Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Το τέλος της ανανεωτικής Αριστεράς

 
Του Ανδρέα Πανταζόπουλου, ΒΗΜΑ
Αραγε, οι πρόσφατες εξελίξεις στη ΔΗΜΑΡ, ως συνέπεια και του πρόσφατου εκλογικού αποτελέσματος, μπορούν να μας πουν κάτι το αρνητικό για την προοπτική ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς; Το ερώτημα δεν είναι αβάσιμο, όχι μόνον γιατί ο εν λόγω πολιτικός σχηματισμός έχει με έναν δικό του είναι αλήθεια τρόπο διεκδικήσει να συμμετάσχει στην ανασύνταξη του εν λόγω χώρου, αλλά και γιατί η «πρότασή» του περί μιας μορφής «αριστερής σοσιαλδημοκρατίας» εξ αντικειμένου δεν τον αποκλείει από αυτόν, θεωρητικά τουλάχιστον. Δύσκολη η απάντηση, αν τουλάχιστον δεν τεθεί ένα προγενέστερο του προβλήματος αυτού ερώτημα: τι απέτυχε με την αποτυχία της ΔΗΜΑΡ; Η αποτυχία της οφείλεται σε μεγαλόπνοους σχεδιασμούς που δεν ευοδώθηκαν, σε προσωπικές στρατηγικές, σε προσωπικά πείσματα, σε φραξιονισμούς, γνώριμους σε αριστερούς, αν και όχι μόνον, κύκλους; Η όποια αλήθεια μπορεί να κρύβεται σε ορισμένες από αυτές τις αιτιάσεις, όπως για παράδειγμα σε αυτήν της επίκλησης του παράγοντα των προσωπικών στρατηγικών, δεν μπορεί παρ' όλα αυτά να διαυγάσει τις βασικές πολιτικές, αλλά και ιδεολογικές, αιτίες της κρίσης, όταν δεν τις συσκοτίζει. Ενας από τους βασικότερους παράγοντες της αποτυχίας της ΔΗΜΑΡ ήταν η απουσία σαφούς πολιτικής ταυτότητας του κόμματος, πράγμα το οποίο αποτελεί πλέον λίγο-πολύ κοινή διαπίστωση. Οι γνωστές στρατηγικού τύπου παλινωδίες της, το ουσιαστικά «αναιτιολόγητο» πέρασμά της από μία «μνημονιακή» σε μία «αντιμνημονιακή» περίοδο έπληξε την αξιοπιστία της. Η ταυτότητά της αποδείχτηκε μάλλον ρευστή παρά ευέλικτη, όπως ήθελε να πιστεύει μέρος ίσως της ηγεσίας της. Σε κάθε πάντως περίπτωση, ως τέτοια, ως ρευστή δηλαδή, εξελήφθη από το εν δυνάμει ακροατήριό της. Συνεπώς, η αποτυχία της αν προδικάζει κάτι είναι τουλάχιστον αυτό, τη μάταιη προσδοκία ανασυγκρότησης μιας Κεντροαριστεράς που θα υιοθετούσε μια θολή ταυτότητα, μη επιλέγοντας μεταξύ του βασικού διπόλου των τελευταίων ετών ανάμεσα στον «λαϊκισμό» και στον «αντιλαϊκισμό». Με ένα δικό της ήπιο τρόπο, η ΔΗΜΑΡ θέλησε να αρνηθεί την πραγματικότητα αυτής ακριβώς της κεντρικής ιδεολογικο-πολιτικής σύγκρουσης, με αποτέλεσμα να αυτο-περιθωριοποιηθεί. Αγνοώντας ότι ένας από τους βασικότερους λόγους ύπαρξης των πολιτικών κομμάτων εν γένει είναι και να απαντούν στο ερώτημα του «τι χρησιμεύουν;». Η αλήθεια είναι ότι η ΔΗΜΑΡ το απάντησε, φορώντας ωστόσο τα γυαλιά ενός δικού της ιδεολογικού σε τελευταία ανάλυση μικρόκοσμου, ο οποίος προέτρεξε των εξελίξεων, βιάστηκε να «βγει από το μνημόνιο», για να λειτουργήσει πολιτικά ως «γέφυρα» για τις μεταμνημονιακές εξελίξεις.

Μέσα σε τέτοια συμφραζόμενα, η αποχώρησή της από την κυβέρνηση λειτούργησε διαλυτικά για το ακροατήριό της. Ενα τμήμα του φαίνεται να αρνήθηκε να την ακολουθήσει, ενώ σε ένα άλλο αποδέσμευσε πάθη και ενοχές της «μνημονιακής περιόδου» και ταυτόχρονα τα προσανατόλισε στην ιστορικά γνώριμη κοίτη μιας αντιδεξιάς συσπείρωσης.

Η ΔΗΜΑΡ βρέθηκε έτσι εξ αντικειμένου πλάι στον ΣΥΡΙΖΑ, συνοδοιπόρος του στην ανακαινισμένη επαναλειτουργία του αντιδεξιού συνδρόμου. Και είναι, όντως, εντυπωσιακό να διαπιστώνει κανείς το πώς αυτή η μοιραία έλξη της Μεταπολίτευσης επιβιώνει στο πεδίο των πολιτικών και άλλων ελίτ, σε ένα μεσαίο πολιτικό προσωπικό του προοδευτικού χώρου, αλλά και σε έναν ευρύτερο προοδευτικό περίγυρο που γειτνιάζει με αυτόν.

Για μια ενδεχόμενη εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, το σύνδρομο αυτό αποτελεί την αναγκαία, αν και όχι ικανή συνθήκη της. Χωρίς την ενεργοποίηση της δαιμονοποιητικής του λειτουργίας, χωρίς την ψευδο-αντιφασιστική του λογική, που αναζωπυρώνει εδραία στοιχεία μιας παρωχημένης, μιας εθνικολαϊκιστικής κουλτούρας, δεν θα ήταν δυνατό το μιντιακό, σε μεγάλο βαθμό, αμπαλάζ αυτού που εμφανίζεται ως «τετελεσμένο»: η αδυναμία ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς είναι σε μεγάλο βαθμό υπονομευμένη από έναν ιδεολογικοποιημένο αντιδεξισμό, που στο εξής φέρει και τη σφραγίδα ενός «αντιδεξιού εκσυγχρονισμού» τύπου ΔΗΜΑΡ. Αναπαράγοντας πολλά από τα μυθικά μεταπολιτευτικά μοτίβα, μια παράδοση που από ό,τι φαίνεται δεν λέει να παρέλθει, ο τελευταίος διευκόλυνε το μοριακό πέρασμα στο αντιμνημονιακό στρατόπεδο του ΣΥΡΙΖΑ, διευρύνοντας μια διαδικασία πολιτικού μεταμορφισμού μέρους ενός, ούτως ή άλλως, αποπροσανατολισμένου πολιτικού προσωπικού.

Αν μία Κεντροαριστερά αντιδεξιάς κατασκευής ήταν και είναι το ζητούμενο, τότε αυτή εκπροσωπείται ήδη, αν και όχι με όρους ορατής πολιτικής πλειοψηφίας, από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά κατά πόσον μία τέτοια Κεντροαριστερά, που δεν μπορεί να εγγυηθεί πραγματιστικούς συμβιβασμούς που λαμβάνουν υπόψη τους τον συσχετισμό δυνάμεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι απαραίτητη για την πολιτική σταθερότητα εντός της χώρας; Η «Κεντροαριστερά», στον βαθμό που ο όρος αυτός μπορεί να απεικονίσει τωρινές αναζητήσεις και νέες προοδευτικές συνθέσεις πάνω στο έδαφος μιας δύσκολης και χαώδους πραγματικότητας, δεν ήταν το στοίχημα της ΔΗΜΑΡ. Σε κάθε περίπτωση, και πέρα από προθέσεις, η επίσημη εκπροσώπηση του χώρου της πάλαι ποτέ ανανεωτικής Αριστεράς εισήλθε στη λαϊκιστική αρένα εντελώς απροετοίμαστη.

Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες