Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

Ρόμπερτ Σκιντέλσκι: Τέσσερις πλάνες για την οικονομία

  Από τον Θανάση Γιαλκέτση, Εφημερίδα των Συντακτών
Συγγραφέας πολλών έργων, μεταξύ των οποίων και μια τρίτομη βιογραφία του Κέινς, ο Ρόμπερτ Σκιντέλσκι είναι επίτιμος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Γουόρικ στην Αγγλία. Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν τα βιβλία του «Keynes: Επιστροφή στη διδασκαλία του» (Κριτική, 2013) και «Πόσα πραγματικά χρειαζόμαστε;» (Μεταίχμιο, 2013).
Η περίοδος που άρχισε το 2008 παρήγαγε μια πλούσια συλλογή από οικονομικές πλάνες, που ανακυκλώνονται κυρίως στα χείλη των πολιτικών ηγετών. Ιδού οι τέσσερις που μου είναι περισσότερο προσφιλείς.
1. Η Γερμανίδα νοικοκυρά. «Θα έπρεπε απλώς να ρωτήσουν τη Γερμανίδα νοικοκυρά», είχε πει η Ανγκελα Μέρκελ μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008. «Θα τους έλεγε ότι δεν μπορείς να ζεις ξοδεύοντας περισσότερα από όσα έχεις». Αυτή η φαινομενικά συνετή λογική είναι η βάση της λιτότητας. Το πρόβλημα είναι ότι αγνοεί την επίπτωση της φειδούς της νοικοκυράς στη συνολική ζήτηση. Αν όλες οι οικογένειες μειώσουν τις δαπάνες τους, η συνολική κατανάλωση πέφτει και το ίδιο συμβαίνει με τη ζήτηση εργασίας. Αν ο σύζυγος της νοικοκυράς χάσει τη δουλειά του, η κατάσταση της οικογένειας θα χειροτερέψει. Η γενική περίπτωση αυτής της πλάνης είναι η «πλάνη της σύνθεσης»: αυτό που έχει νόημα για κάθε οικογένεια ή ατομική επιχείρηση δεν είναι υποχρεωτικά καλό για το σύνολο. Η ιδιαίτερη περίπτωση, που προσδιόρισε ο Κέινς, είναι το «παράδοξο της φειδούς»: αν όλοι προσπαθούν να αποταμιεύσουν περισσότερα σε δύσκολους καιρούς, η συνολική ζήτηση θα πέσει, μειώνοντας τη συνολική αποταμίευση εξαιτίας της πτώσης της κατανάλωσης και της οικονομικής ανάπτυξης. Αν η κυβέρνηση προσπαθεί να μειώσει το έλλειμμα, οι οικογένειες και οι επιχειρήσεις θα πρέπει να σφίξουν το ζωνάρι με συνέπεια τη μείωση της συνολικής δαπάνης. Επομένως, όσο η κυβέρνηση περικόπτει τις δαπάνες, δύσκολα θα μειώνεται το έλλειμμα. Και αν όλες οι χώρες εφαρμόζουν ταυτόχρονα τη λιτότητα, η μειωμένη ζήτηση για αγαθά κάθε χώρας θα οδηγήσει σε πιο χαμηλές καταναλώσεις και όλα θα επιδεινωθούν.


2. Το κράτος δεν μπορεί να ξοδεύει χρήματα που δεν έχει. Αυτό το λάθος –που επαναλαμβάνεται συχνά από τον Βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάμερον- αντιμετωπίζει τα κράτη σαν να είχαν τους ίδιους χρηματοδοτικούς περιορισμούς που έχουν οι οικογένειες ή οι επιχειρήσεις. Τα κράτη μπορούν να αποκτήσουν τα χρήματα που χρειάζονται με την έκδοση ομολόγων. Ενα υπερχρεωμένο κράτος δεν πρέπει όμως να πληρώνει όλο και υψηλότερα επιτόκια, με αποτέλεσμα τα κόστη της εξυπηρέτησης του χρέους να απορροφούν τελικά όλο του το εισόδημα; Η απάντηση είναι όχι. Η κεντρική τράπεζα μπορεί να τυπώνει αρκετό πρόσθετο νόμισμα, ώστε να συγκρατεί το κόστος του δημόσιου χρέους. Αυτό το επιχείρημα δεν ισχύει για ένα κράτος που δεν έχει δική του κεντρική τράπεζα. Σ’ αυτή την περίπτωση αντιμετωπίζει τον ίδιο χρηματοδοτικό περιορισμό με τη νοικοκυρά που προαναφέραμε. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ορισμένα κράτη-μέλη της ευρωζώνης έχουν τόσα προβλήματα όσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν προσφεύγει σε άμεσα διορθωτικά μέτρα.

3. Το δημόσιο χρέος είναι αναβαλλόμενη φορολόγηση. Σύμφωνα με αυτή τη συχνά επαναλαμβανόμενη πλάνη, τα κράτη μπορούν να συλλέγουν κεφάλαια με την έκδοση ομολόγων, αλλά, αφού τα ομόλογα είναι δάνεια που τελικά θα πρέπει να εξοφληθούν, αυτό μπορεί να γίνει μόνον αυξάνοντας τους φόρους. Και επειδή οι φορολογούμενοι το περιμένουν αυτό, θα αποταμιεύσουν τώρα προκειμένου να ανταποκριθούν στις μελλοντικές φορολογικές τους υποχρεώσεις. Οσο περισσότερο η κυβέρνηση δανείζεται για να πληρώσει τις δαπάνες της σήμερα, τόσο περισσότερο οι άνθρωποι θα αποταμιεύουν για να πληρώσουν τους φόρους στο μέλλον, εκμηδενίζοντας κάθε αναπτυξιακό αποτέλεσμα της συμπληρωματικής χρηματοδότησης. Το πρόβλημα με αυτή την επιχειρηματολογία είναι ότι τα κράτη σπάνια υποχρεώνονται να «πληρώσουν» τα χρέη τους· θα μπορούσαν να αποφασίσουν να το κάνουν, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις τα ανανεώνουν στη λήξη τους με την έκδοση νέων ομολόγων. Οσο πιο μεγάλη είναι η διάρκεια των ομολόγων τόσο λιγότερο συχνά τα κράτη οφείλουν να βγαίνουν στις αγορές για νέα δάνεια. Ακόμη πιο σημαντικό: όταν υπάρχουν αναξιοποίητοι πόροι (για παράδειγμα, όταν η ανεργία είναι πολύ υψηλότερη από τα φυσιολογικά επίπεδα), οι δαπάνες που γίνονται χάρη στον δανεισμό του κράτους επαναφέρουν αυτούς τους πόρους σε παραγωγικές δραστηριότητες. Η αύξηση των εσόδων του κράτους που προκαλείται με αυτόν τον τρόπο (συν τη μείωση της δαπάνης για τους ανέργους) συμβάλλει στην εξόφληση του επιπλέον χρέους χωρίς να χρειάζεται να αυξηθούν οι φόροι.

4. Το δημόσιο χρέος είναι ένα επαχθές βάρος για τις μελλοντικές γενιές. Αυτό το λάθος επαναλαμβάνεται τόσο συχνά ώστε έχει μπει στο συλλογικό ασυνείδητο. Το επιχείρημα είναι ότι, αν η τωρινή γενιά ξοδεύει περισσότερα από όσα κερδίζει, η επόμενη γενιά θα υποχρεωθεί να κερδίζει περισσότερα από όσα ξοδεύει, προκειμένου να εξοφλήσει το χρέος. Αυτό όμως δεν συνυπολογίζει το γεγονός ότι οι κάτοχοι αυτού του ίδιου χρέους θα είναι τα μέλη των υποτιθέμενων επιβαρημένων μελλοντικών γενιών. Ας υποθέσουμε ότι τα παιδιά μου οφείλουν να εξοφλήσουν το δικό μου χρέος προς εσάς. Τα παιδιά μου θα είναι σε χειρότερη μοίρα. Αλλά εσείς θα είστε σε καλύτερη. Αυτό μπορεί να είναι κακό για την κατανομή του πλούτου και του εισοδήματος, επειδή θα πλουτίσει ο πιστωτής σε βάρος του οφειλέτη, αλλά δεν θα είναι κάποιο καθαρό βάρος πάνω στις μελλοντικές γενιές. Η αρχή είναι ακριβώς η ίδια όταν οι κάτοχοι του δημόσιου χρέους είναι ξένοι (όπως στην περίπτωση της Ελλάδας), αν και η πολιτική αντίθεση στην εξόφληση θα είναι πολύ μεγαλύτερη.

Οι πλάνες ανθούν στην οικονομία, γιατί αυτή δεν είναι μια φυσική επιστήμη, όπως η φυσική ή η χημεία. Τα θεωρήματα στην οικονομία σπάνια είναι απολύτως αληθινά ή ψευδή. Αυτό που είναι αληθινό σε ορισμένες περιστάσεις μπορεί να είναι ψευδές σε άλλες. Κυρίως, η αλήθεια πολλών θεωρημάτων εξαρτάται από τις προσδοκίες των ανθρώπων. Ας εξετάσουμε την πεποίθηση ότι όσο περισσότερο δανείζεται η κυβέρνηση τόσο υψηλότερα θα είναι τα μελλοντικά φορολογικά βάρη. Αν τα πρόσωπα δρουν με βάση αυτή την πεποίθηση, αποταμιεύοντας κάθε επιπλέον στερλίνα, δολάριο ή ευρώ που η κυβέρνηση βάζει στην τσέπη τους, η επιπρόσθετη δημόσια δαπάνη δεν θα έχει κάποια επίπτωση στις οικονομικές δραστηριότητες, ανεξάρτητα από το πόσοι πόροι είναι ανενεργοί. Η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί επομένως να αυξήσει τους φόρους και η πλάνη θα γίνει μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Πώς πρέπει λοιπόν να διακρίνουμε μεταξύ αληθινών και ψευδών θεωρημάτων στην οικονομία; Ισως η διαχωριστική γραμμή πρέπει να χαραχθεί μεταξύ θεωρημάτων που ισχύουν μόνον αν οι άνθρωποι προσδοκούν ότι είναι αληθινά και εκείνων που είναι αληθινά ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις των ανθρώπων. Ο ισχυρισμός «αν όλοι αποταμιεύαμε περισσότερο σε μια κρίση θα ήμασταν όλοι καλύτερα» είναι απολύτως ψευδής. Θα ήμασταν όλοι χειρότερα. Αλλά ο ισχυρισμός «όσο περισσότερο το κράτος δανείζεται χρήματα τόσο περισσότερο πρέπει να πληρώνει για το χρέος του» άλλοτε είναι αληθινός και άλλοτε ψευδής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες