Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Μεταπολίτευση


Ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ διατύπωσε το αίτημα για εκλογές την παραμονή της διαδικασίας ψήφισης δύο κορυφαίων νομοθετημάτων για τη λειτουργία του κράτους: του προϋπολογισμού και του πολυνομοσχεδίου από το οποίο εξαρτάται η έκθεση προόδου της τρόικας, άρα και η εκταμίευση της επόμενης δόσης εκ μέρους των δανειστών. Η επίδοση του ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες εκλογές αποτέλεσε ρεκόρ για κόμμα της Αριστεράς. Υπάρχουν αναλογίες με την άνοδο ενός άλλου ριζοσπαστικού κόμματος, του ΠΑΣΟΚ, που αναρριχήθηκε από το 13,6% το 1974 στο 48,1% το 1981; Ασφαλώς. Χρειάζεται, όμως, να αποσαφηνίσουμε ορισμένες κρίσιμες διαφορές για να διαλυθούν ορισμένες παρεξηγήσεις.
Το 1974 το ελληνικό πολιτικό σύστημα μετέβαινε από τη χούντα στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Καταλύτης στις εξελίξεις υπήρξε ο Κ. Καραμανλής, ο οποίος μετακίνησε τη συντηρητική παράταξη οριστικά από την ιδεολογία της εθνικοφροσύνης στα ιδεώδη της φιλελεύθερης δημοκρατίας με την αποδοχή του κομματικού πλουραλισμού, την επίλυση του πολιτειακού με δημοκρατικό και άμεμπτο τρόπο, το νέο σύγχρονο συνταγματικό πλαίσιο και την προσπάθεια επούλωσης των διαιρέσεων του παρελθόντος. Επειδή ακριβώς η πολιτειακή μεταβολή υπήρξε επιτυχής με τη συμβολή όλων των πολιτικών δυνάμεων, το ΠΑΣΟΚ απέκτησε νέες δυνατότητες εμπλοκής του στον πολιτικό ανταγωνισμό.
Η μετριοπαθής συντηρητική παράταξη δεν άφηνε περιθώρια για πολιτικές δυνάμεις τύπου Ενωσης Κέντρου. Ο Παπανδρέου το αντιλήφθηκε εγκαίρως και υιοθέτησε μια ριζοσπαστική πολιτική πλατφόρμα για να διαφοροποιηθεί έναντι του αντιπάλου του. Με τον τρόπο αυτό, ανταποκρίθηκε στη ριζοσπαστικοποίηση της δεκαετίας του '60, τα ανεκπλήρωτα αιτήματα εκδημοκρατισμού, το αντιδυτικό πνεύμα  και την εναντίωση στον αυταρχισμό και τον συντηρητισμό. Ο ριζοσπαστισμός του ΠΑΣΟΚ εκφράστηκε, όμως, στο ασφαλές πλαίσιο της άμεσης και επιτυχούς παγίωσης της δημοκρατίας. Ο σημερινός ριζοσπαστισμός του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ανάλογα θεμέλια. Πράγματι, εκφράζει ένα αίτημα αντικατάστασης του παλαιοκομματισμού. Αλλά οι δεκαετίες που προηγήθηκαν (και πρόσφατα τα «κινήματα» του Δεκέμβρη 2008 και των «αγανακτισμένων») δεν έχουν καμία σχέση με τα κινήματα της δεκαετίας του 1960. Η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία επέτρεψε την πρόσβαση της πλειονότητας του πληθυσμού στο κράτος και τους πόρους, τη συμμετοχή στη δημοκρατία και τα αγαθά της.  Κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, ποια είναι άραγε τα στρώματα εκείνα που μπορούν να χαρακτηριστούν «μη προνομιούχοι» με τον τρόπο του Α. Παπανδρέου; Βεβαίως, το αίτημα για εμβάθυνση της δημοκρατίας παραμένει πάντοτε επίκαιρο, όμως με σημερινούς όρους δεν συνεπάγεται την ανατροπή του «κράτους της Δεξιάς» αλλά την ανατροπή της διαφθοράς, της αναξιοκρατίας και της κακοδιοίκησης από τον κρατικό μηχανισμό.

Εξάλλου, το πολιτικό πλαίσιο δεν είναι ιδιαίτερα ασφαλές, καθώς η οικονομική κρίση υπονόμευσε το διεθνές κύρος της χώρας, αλλά και επιδείνωσε τις συνθήκες ζωής των πολιτών και αύξησε την ανεργία. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, άλλωστε, είχε ασκήσει πλήρη οργανωτική και ιδεολογική κυριαρχία στο κόμμα του, προκειμένου να το ελέγξει. Τέτοια πρότυπα ηγεσίας σήμερα δεν έχουν καμία τύχη για ένα αριστερό κόμμα, όπως δεν γίνονται πλέον αποδεκτά και στις άλλες παρατάξεις, και δεν συμφωνούν με το προφίλ του κ. Τσίπρα.
Τέλος, στο μέτρο που κυριαρχήσει η λογική των κυβερνήσεων συνεργασίας, ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να μη διαθέτει πρόθυμο κυβερνητικό εταίρο. Οι πιθανότητες συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ - ΚΚΕ είναι ελάχιστες, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ - ΔΗΜΑΡ ή ΣΥΡΙΖΑ - ΠΑΣΟΚ λόγω της σκληρής καταγγελίας τους από τον πρώτο. Κατά συνέπεια, οι άλλες επιλογές είναι η μάλλον ανέφικτη σχέση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ή ένας μεγάλος συνασπισμός ΣΥΡΙΖΑ - ΝΔ (περίπτωση που δεν πρέπει αυτονόητα να ενταχθεί στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας, αλλά να διερευνηθεί προσεκτικά).

Καταλήγοντας, η θετική συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητά του να αναπτύξει ένα μεσοπρόθεσμο στρατηγικό σχέδιο με τεκμηριωμένες προγραμματικές θέσεις. Τα βιώματα του παρελθόντος έχουν τη δική τους αξία, αλλά δεν είναι απαραίτητο να εκφράζουν τις γενιές μετά το Πολυτεχνείο, οι οποίες σήμερα διανύουν την πλέον παραγωγική περίοδό τους, αλλά νιώθουν δέσμιοι των αποτυχιών και των ορίων της εμπλοκής της γενιάς που έζησε τη δεκαετία του 1960.
Η γενιά της Μεταπολίτευσης, στην οποία ανήκουν ο κ. Τσίπρας και  πολιτικοί από άλλες παρατάξεις, πρέπει επιτέλους να εκφράσει τον δικό της αυτόνομο πολιτικό λόγο και τα αιτήματα για μία καλύτερη ζωή, για εμβάθυνση της δημοκρατίας με ισχυρούς μηχανισμούς λογοδοσίας και δημοκρατικού ελέγχου. Κατά την έννοια αυτή, δεν βρισκόμαστε στο τέλος, αλλά ακόμη στην αρχή της Μεταπολίτευσης. Στην προσπάθεια δηλαδή να παγιωθεί η δημοκρατία έναντι της εξτρεμιστικής ιδεολογίας, της αδιαφορίας και της κυνικότητας των πολιτών, για κοινωνικό πλουραλισμό και ανεκτικότητα, για ισχυρή αίσθηση  του δημοσίου συμφέροντος, για υπέρβαση των πολιτικών διαιρέσεων και για την εξωστρέφεια της χώρας.
Ο Μάνος Γ. Παπάζογλου είναι λέκτορας Πολιτικών Συστημάτων στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες