Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Η μικροψυχία των ιερατείων


Του Ανδρέα Παππά, Athens Voice
Πριν από λίγες μέρες πέθανε ο Χρόνης Μίσσιος. Το βιβλίο του «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» υπήρξε ορόσημο για μία ολόκληρη γενιά αριστερών, όπως ορόσημο είχε αποτελέσει για τη δική μου γενιά το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, περίπου δέκα χρόνια νωρίτερα. Όποιος διάβασε αυτά τα δύο βιβλία και παρέμεινε ασάλευτος στις μέχρι τότε απόψεις του και ιδέες του είναι πραγματικά άξιος της μοίρας του. Ή μάλλον, για να ακριβολογούμε, είναι για να τον λυπάσαι. Ο Χρόνης, όπως και ο Λεωνίδας Κύρκος, που χάθηκε κι αυτός πριν από ενάμιση χρόνο, ήταν από εκείνους τους λίγους που την κριτική τους στα θέσφατα και τα ιερατεία της αριστεράς είχαν το σθένος να την προεκτείνουν μέχρι την έσχατη λογική συνέπειά της. Ποια ήταν αυτή; Το να σιγοψιθυρίζουν μεταξύ τους αρχικά, για να το δηλώσουν εν συνεχεία και δημόσια: «Ευτυχώς που δεν νικήσαμε». Όταν έχεις περάσει μια ολόκληρη ζωή στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος, όταν έχεις καταδικαστεί ακόμα και σε θάνατο για τη συμμετοχή σου σ’ αυτό, πρέπει να έχεις πράγματι πολύ κουράγιο και μεγάλη ψυχική δύναμη για να μπορείς μια μέρα να πεις «αλίμονο, αν είχαμε νικήσει».


Η ικανότητα να μη χάνεις ποτέ το κριτικό σου πνεύμα, να μπορείς να αμφισβητείς και να αμφιβάλλεις, είναι η πεμπτουσία της ιδιότητας του αριστερού. Για κάποιους η αμφιβολία είναι δυσάρεστο συναίσθημα, αφού ξεβολεύει απ’ την τυφλή πίστη στα δόγματα, είτε θρησκευτικά είναι αυτά είτε πολιτικά. Όμως είναι και μήτρα του πολιτισμού μας η αμφιβολία, του ορθού λόγου και του Διαφωτισμού, που, κόντρα στο δεσποτισμό και το σκοταδισμό, οδήγησαν στο νέο άνθρωπο και στη δημοκρατική οργάνωση των κοινωνιών. 
Αυτονόητα πράγματα θα μου πείτε, πολύ αμφιβάλλω θα σας απαντήσω. Ιδιαιτέρα στις μέρες μας, που οι κάθε λογής ζηλωτές του ανορθολογισμού, θιασώτες της τυφλής βίας και ιεροφάντες της άμετρης δημαγωγίας δείχνουν να έχουν αρκετόν αέρα στα πανιά τους.
 
Ο Χρόνης Μίσσιος ήταν από εκείνους τους αριστερούς που πονούσαν βαθιά για το κατάντημα της παράταξης την οποία από παιδί είχε υπηρετήσει, για το γεγονός ότι η παραδοσιακή αριστερά, από δύναμη χειραφέτησης και άνθησης της προσωπικότητας του ατόμου, είχε σταδιακά μετατραπεί σε φορέα εσχατολογικών ιδεών και σε μηχανισμό χειραγώγησης των συνειδήσεων (πρωτίστως των οπαδών της). Ο Χρόνης δεν ήταν από εκείνους τους αριστερόμορφους και αριστεροφανείς που εδώ και χρόνια έχουν πιάσει καρέκλα, στο συνδικάτο ή στο κόμμα, διαπρέποντας στη συντεχνιακή ιδιοτέλεια και στην πολιτική αυτοϊκανοποίηση και στενοκεφαλιά αντίστοιχα.

Δεν ήταν από εκείνους τους «αριστερούς» που διστάζουν να καταδικάσουν τη βία απ’ οπουδήποτε και αν προέρχεται, ούτε από εκείνους που, απόλυτα πεισμένοι ότι είναι κάτοχοι της μοναδικής αλήθειας, θεωρούν «δικαιολογημένη αγανάκτηση» την εκτόξευση φραπέδων και τους τραμπουκισμούς εναντίον όσων δεν συμφωνούν μαζί τους. Αντίθετα, είχε την τόλμη να μιλήσει για πράγματα ανήκουστα έως τότε (δημοσίως, τουλάχιστον) στις γραμμές της αριστεράς: για την ανάγκη να ξαναδούμε τον κάθε άνθρωπο με τις δικές του ανάγκες και τις δικές του ιδιαιτερότητες, για την τρυφερότητα, για την ανάγκη επικοινωνίας, για τους απάνθρωπους κομματικούς μηχανισμούς, για τον κρετινισμό των κομματικών κομισάριων.
Μόνο έκπληξη δεν προκαλεί λοιπόν ότι το ΚΚΕ, κατ’ εξοχήν φορέας του αλαζονικού αλάθητου και της ιεχωβάδικης στενοκεφαλιάς, σχολίασε το θάνατο του Χρόνη Μίσσιου μ’ ένα χολερικό δημοσίευμα στον «Ριζοσπάστη» πέντε αράδων: «Με το έργο του βεβαίως δεν στάθηκε στο πλευρό των λαϊκών αγώνων και της δράσης των κομμουνιστών, αφού δεν πίστευε στη διέξοδο της ταξικής πάλης, ενώ βρήκε στέγη στη λεγόμενη ανανεωτική αριστερά». Η μιζέρια και η μικροψυχία σε όλο τους το μεγαλείο! 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες