Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Ευρωπαϊκή δράση, αλλά «βαλκανική» σκέψη;


Του Kevin Featherstone, Καθημερινή 
Βρίσκεται η Ελλάδα σε μια ασφαλή πορεία επανασύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη; Ο πρωθυπουργός διατείνεται ότι η χώρα είναι έτοιμη να «σταθεί στα δικά της πόδια» για ακόμη μία φορά. Είναι πρόθυμος να τονίσει την οικονομική πρόοδο που έχει σημειωθεί και χρειάζεται να εξοστρακίσει τη λαϊκιστική απειλή του ΣΥΡΙΖΑ, διακηρύσσοντας το τέλος της τρόικας. Σε τι είδους δρόμο βρίσκεται, όμως, η Ελλάδα; Αλλάζει το σύστημα προς το καλύτερο; Ο φίλος μου Λουκάς Τσούκαλης έγραψε πρόσφατα στην «Καθημερινή» ότι «παρά τις όποιες μεταρρυθμίσεις έγιναν τα τελευταία χρόνια, κυρίως κάτω από την πίεση των ξένων δανειστών, το σύστημα πολιτικής και οικονομικής διακυβέρνησης της χώρας είναι περισσότερο προβληματικό σήμερα απ’ όσο ήταν πριν από την κρίση». Μπορεί να έχει δίκιο, αλλά το παρελθόν ίσως ήταν πολύ χειρότερο από ό,τι αυτό το σχόλιο αναγνωρίζει. Η Παγκόσμια Τράπεζα κατασκευάζει δείκτες σχετικά με το κατά πόσο οι κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο αποδίδουν στα βασικά καθήκοντά τους, βασιζόμενη σε διάφορες διεθνείς πηγές. Σε αυτές εμπεριέχονται δημοσκοπήσεις κοινής γνώμης και αξιολογήσεις από ειδικούς, που καλύπτουν την περίοδο από το 1996 έως το 2012 (1). Τέτοιου είδους δεδομένα δεν είναι αλάνθαστα, αλλά μπορούν να υποδείξουν σημαντικά μοτίβα και διαφορές. Μπορεί, επίσης, να προειδοποιούν για πιθανές πορείες. Για τα περισσότερα σχετικά μέτρα, το κεντρικό μοτίβο παρουσιάζει την Ελλάδα να απομακρύνεται από τους περισσότερους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ενωση και να κινείται σταθερά προς τη θέση των γειτόνων της στα Βαλκάνια. Οι τάσεις συγκλίνουν σημαντικά στην κυβερνητική αποτελεσματικότητα· την ικανότητα ρύθμισης της αγοράς· την εφαρμογή του γράμματος του νόμου· και τον έλεγχο της διαφθοράς.
Οι ενδείξεις αυτές δεν είναι ασήμαντες: η αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης αναφέρεται στην αντίληψη περί της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών και της δημόσιας διοίκησης, για παράδειγμα. Σε καθένα από αυτά τα ζητήματα, η Ελλάδα απομακρύνεται από τη θέση της Γαλλίας και της Γερμανίας. Επίσης, δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο μοτίβο για τον ευρωπαϊκό Νότο. Οι ίδιες τάσεις δεν είναι εμφανείς για την Ισπανία ή την Πορτογαλία – αν και, ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η Ιταλία μπορεί να ομαδοποιηθεί στην ίδια κατηγορία με την Ελλάδα, την Τουρκία και τα βαλκανικά κράτη.

Υπάρχουν, φυσικά, πολλές σημαντικές ιστορικές και πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στην Ελλάδα και στους γείτονές της. Ιστορικά, δεν υπάρχει κάποια «παράδοση κράτους» στα Βαλκάνια με την έννοια του μοντέλου της γαλλικής δημοκρατίας ή του γερμανικού κράτους δικαίου («Rechtsstaat»). Αντίθετα, υπήρξε εξωτερική εξάρτηση, εσωτερική ευπάθεια και μίμηση ξένων προτύπων. Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση: εισήγαγε τη γερμανική νομική κουλτούρα και μια ναπολεόντεια διοικητική λογική.

Τα δεδομένα, ωστόσο, παρακινούν σε σκέψεις σχετικά με το βάθος του εξευρωπαϊσμού της Ελλάδας από την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η Νότια και Ανατολική Ευρώπη φαίνεται να σχηματίζει έναν ξεχωριστό «κόσμο» διακυβέρνησης. Πράγματι, διαβάζοντας αυτό τον μήνα τις αναφορές της Κομισιόν πάνω στις μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται να εφαρμόσουν οι χώρες της Δυτικής Βαλκανικής σχετικά με τη δημόσια διοίκησή τους, τα ζητήματα και η σχετική ατζέντα θυμίζουν εκπληκτικά τις απαιτήσεις που είχαν η τρόικα και η ευρωπαϊκή Task Force από την Αθήνα. Η διακριτότητά της προηγείται της οικονομικής κρίσης και δεν είναι απλώς ζήτημα του επιπέδου οικονομικής ανάπτυξης (η Ισπανία και η Πορτογαλία έχουν διαφοροποιηθεί) και ούτε οφείλεται στη διάκριση ανάμεσα σε μέλη και μη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι δείκτες καλύπτουν την αποδοτικότητα των πολιτικών συστημάτων, αλλά και την πολιτική συμπεριφορά. Σχετίζονται, επίσης, με αυτό που ο Γιούργκεν Χάμπερμας ανάμεσα σε άλλους αποκαλεί «δημοκρατικές κουλτούρες», καθώς και με τη θετική ή αρνητική πρόσληψη της νεωτερικότητας.

Κατά τη διάρκεια της σύγχρονης ιστορίας της, η Ελλάδα συχνά έχει περιγραφεί ως μια χώρα που διαθέτει τα χαρακτηριστικά του Ιανού με τα δύο πρόσωπα: Το 1974 ο Καραμανλής υπενθύμιζε στους αντιπάλους του ότι η Ελλάδα «ανήκει στη Δύση». Πρόκειται για ευαίσθητα ζητήματα ταυτότητας: γενιές προοδευτικών εκσυγχρονιστών υποστήριζαν την ευρωπαϊκή κλίση και αισθάνονταν ντροπή για τις εσωτερικές αποτυχίες, που μπορεί να τη διέψευδαν. Πράγματι, η ευρωστία της δέσμευσης για τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη έχει υπάρξει καθ’ όλη τη διάρκεια η μεγαλύτερη πηγή αισιοδοξίας για την πορεία της χώρας.

Είναι υγιές, βέβαια, να υπενθυμίζουμε ότι το ελληνικό σύστημα δεν υπήρξε και τόσο εξευρωπαϊσμένο πριν από το 2009 –όσο και εάν επιθυμούμε να αναγνωρίσουμε το έλλειμμα– και ότι δεν ήταν η κρίση χρέους που προκάλεσε τα θεσμικά προβλήματα. Στην πραγματικότητα, η κρίση αποκάλυψε τις αδυναμίες και στρεβλώσεις του συστήματος. Αποκρυστάλλωσε, επιπροσθέτως, τα πιθανά μονοπάτια που θα μπορούσε να επιλέξει η Ελλάδα. Ούτε μία εξιδανικευμένη εικόνα του παρελθόντος προ κρίσης, ούτε και η εντύπωση πως μια Ελλάδα αποκατεστημένη στις συνθήκες του 2008 μπορεί να πορευθεί μόνη της, μπορούν να βοηθήσουν σε αυτό το πλαίσιο. Μια ειλικρινής ερμηνεία των μακροχρόνιων αδυναμιών που πλήττουν το κράτος και τα κοινωνικά τους αίτια είναι προαπαιτούμενα για τη μελλοντική πρόοδο. Μία αποτυχία στη μετατόπιση του συστήματος μπορεί να οδηγήσει την Ελλάδα, υπό αυτούς τους όρους, στο να μοιάζει περισσότερο «βαλκανοποιημένη».

1. «Government Effectiveness» όπως καταγράφηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα, 1996-2012.
* Ο κ. Kevin Featherstone είναι επικεφαλής του Ελληνικού Παρατηρητηρίου στο London School of Economics.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες