Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Ο Μανιχαϊσμός του λαϊκισμού


Του Πέτρου Παπασαραντόπουλουhttp://www.metarithmisi.gr, 26.4.12
Τον 3 ο αιώνα μ.Χ. εμφανίστηκε ένας Πέρσης θρησκευτικός μεταρρυθμιστής, ο Μάνης, που θεμελίωσε μια αντίληψη για τον κόσμο, όπου συγκρούονται αενάως οι δυνάμεις του καλού, με τις δυνάμεις του κακού. Παρά τα 1700 χρόνια που έχουν περάσει από τότε και παρά τον αφορισμό του Μάνη ως αιρετικού από τις μεγάλες θρησκείες της εποχής του, το X ριστιανισμό, το Ισλάμ, το ζωροαστρισμό και την αυτοκρατορική λατρεία της Ρώμης, αυτός ο τρόπος σκέψης επιβιώνει ακόμα και στις αναπτυγμένες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Πολύ περισσότερο στην Ελλάδα, όπου σύμφωνα με την έξοχη διατύπωση του Γιώργου Γιαννουλόπουλου, « T ο μόνο που άλλαξε στην εκκοσμικευμένη εποχή μας, είναι το όνομα του Κακού. Ο ρόλος έχει κατά καιρούς αποδοθεί στους κομμουνιστές, τους τρομοκράτες, τους Εβραίους, τους Αμερικανούς. Αν, όμως, ο ενσαρκωτής του δαίμονα ποικίλλει, η μανιχαϊκή σκέψη ακολουθεί σταθερά την ίδια διαδρομή: ξεκινάει από τον απόλυτα Κακό και στη συνέχεια συμπεραίνει ότι οποιοσδήποτε άλλος είναι λιγότερο κακός, δηλαδή καλύτερος, δηλαδή καλός.
Ο μανιχαϊσμός, ως αμιγώς θρησκευτικός τρόπος σκέψης, έχει ένα μεγάλο ελάττωμα –ή προτέρημα, για όσους δεν σκέφτονται: είναι απλός ή, καλύτερα, απλουστευτικός. Όποτε ο μανιχαϊστής ανοίγει το στόμα του, το θέμα έχει ήδη κλείσει» [1].

Το βασικό όχημα επί του οποίου εδράζεται ο μανιχαϊσμός, είναι η ιδεολογία του λαϊκισμού. Αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε περισσότερο με αυτή την ιδεολογία, που έχει κατακλύσει τη χώρα μας και που απλώνεται ανησυχητικά σε όλες τις φιλελεύθερες ευρωπαϊκές δημοκρατίες, σε βαθμό που αρκετοί μελετητές να υποστηρίζουν ότι πρόκειται για ένα σύγχρονο Zeitgeist, ένα νέο πνεύμα των καιρών [2]. Η πρόσφατη εκλογική επιτυχία της Μαρί Λεπέν στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, αποδεικνύει το βάσιμο αυτού του ισχυρισμού.

Σύμφωνα με την επικρατούσα στη βιβλιογραφία άποψη, ο λαϊκισμός είναι «μια αβαθής ιδεολογία (thin-centeredideology[3] που θεωρεί ότι οι κοινωνίες είναι πλήρως διαχωρισμένες σε δύο ομοιογενή και ανταγωνιστικά σύνολα, τον ‘αγνό λαό’ εναντίον των ‘διεφθαρμένων ελίτ’, και η οποία υποστηρίζει ότι η πολιτική θα έπρεπε να είναι η έκφραση της γενικής θέλησης (volonte general) του λαού» [4].

Ορισμένες επισημάνσεις σε αυτόν τον ορισμό, είναι αναγκαίες. Είναι προφανές ότι στο λαϊκισμό, κεντρική θέση κατέχει ο μανιχαϊσμός. Οι δυνάμεις του φωτός εναντίον των δυνάμεων του σκότους. Ο αγνός λαός εναντίον των διεφθαρμένων ελίτ. Παράλληλα, λαός και ελίτ συγκροτούνται ως δύο ομοιογενείς ενότητες. Πρόκειται για τον ίδιο τρόπο που οι εθνικιστές συγκροτούν τη φαντασιακή κοινότητα του Έθνους [5]. Δύο οντότητες σε πλήρη σύγκρουση, για την έκβαση της οποίας οι λαϊκιστές δεν έχουν καμία αμφιβολία: Εκείνο που πρέπει να κατισχύσει είναι η volonte general του λαού. Η «γενική θέληση του λαού», στη λαϊκιστική αντίληψη περί δημοκρατίας, δεν εκφράζεται από τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αλλά από το «λαό», που φυσικά την ερμηνεύει κατά το δοκούν. Ο λαϊκισμός, από την ίδια του τη φύση, είναι μια «επικίνδυνη απειλή για τη δημοκρατία» [6]. Ποιος είναι όμως ο αγνός λαός; Πώς ορίζεται και ποιος τον ορίζει; Επίσης εδώ δεν υπάρχει ίχνος αμφιβολίας· τον ορίζει και τον εκπροσωπεί αυτός που αυτοδιορίζεται ως αντιπρόσωπός του. Στη λαϊκιστική αντίληψη περί δημοκρατίας, τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από τη «γενική θέληση του λαού», ούτε τα ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε οι συνταγματικές εγγυήσεις.

Ακριβώς λόγω της ρηχότητάς της, σε σύγκριση με άλλες συγκροτημένες ιδεολογίες, όπως ο σοσιαλισμός, ο φιλελευθερισμός, ή ο συντηρητισμός, η ιδεολογία του λαϊκισμού έχει χαρακτηριστεί ως ένα αδειανό μπουκάλι: Μπορεί να το γεμίσει κανείς με ό,τι περιεχόμενο θέλει, είτε αριστερό είτε δεξιό. Άλλωστε, στη βιβλιογραφία έχει επισημανθεί ότι ο αριστερός λαϊκισμός απαντάται κυρίως στη Λατινική Αμερική, ενώ ο λαϊκισμός της δεξιάς είναι περισσότερο ένα ευρωπαϊκό φαινόμενο.

Μερικά παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά: Ο Ζαν Μαρί Λεπέν συνήθιζε να λέει: « E μείς είμαστε ο λαός». Το κόμμα του Γιοργκ Χάιντερ στην Αυστρία, χρησιμοποιούσε το σύνθημα ότι οι ελίτ «… είναι εναντίον του, επειδή (ο Χάιντερ) είναι μαζί σας». Σε πιο λυρικούς τόνους, ο Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα δήλωνε ότι «Δεν επανεκλέγετε τον Τσάβες, στην πραγματικότητα επανεκλέγετε τον εαυτό σας. Ο λαός επανεκλέγει το λαό. Ο Τσάβες δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα εργαλείο του λαού» [7].

Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για να εντοπισθούν τα βασικά αίτια που προκαλούν αυτή την έκρηξη του λαϊκισμού. Τρία, κατά τη γνώμη μας, είναι τα σημαντικότερα, στις ευρωπαϊκές χώρες:
1) Η ίδια η φύση των φιλελεύθερων δημοκρατιών απαιτεί πολύπλοκους χειρισμούς, αριστοτεχνικούς συμβιβασμούς, κουλτούρα ανεκτικότητας και συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι άριστες για όλους λύσεις δεν υπάρχουν. Αυτή είναι άλλωστε η ουσία του κοινωνικού συμβολαίου της νεωτερικής συμβίωσης. Αυτό δημιουργεί εύφορο έδαφος για τους κάθε είδους λαϊκιστές που προσφέρουν απλές και εύληπτες συνταγές, με καλούς και κακούς.
2) Σε πολλές φιλελεύθερες δημοκρατίες, είναι υπαρκτό πρόβλημα ένα έλλειμμα δημοκρατίας. Πολλές αποφάσεις λαμβάνονται κεκλεισμένων των θυρών, υπερβαίνοντας τα όρια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Τέτοια φαινόμενα πυροδοτούν επίσης το λαϊκισμό [8].
3) Ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης. Δέσμια της ζωτικής ανάγκης για υψηλές τηλεθεάσεις, αναγνωσιμότητα και ακροαματικότητα, τα μέσα ενημέρωσης έχουν ριζικά μετασχηματιστεί τις τελευταίες δεκαετίες. Στη θέση του παραδοσιακού κομματικού τύπου, έχουν εμφανιστεί εμπορικά συγκροτήματα που εξαρτούν την επιβίωσή τους από το μερίδιο της διαφημιστικής δαπάνης, δηλαδή από τη μεγιστοποίηση των πωλήσεων και των μεριδίων ακροαματικότητας και τηλεθέασης. Ο πλέον εύκολος τρόπος είναι η πλειοδοσία λαϊκισμού.

Η ελληνική περίπτωση

Η παθολογία του λαϊκισμού στην Ελλάδα, εκτός από τα φαινόμενα που αναφέραμε παραπάνω, παρουσιάζει και αρκετές ιδιομορφίες. Οι πλέον χαρακτηριστικές είναι:
1) Στις ευρωπαϊκές χώρες, ο λαϊκισμός, ως κυρίαρχο πολιτικό χαρακτηριστικό κομματικών σχηματισμών, έχει μάλλον περιορισμένες εκλογικές επιτυχίες. Στην Ελλάδα, αντίθετα, είναι βασικό συστατικό στοιχείο κομμάτων που σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες δημοσκοπήσεις συγκεντρώνουν άνω του 30%. Με αυτή την έννοια, η Ελλάδα ομοιάζει περισσότερο με τη Λατινική Αμερική, όπου οι λαϊκιστές σε πολλές χώρες συγκεντρώνουν άνω του 50%.
2) Είναι εξαιρετικά σπάνιο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα να υπάρχουν ισχυρά λαϊκιστικά κόμματα, τόσο στα δεξιά, όσο και στα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Στην Ελλάδα, ο αριστερός λαϊκισμός (ΣΥΡΙΖΑ, Κοινωνική Συμφωνία) και ο δεξιός (Ανεξάρτητοι Έλληνες, ΛΑΟΣ) συγκεντρώνουν υψηλά ποσοστά προτιμήσεων των ψηφοφόρων.
3) Στις «διεφθαρμένες ελίτ» περιλαμβάνονται και οι εχθροί του Έθνους, δηλαδή οι επίβουλοι ξένοι που θέλουν να καταλύσουν την εθνική ανεξαρτησία της χώρας. Εδώ, ο «αγνός λαός» ταυτίζεται με το έθνος. Το χαρακτηριστικό αυτό υπάρχει και σε άλλες χώρες, αλλά όχι με αυτή την ένταση και με αυτή την κοινωνική αποδοχή.

Μια εξήγηση για τη δημοφιλία του λαϊκισμού στην Ελλάδα, ίσως να είναι αυτό που έχει επισημανθεί για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης: «Οι ανατολικοευρωπαίοι, κοινωνικοποιημένοι σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς, που ισχυριζόταν ότι φρόντιζε για το λαό από τη στιγμή της γέννησής του μέχρι και να πεθάνει, έχουν εξοικειωθεί με την ιδέα ενός προστατευτικού κράτους πρόνοιας. Διάφορες έρευνες έχουν δείξει πολύ μεγαλύτερη λαϊκή υποστήριξη στις χώρες αυτές για μια εκτεταμένη ανάμειξη του κράτους στην παροχή πρόνοιας, σε σύγκριση με τις χώρες της Δύσης… Η κομμουνιστική εξουσία δημιούργησε ένα ιδανικό κοινωνικό περιβάλλον για μαζική υποστήριξη του πολιτικού λαϊκισμού. Όπως έχουν υποστηρίξει πολλοί μελετητές, ο ‘υπαρκτός σοσιαλισμός’ δημιούργησε μηδενιστικές και ατομικιστικές κοινωνίες, στις οποίες ο εξισωτισμός αναμείχθηκε με έναν βαθύ κοινωνικό φθόνο» [9].

Με τον τρόπο αυτό, όπως έχουμε και αλλού υποστηρίξει, «Ο προνεωτερικός άνθρωπος, διαμορφωμένος από, και διαμορφώνοντας, την απουσία κοινωνικού συμβολαίου, ενθαρρυνόμενος από τη συνδικαλιστική ρητορεία και πρακτική, εσωτερικεύει, εγκολπώνεται και ενστερνίζεται τη λαϊκιστική ιδεολογία. Ο λαϊκισμός βόλευε απόλυτα όλους. Το κράτος ήταν το λάφυρο για τον προνεωτερικό άνθρωπο του 21 ου αιώνα. Κάποια στιγμή όμως, συνειδητοποιεί ότι το κράτος δεν έχει τίποτα να μοιράσει. Τότε αντιδρά σαν θυμωμένο παιδί που του πήραν τα παιγνίδια του, επιστρέφοντας στην προ-κοινωνική, προ-πολιτική εποχή» [10].

Με τα λόγια του Ανδρέα Πανταζόπουλου: «Ο μεταπολιτευτικός κομφορμισμός των ελίτ, παρά τις αδιαμφισβήτητα θετικές υπηρεσίες που αυτές προσέφεραν στην αποκατάσταση της πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας, εξετράπη σε έναν άναρχο και ανομικό δημοκρατισμό, σε ένα “σύστημα” που καθήλωσε τα υποκείμενά του στην παιδική τους ηλικία. Οι “αντιφατικές” συμπεριφορές του σημερινού νεο-πολίτη, είναι προϊόν της απο-πολιτικής, από τη στιγμή που ο λαϊκισμός ως κυβερνητική σταθερά, τερμάτισε τον βίο του: έντρομος αυτός ο νεο-πολίτης ενώπιον της πρωτόγνωρης απειλής αλλά και της πραγματικότητας της οικονομικής κρίσης που τον οδηγεί στην κοινωνική του πτώση, την αντιμετωπίζει συγκινησιακά, ακραία, χαοτικά. Αδυνατεί να συμφιλιωθεί με την “αβίωτη” πραγματικότητα μιας αιφνίδιας ενηλικίωσης, που σημαίνει ότι δεν έχει τα εφόδια, δεν διαθέτει την εσωτερική δύναμη να κοιτάξει μέσα του, τον ίδιο του τον εαυτό, να πάρει τις αναγκαίες αποστάσεις από τη θρυμματισμένη πλέον αυτο-εικόνα του. Ο σημερινός νεο-πολίτης ζει μέσα στο τραύμα της Μεταπολίτευσης, νοσταλγεί ένα ριμέικ, την ανέφικτη επιμήκυνση του μεταπολιτευτικού “χρέους”» [11].

Ο «δημοκρατισμός» της Μεταπολίτευσης, επέτρεψε στα υποκείμενα της ιστορίας και τα ενθάρρυνε να επιστρέψουν στην προ-πολιτική εποχή, να λησμονήσουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινωνικό συμβόλαιο της νεωτερικότητας.

Πρέπει εδώ να επισημανθεί, ότι προφανώς και οι ευθύνες των πολιτικών είναι τεράστιες στη διαμόρφωση του φαινομένου. Όχι όμως επειδή «τα έφαγαν», όπως ισχυρίζεται η λαϊκιστική ρητορεία. Πρέπει να τους εγκαλέσουμε επειδή, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Τάκης Μίχας, «Η ευθύνη τους βρίσκεται κυρίως στη δημιουργία και διαιώνιση του πελατειακού κράτους. Και στο πελατειακό κράτος, όπως το λέει και ο όρος, ωφελούνται επίσης και κυρίως “οι πελάτες”. Οι οποίοι σε ένα δημοκρατικό και “φιλολαϊκό” σύστημα όπως το ελληνικό, δεν αποτελούν ένα καθόλου ευκαταφρόνητο μέγεθος –πιθανότατα να είναι άνω του 50% των ψηφοφόρων των δυο μεγάλων κομμάτων» [12].

Ο προεκλογικός πολιτικός λόγος βρίθει από κρεσέντο μανιχαϊστικού λαϊκισμού, που πολλές φορές προσλαμβάνει πολεμικό χαρακτήρα. Από αυτή την άποψη, είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Αλέξη Τσίπρα πριν από λίγες ημέρες: «Ή εμείς ή αυτοί. Μαζί μπορούμε να τους ανατρέψουμε». Είναι σίγουρο ότι η δήλωση αυτή θα αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως υπόδειγμα ακραίου λαϊκιστικού λόγου. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Πάνος Καμμένος: «Σας τελειώνουμε εκβιαστές, σας διώχνουμε απατεώνες, σας δικάζουμε δοσίλογοι. Είμαστε πολλοί, είμαστε ανεξάρτητοι, είμαστε έλληνες». Ο Γιώργος Καρατζαφέρης είναι εξίσου σαφής όταν δηλώνει ότι «Εμείς δεν είμαστε στρατιωτάκια υπάκουα της κυρίας Μέρκελ και της κυρίας Λαγκάρντ! Αυτή είναι η διαφορά μας. Και δεν είναι η πρώτη φορά που αντιστέκομαι στην Ευρώπη. Θυμίζω το Ευρωσύνταγμα».
Παράλληλα, στελέχη που προέρχονται από το βαθύ ΠΑΣΟΚ και τη «λαϊκή» δεξιά, πλειοδοτούν προεκλογικά σε λαϊκιστική ρητορεία, επιδιώκοντας να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι και αυτοί ανήκουν στη φαντασιακή κοινότητα του «αγνού λαού», που αγωνίζεται εναντίον του διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος. Η αφήγησή τους είναι εντελώς εκτός θέματος, αλλά αυτό φαίνεται ότι ελάχιστα τους απασχολεί.
Το πόσο βαθιά ριζωμένη στην ελληνική πολιτική κουλτούρα είναι αυτή η αντίληψη, φαίνεται και από το γεγονός ότι ακόμα και από μεταρρυθμιστικά κόμματα, όπως η Δημοκρατική Συμμαχία της Ντόρας Μπακογιάννη, έχει υιοθετηθεί το σύνθημα «Φταίει το κράτος. Όχι εσύ».
Αντίθετα, ευχάριστη έκπληξη ήταν το βαθύτατα αντιλαϊκιστικό σύνθημα των Οικολόγων Πράσινων «Αλλάζουμε την κοινωνία, αλλάζουμε κι εμείς», παρότι αυτό το κόμμα πολλές φορές πλειοδοτεί σε αντιμνημονιακή και λαϊκιστική ρητορεία.

Να σπάσει ο φαύλος κύκλος του λαϊκισμού
Είναι επείγουσα προτεραιότητα στην Ελλάδα της κρίσης να σπάσει ο φαύλος κύκλος του λαϊκισμού. Είναι επείγουσα ανάγκη να δραπετεύσουμε από τον πρωτόγονο θεολογικό τρόπο σκέψης και να προσγειωθούμε στον τόπο της πολιτικής, που δεν είναι πρόσφορος για εύκολες ρητορείες. Πρέπει επιτέλους να δούμε τις αποχρώσεις, αντί για τις συλλήβδην καταγγελίες. Πρέπει επιτέλους να κατανοήσουμε ότι δεν υπάρχουν αθώοι του αίματος. Πρέπει να σταματήσει η αυθάδεια των «αθώων», για να δανειστώ την έκφραση του Μίμη Σουλιώτη, που ορθά επισημαίνει ότι «Έχουν ξεπηδήσει τόσοι πολλοί αθώοι, τυπτόμενοι και τύπτοντες λόγω Μνημονίου, ώστε αναρωτιέται κανείς μήπως ζούσε τόσα χρόνια σε άλλη χώρα» [13]. Καουμπόηδες και Ινδιάνοι υπάρχουν μόνο στα γουέστερν. Πρέπει οι δυνάμεις που χρησιμοποιούν αυτή την πολιτική εξαπάτηση, να αποδοκιμαστούν.
Θα κλείσω αυτό το κείμενο καταφεύγοντας και πάλι στο Γιώργο Γιαννουλόπουλο. Ελάχιστος φόρος τιμής σε έναν δημόσιο διανοούμενο που τόλμησε, πρώτος απ’ όσα γνωρίζω, να μιλήσει πριν από έντεκα χρόνια για το φαιοκόκκινο μέτωπο, με τόσο τραγικά επίκαιρες διαπιστώσεις (μόνο τα ονόματα αλλάζουν):
«Τελειώνοντας, δυο λόγια για το φαιοκόκκινο μέτωπο που έχουν συμπήξει ορισμένοι “αριστεροί” μανιχαϊστές, όπως συχνά υπογραμμίζουν οι επικριτές τους. Οι οποίοι διαπράττουν το εξής λάθος: τους προσάπτουν κάτι που θα θεωρούσαν οι ίδιοι μεγάλη προσβολή. Αλλά το αυτί των μανιχαϊστών δεν ιδρώνει. Να γιατί: η προθυμία τους να συμπαραταχθούν με τη “λαϊκή δεξιά”, τους εθνοθρησκευτικά παραληρούντες ή διάφορα ανά τον κόσμο καθάρματα, μόνο και μόνο επειδή δηλώνουν “αντιιμπεριαλιστές”, εξηγείται όταν δεχτούμε ότι οι δυνάμεις του σκότους εδρεύουν στις ΗΠΑ (με εκπρόσωπο στην Ελλάδα τον Σημίτη). Κατά συνέπεια, όσοι τους επικρίνουν υποτιμούν τον κίνδυνο και λειτουργούν ως “αμερικανάκια”. Αν ήταν πραγματικά αριστεροί, λένε, αν, με άλλα λόγια, καταλάβαιναν ότι πρόκειται για δαίμονες, τότε κι αυτοί θα έκαναν το ίδιο. Δηλαδή, οι μανιχαϊστές αποδεικνύουν την πλέρια αριστεροσύνη τους ακριβώς επειδή είναι διατεθειμένοι να συνεργαστούν με καραδεξιούς. Εφόσον, σε σύγκριση με το απόλυτο κακό, οτιδήποτε άλλο είναι καλύτερο, εχθρός υπάρχει μόνον ένας –ο απόλυτα κακός. Όπως κάποιοι μηχανισμοί έχουν τη δυνατότητα αυτοδιόρθωσης, έτσι και ο μανιχαϊσμός εμπεριέχει ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό σύστημα αυτοεξαγνισμού. Δηλαδή, τίποτε δεν μπορεί να διαπεράσει το θώρακα αυτής της μη σκέψης» [14].




[1] Γιώργος Γιαννουλόπουλος, «Η ανατομία του μανιχαϊσμού», Ελευθεροτυπία, 28 Νοεμβρίου 2001.

[2] Cas Mudde, “The Populist Zeitgeist”, Government and Opposition 39 (4), 2004.

[3] Ο όρος thin -centeredideology δεν μπορεί να αποδοθεί κυριολεκτικά στα ελληνικά. Προτιμήθηκε η απόδοση «αβαθής ιδεολογία», ενώ θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και οι όροι λιποβαρής ιδεολογία ή ιδεολογία ελλιπούς έρματος.

[4]Cas Mudde, Cristobal Rovira Kaltwasser “Voices of the people: Populism in Europe and Latin America compared”, Working Paper 378, July 2011. Επίσης , Margaret Canovan, “ Trust the people! Populism and the two faces of Democracy”, Political Studies, 47 (1), 1999.

[5] Μπένεντικ Άντερσον, Φαντασιακές κοινότητες – Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Εκδόσεις Νεφέλη, 1997.

[6] Koen Abts, Stefan Rummens, “Populism versus Democracy”, Political Studies55, 2007, σελ . 405-424.

[7] Kirk Hawkins, “Is Chavez Populist? Measuring Populist Discourse in Comparative Perspective”, Comparative Political Studies 42 (8), 2009, σελ . 1040-41.

[8] Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει ορισμένους μελετητές να υποστηρίξουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, υπό όρους και προϋποθέσεις, ο λαϊκισμός μπορεί να λειτουργήσει διορθωτικά ως προς τους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Δες Cristóbal Rovira Kaltwasser, “The ambivalence of populism: threat and corrective for democracy”, Democratization 19 (2), 2012, σελ . 184-208.

[9] Cas Mudde, “In the name of the Peasantry, the Proletariat, and the People: Populisms in Eastern Europe”, East European Politics and Societies, 14 (2), 2000, σελ. 43 και 45.

[10] Πέτρος Παπασαραντόπουλος, «Οι ρίζες της κουλτούρας της βίας στη μεταπολιτευτική Ελλάδα», TheBooks ’ Journal, τεύχος 12, Οκτώβριος 2011.

[11]Δες Ανδρέας Πανταζόπουλος, « Ο αγανακτισμένος θέλει και νόμο και αταξία»,Το Βήμα, 17 Ιουλίου 2011.

[12] Δες Τάκη Μίχα, Τα «έφαγαν» οι πολιτικοί;, στις 13 Ιουλίου 2011, στο http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.article&id=7833 (ανάκτηση 10/8/2011)

[13] Μίμης Σουλιώτης, «Η αυθάδεια των ‘αθώων’», ΤΑ ΝΕΑ, 17 Απριλίου 2012.

[14] Γιώργος Γιαννουλόπουλος, όπ. παρ.
































































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες