Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Αβάσταχτη ελαφρότητα. Ποια είναι (πλέον) η πραγματικότητα των εργασιακών σχέσεων


Του Γιώργου Σιακαντάρη, NEA, 7.11.12
Οι προτάσεις της τρόικας για τις εργασιακές σχέσεις και η άρνηση της ΔΗΜΑΡ να ψηφίσει το συνολικό πακέτο των μέτρων, απειλούν να τινάξουν στον αέρα ακόμη και αυτά τα λίγα που κατορθώσαμε να πετύχουμε ως χώρα αυτά τα τρία χρόνια σκληρής λιτότητας και απίστευτης ανασφάλειας. Βεβαίως, είναι μεγάλη αλήθεια πως η σταδιακή διολίσθηση από την κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων στις επιχειρησιακές συμβάσεις και από εκεί στην προώθηση των ατομικών συμβάσεων απειλεί τα θεμέλια του οικοδομήματος που λέγεται μεταπολεμική Ευρώπη. Γιατί όλα αυτά δεν είναι ελληνικά κεκτημένα αλλά κεκτημένα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπως αναπτύχθηκαν μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό που ονομάζεται σύγχρονη Ευρώπη είναι το αποτέλεσμα ενός αναγκαίου συμβιβασμού μεταξύ των δυνάμεων της εργασίας και του κεφαλαίου. Ενός συμβιβασμού που επιτεύχθηκε όταν και οι δύο δυνάμεις κατανόησαν πως η όποια οικονομική ανάπτυξη σε συνδυασμό με την απαραίτητη  κοινωνική συνοχή και την ταξική ειρήνη μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο αν γίνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις. Αυτό το συμβόλαιο μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου γέννησε το κράτος πρόνοιας.

Αυτοί οι συμβιβασμοί διευκόλυναν τόσο την εργασία όσο και το ισχυρό παραγωγικό κεφάλαιο, το οποίο μπορούσε να αναπτυχθεί μόνο σε ένα περιβάλλον σχετικής κοινωνικής ηρεμίας και συμβιβασμού. Η κρίση του πετρελαίου τη δεκαετία του 1970, οι τεχνολογικές καινοτομίες, αλλά κυρίως η δημιουργία των ανεξέλεγκτων χρηματοοικονομικών προϊόντων παρουσιάστηκαν ως η απάντηση του καπιταλισμού στις κυκλικές κρίσεις του και ως η εναλλακτική λύση στα δεσμά που εμπόδιζαν τον καπιταλιστικό κόσμο να αναπτυχθεί ελεύθερα. Αυτές οι εξελίξεις αντιμετώπισαν το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο ως τροχοπέδη στην οικονομική ανάπτυξη του εταιρικού και χρηματοοικονομικού καπιταλισμού. Η κρίση του 2008 απέδειξε πόσο απατηλές ήσαν αυτές οι προσδοκίες. Υπάρχουν όμως ακόμη δυνάμεις που πιστεύουν πως αυτό το φαρμάκι, υπό ορισμένες περιστάσεις, αποτελεί και φάρμακο. Κανείς δεν τις εκφράζει πιο πιστά από τους εκπροσώπους της τρόικας.

Από την άλλη, όμως, ο επίτροπος Απασχόλησης Λ. Αντόρ μόλις πριν από λίγες ημέρες ανέφερε ότι δεν έχει κατατεθεί κανένα σχέδιο από την πλευρά της Ελλάδας για την πάταξη της εισφοροδιαφυγής και της μαύρης εργασίας, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν σχετικά κοινοτικά κονδύλια για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Να δούμε αν έχει δίκιο;
Με την ανοχή και την αδιαφορία του κρατοκεντρικού συνδικαλισμού και του πελατειακού πολιτικού μας συστήματος, οι προτάσεις της τρόικας είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται στην Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Οι ελληνικές εργασιακές σχέσεις στον ιδιωτικό τομέα διέπονταν από ένα άκαμπτο φορμαλιστικό νομικό πλαίσιο. Αυτές ακριβώς οι τυπολατρικές νομικές δεσμεύσεις στο εργασιακό τοπίο είχαν οδηγήσει την πραγματική αγορά εργασίας να τις παρακάμπτει. Ολα αυτά τα χρόνια, πολιτικό και συνδικαλιστικό σύστημα έκαναν ότι δεν βλέπουν πως ακριβώς δίπλα τους είχε στηθεί ένα ειδικό καθεστώς εργαζομένων μαύρης εργασίας ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, με δελτίο παροχής υπηρεσιών. Γι' αυτούς ίσχυαν όλες οι δεσμεύσεις της εξαρτημένης εργασίας (ωράριο, αποκλειστική εργασία σε έναν εργοδότη κ.λπ.) και κανένα από τα πλεονεκτήματά της, όπως ο 13ος και 14ος μισθός, οι άδειες του καλοκαιριού και το επίδικο επίδομα γάμου.
Παράλληλα, σήμερα που όλοι ανακαλύπτουν τα δεινά του περιορισμού των αποζημιώσεων απόλυσης και την κατάργηση επιδομάτων όπως αυτά του γάμου (καταργημένα ήδη για πολλούς εργαζομένους με μπλοκάκι, αλλά και για πολλούς απασχολουμένους σε συνθήκες εξαρτημένης εργασίας), έχουμε το φαινόμενο χιλιάδες εργαζόμενοι οι οποίοι έχουν απολέσει την εργασία τους να μην καταγράφονται πουθενά, μια που οι εργοδότες ενώ κλείνουν τις επιχειρήσεις τους, αποφεύγουν να τους απολύσουν για να γλιτώσουν την όποια αποζημίωση. Αυτοί οι άνθρωποι ούτε εργασία έχουν αλλά ούτε επίδομα ανεργίας λαμβάνουν. Τους απομένει μόνο να καταφεύγουν στα δικαστήρια, όπου οι υποθέσεις τους περιμένουν χρόνια για να εξεταστούν, και αν. Καταφεύγουν σε μια Δικαιοσύνη που «τιμωρεί» βαρύτατα τους εργοδότες αναβάλλοντας συνεχώς τη δίκη και εξαναγκάζει τους ενάγοντες ανέργους να πληρώνουν νέα έξοδα για μια άλλη δίκη, η οποία κατά τα φαινόμενα θα αναβληθεί και αυτή, είτε από κάποια απεργία είτε από κάποια «ασθένεια» των εναγομένων. Εδώ έχουμε στο πιάτο τη διαπλοκή των διαπλεκομένων (εργοδότες, δικηγόροι, δικαστές και στο βάθος ΜΜΕ και πολιτικοί).

Μήπως ακριβώς εδώ είναι το λαμπρό πεδίο για τη δόξα της Αριστεράς και όχι η καταψήφιση του συνολικού πακέτου των μέτρων;
Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, επιστημονικός διευθυντής του ΙΣΤΑΜΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες