, για τη μοίρα του οποίου δεν έπαψε να σκέφτεται, έχει επίγνωση ότι πρέπει να επιλέξει μεταξύ δύο στόχων: να αναζητήσει την αλήθεια σε πλήρη μοναξιά ή να επιδιώξει να συναντήσει το κοινό του καιρού του. «Οφείλω να απαρνηθώ ένα μέρος της ταυτότητάς μου, αν θέλω να πραγματοποιήσω κάτι αυθεντικό», γράφει στην πρώην σύζυγό του, κάνοντάς την να καταλάβει ότι αν θέλει να αισθανθεί ελεύθερος πρέπει να πληρώσει αυτό το τίμημα. Και προσθέτει: «Για πρώτη φορά στη ζωή μου θέλω να γράψω κάτι αληθινό», πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να το κρατήσει κρυφό. Είναι μια απόφαση που φέρνει στον Παστερνάκ μια κατάσταση μακαριότητας, η οποία διήρκεσε δέκα χρόνια, από το 1945 ώς το 1955, τη δεκαετία δηλαδή της συγγραφής του μυθιστορήματος. Αφότου απαρνήθηκε τη δημόσια προσωπικότητά του, ο Παστερνάκ έχει την αίσθηση ότι ταυτίζεται πλήρως με τον εαυτό του, ότι γνωρίζει πού βρίσκεται η αλήθεια και ποιον ρόλο τού επιφυλάσσει το πεπρωμένο.

Ο θάνατος του Στάλιν, το 1953, η άτολμη διαδικασία αποσταλινοποίησης που εγκαινίασε ο Χρουστσόφ κλονίζουν λίγο την απόφασή του, αλλά όχι ώς το σημείο να τον κάνουν να εγκαταλείψει το εγχείρημα. «Το μυθιστόρημά μου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό έτσι όπως είναι τώρα», γράφει σε ένα φίλο. Και προσθέτει: «Κι ωστόσο πρέπει να τυπωθεί έτσι όπως είναι: απαράδεκτο». Γνωρίζουμε τι ακολούθησε. Το κλίμα του «λιωσίματος των πάγων» τον έκανε να νομίσει ότι η δημοσίευση έγινε κατά κάποιον τρόπο εφικτή και στέλνει το χειρόγραφο σε ένα περιοδικό, ενώ ο Ιταλός ανταποκριτής της εφημερίδας Unità στη Μόσχα, ο Σέρτζιο ντ’ Αντζελο, τον πείθει να του δώσει ένα αντίγραφο. Το σοβιετικό περιοδικό αρνείται τη δημοσίευση και ο Παστερνάκ οφείλει να υποταγεί στο προφανές: η κριτική στο επίσημο δόγμα είναι απαράδεκτη και η απαγόρευση θα διαρκεί όσο θα διαρκεί και η δικτατορία του προλεταριάτου που επιβλήθηκε από τον κομμουνισμό. Στο μεταξύ ο Ντ’ Αντζελο έχει στείλει το χειρόγραφο στον Φελτρινέλι, ο οποίος το δημοσιεύει στα ιταλικά το 1957. Και την επόμενη χρονιά ο συγγραφέας παίρνει το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. […]

Ο Γκρόσμαν αποφάσισε να αφηγηθεί την εποποιία του Στάλινγκραντ και του πολέμου που διεξήγαγαν οι Σοβιετικοί εναντίον του γερμανικού στρατού την ίδια τη στιγμή που γίνονταν οι μάχες, τις οποίες παρακολουθεί από κοντά με την ιδιότητα του πολεμικού ανταποκριτή. Αρχίζει να εργάζεται ήδη από το 1945, αλλά αντιλαμβάνεται σύντομα ότι οι Αρχές θέλουν να χωρίσουν στα δύο το σχέδιό του. Ενας πρώτος τόμος με τίτλο «Για μια δίκαιη υπόθεση» τελειώνει το 1949 και προτείνεται στον διευθυντή ενός περιοδικού. Μετά από πολλές παλινωδίες θα δημοσιευτεί το 1952 και αμέσως θα δεχτεί τις επιθέσεις του επίσημου Τύπου.

Στο μεταξύ, ο Γκρόσμαν άρχισε τη συγγραφή του δεύτερου τόμου του έργου, εκείνου που θα ονομάσει «Ζωή και πεπρωμένο». Θα αποκαλύψει την ύπαρξη και το περιεχόμενό του μόνο σε λίγους στενούς φίλους. Ολοκληρώνει το μυθιστόρημα το 1960 και, όπως ο Παστερνάκ, τρέφει την αυταπάτη ότι ο αντισταλινισμός του Χρουστσόφ μπορεί να καταστήσει δυνατή τη δημοσίευσή του. Ο αρχισυντάκτης του περιοδικού στο οποίο στέλνει το χειρόγραφο τρομοκρατείται σε τέτοιο βαθμό από αυτό που διαβάζει ώστε έχει την εντύπωση ότι μολύνθηκε.

Για να αποφύγει τη μόλυνση, το παραδίδει αμέσως στα χέρια της πολιτικής αστυνομίας. Αυτή, λίγο μετά, εισβάλλει στο σπίτι του συγγραφέα και κατάσχει όλα τα αντίγραφα του έργου καθώς και τη γραφομηχανή. Οι Αρχές καλούν τον Γκρόσμαν και του αναγγέλλουν ότι ενδεχόμενη δημοσίευση του έργου του θα ήταν πιο επιζήμια για το καθεστώς από μια ατομική βόμβα (ο πιο μεγάλος έπαινος που έγινε ποτέ σε ένα βιβλίο). Θα μπορούσε να δημοσιευτεί, αλλά όχι πριν από 250 χρόνια! […]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες